ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Η θαυμαστή τέχνη της Ανγκελα Βίνκλερ

Της Μαριας Κατσουνακη

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ. Εφτασε με 3 λεπτά καθυστέρηση στο ραντεβού και απολογήθηκε. Λαχανιασμένη, χαμογελαστή, με ένα μαντίλι λοξά δεμένο στα μαύρα καρέ μαλλιά της, όμορφη στα 65 της χρόνια όσο και την εποχή που την ανακαλύψαμε κινηματογραφικά, στη δεκαετία του '70 με τη «Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ» (1975) του Σλέντορφ και την «Αριστερόχειρη γυναίκα» (1978) του Χάντκε. Η Ανγκελα Βίνκλερ, μυθική ηθοποιός του γερμανικού θεάτρου, έχει μια τόσο ισορροπημένη και καθησυχαστική σχέση με τον χρόνο, που και μόνο να την παρακολουθεί κανείς να μιλάει αντλεί δύναμη και αισιοδοξία. Χθες βράδυ, αγνώριστη από το έντονο μακιγιάζ που επέβαλε η αισθητική άποψη του Μπομπ Γουίλσον, ερμήνευσε την Τζένη, στην «Οπερα της Πεντάρας» των Μπ. Μπρεχτ - Κουρτ Βάιλ, με το «Μπερλίνερ Ανσάμπλ». Ενα από τα σημαντικά θεατρικά γεγονότα της Αθήνας, στη σκηνή του «Παλλάς» ώς την Κυριακή, υποστηρίζεται από καλλιτέχνες μεγάλης εμπειρίας και υποδειγματικής εκπαίδευσης.

Ο ρόλος της «Τζένης»

Η κουβέντα (δύσκολα θα την έλεγε κανείς, με αυστηρούς όρους, συνέντευξη), κύλησε σε γερμανικά (με μεταφράστρια), αγγλικά όποτε ήθελε να απευθυνθεί άμεσα για να αφηγηθεί στιγμές από τη συνεργασία της με τον Γουίλσον (για δεύτερη φορά στην «Οπερα της πεντάρας», η πρώτη ήταν με το «Χειμωνιάτικο παραμύθι» του Σαίξπηρ). Τότε, σηκωνόταν όρθια μέσα στο καφέ, ξεδίπλωνε χορευτικά τα χέρια της (το απαιτεί το εξπρεσιονιστικό ύφος της παράστασης, με πολλά στοιχεία από το γιαπωνέζικο θέατρο) και έκανε διάφορους βοκαλισμούς για να εξηγήσει τις φωνητικές απαιτήσεις του ρόλου της.

«Καθώς είναι και εικαστικός ο Γουίλσον δημιουργεί σαν ζωγράφος. Στην αρχή έβρισκα πολύ φορμαλιστικό τον τρόπο δουλειάς του. Ομως κατάλαβα ότι αυτό που ζητούσε ήταν εξωτερική πειθαρχία και εσωτερικό πάθος. Θέλει τον ηθοποιό, να συμμετέχει, να είναι παρών». Η Τζένη δεν είναι μια συνηθισμένη γυναίκα του δρόμου. «Εχει περάσει πολλές δυσκολίες, έχει φάει πολλά χαστούκια από τη ζωή. Αλλά δεν παίζω την πληγωμένη και ταλαιπωρημένη. Ζήτησα τα πιο ψηλά παπούτσια, στέκομαι όρθια, η στάση μου δεν δηλώνει καταπόνηση. Ολα είναι τέλεια. Είμαι η βασίλισσα του δρόμου. Είμαι πολύ υπερήφανη (σ.σ. σηκώνεται από το τραπέζι και αρχίζει να παίρνει τις ανάλογες εκφράσεις), αλλά απότομα, καταρρέω. Δεν αντέχω. Είμαι κουρασμένη και θλιμμένη».

Την παρατηρώ και βλέπω να παρελαύνουν μέσα στη μιάμιση ώρα της συνάντησής μας όλοι οι ρόλοι που έχει ερμηνεύσει στο θέατρο από τον «Αμλετ» (τον ομώνυμο ρόλο) ώς τη «Μάνα κουράγιο» και τον «Βυσσινόκηπο». Πάνω από 100. Θεωρεί ανεπανάληπτη την περίοδο της συνεργασίας της με τον Πέτερ Στάιν στη Σάουμπίνε, όπως και με τον άλλον εμβληματικό Γερμανό σκηνοθέτη, τον Πέτερ Τσάντεκ. Παρ' όλα αυτά, χωρίς καμία επιτήδευση δηλώνει: «Οι περισσότεροι ηθοποιοί λένε ότι το θέατρο είναι η ζωή μου. Για μένα δεν ισχύει. Η δική μου ζωή είναι έξω από το θέατρο. Με την οικογένειά μου (σ.σ. είναι μητέρα τεσσάρων παιδιών). Μπορώ να ζω και χωρίς θέατρο. Για τρία χρόνια στην Ιταλία δεν εμφανίστηκα καθόλου στη σκηνή. Κι αυτό μου έδωσε δύναμη. Οσοι παίζουν συνέχεια κουράζονται. Είναι μια διαρκής αφαίμαξη. Εγώ, χρειάζομαι τον αέρα της φύσης και της θάλασσας».

Τείνει τις παλάμες της και συμπληρώνει: «Ασχολούμαι με τη γη. Ζούμε συχνά με τον σύντροφό μου που είναι γλύπτης στην εξοχή. Είτε βρισκόμαστε στη Γαλλία, στην Ιταλία, στη Γερμανία».

Δεν είναι ενταγμένη σε κάποια θεατρική ομάδα τα τελευταία χρόνια. Συνεργάζεται τόσο με τη Σάουμπίνε (πρόσφατα συμμετείχε στον «Τζων Γαβριήλ Μπόργκμαν» του Ιψεν σε σκηνοθεσία Τόμας Οστερμάγιερ) όσο και με το Μπερλίνερ Ανσάμπλ, τις δύο κορυφαίες σκηνές του πρώην Δυτικού και Ανατολικού Βερολίνου. «Με την πτώση του τείχους δουλέψαμε για πρώτη φορά μαζί με ηθοποιούς από το Ανατολικό Βερολίνο. Η γενική εκτίμηση ήταν ότι είναι πολύ καλύτερα εκπαιδευμένοι, με εξαιρετική τεχνική κατάρτιση. Ως τότε είχα επισκεφθεί ως θεατής δύο φορές το Μπερλίνερ Ανσάμπλ, παρακολούθησα την παράσταση και έφυγα αυθημερόν».

Γερμανικός κινηματογράφος

Τα τελευταία 20 χρόνια όμως δεν έδωσαν ώθηση μόνο στο γερμανικό θέατρο αλλά και στον κινηματογράφο. Για την ακρίβεια, κυρίως στο σινεμά το οποίο γνωρίζει μεγάλη άνθηση με μια νέα γενιά ταλαντούχων σκηνοθετών: «Μετά τον Φασμπίντερ και τον Χέρτσογκ, την εκτίναξη της δεκαετίας του '70, χρειαζόταν μια ρήξη ώσπου να βρουν οι νέοι δημιουργοί τον δικό τους βηματισμό. Υστερα, και η πόλη, το Βερολίνο, άλλαξε εντυπωσιακά. Αρχισε να δέχεται πολλά ερεθίσματα, να γεμίζει ενέργεια. Η πτώση του τείχους επηρέασε πολύ. Αφήσαμε πίσω το παρελθόν. Ο κινηματογράφος το «κατέγραψε». Αντίθετα, νομίζω ότι το θέατρο είναι σε κάμψη. Δεν είναι στα καλύτερά του. Εκτός Γερμανίας, στην υπόλοιπη Ευρώπη, μπορεί να φαντάζει πολύ ενδιαφέρον, στην ίδια τη Γερμανία όμως είναι σε ύφεση. Η τόλμη και η δημιουργική πνοή ανήκουν πλέον στο σινεμά και όχι στο θέατρο».

Έντυπη