ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πόσο εφικτή είναι η έξοδος από την ΟΝΕ

Των Rodrigo Olivares-Caminal*, Ιωαννη Κοκκορη**, Κυριακου Παπαδακη***

Ο σκοπός του άρθρου αυτού είναι διττός. Αρχικά να αναλύσει τις δυσκολίες που ανακύπτουν με το να είναι μια χώρα μέλος της Οικονομικής και Νομισματικής Ενωσης (ΟΝΕ), με έμφαση στην Ελλάδα, και ποιες είναι οι επιπτώσεις της λεγόμενης «εσωτερικής υποτίμησης». Δεύτερον, θα εξηγήσει πώς η αναμόρφωση του χρέους θα συμβάλει στην υποστήριξη των μηχανισμών της δημοσιονομικής αποκατάστασης και της χρηματοδότησης από εξωτερικούς πόρους σε εταιρικό αλλά και κρατικό επίπεδο.

Η θεωρία της Βέλτιστης Νομισματικής Ζώνης (OCA-Optimum Currency Area) αναπτύχθηκε κυρίως από τον νομπελίστα οικονομολόγο Robert Mundell. Το βασικό σκεπτικό είναι ότι η OCA είναι μια γεωγραφική περιοχή στην οποία η αποδοτικότητα της οικονομίας αυξάνεται εάν υπάρχει ένα κοινό νόμισμα. Η θεωρία αυτή περιγράφει τα ιδανικά χαρακτηριστικά για μια συγχώνευση νομισμάτων ή για τη δημιουργία ενός νέου ενιαίου νομίσματος. Τα τέσσερα συνήθη αναφερόμενα χαρακτηριστικά για μια επιτυχή νομισματική ένωση είναι: (1) απρόσκοπτη μετακίνηση εργατών εντός της νομισματικής ζώνης, (2) απρόσκοπτη μετακίνηση κεφαλαίων εντός της ζώνης και ελαστικότητα στους μισθούς που θα οδηγήσουν σε αποδοτική χρήση κεφαλαίων και πρώτων υλών, (3) παρόμοιους οικονομικούς κύκλους (όταν μια χώρα εμφανίζει ανάπτυξη ή ύφεση, οι άλλες χώρες στη ζώνη παρουσιάζουν και αυτές ανάπτυξη ή ύφεση αντίστοιχα) που επιτρέπουν την ύπαρξη μιας κοινής κεντρικής τράπεζας η οποία δύναται να προωθήσει την ανάπτυξη σε περιόδους ύφεσης και να περιορίσει πληθωριστικές τάσεις σε περιόδους ανάπτυξης, και (4) ένα σύστημα διασποράς του ρίσκου όπως ένα αυτόματο σύστημα μεταφοράς ρευστότητας σε περιοχές ή τομείς της οικονομίας που έχουν πληγεί.

Μια χώρα-μέλος μιας τέτοιας ένωσης έχει δύο περιορισμούς. Δεν έχει έλεγχο στη νομισματική της πολιτική (δυνατότητα να τυπώσει χρήματα). Επίσης, δεν έχει τη δυνατότητα να ελέγχει το επιτόκιο το οποίο καθορίζει το κόστος δανεισμού στην εγχώρια οικονομία. Οι δύο αυτές αλληλένδετες νομισματικές πολιτικές καθορίζονται στην περίπτωση της ΟΝΕ από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα («ΕΚΤ»).

Ως μέσο μείωσης του κόστους του χρήματος και ενεργοποίησης των οικονομιών που είναι στην ΟΝΕ, η ΕΚΤ μείωσε το βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης από 4,25% τον Ιούλιο του 2008 σε 1% από τον Μάιο 2009.

Δυστυχώς οι χώρες που αναφέρονται ως PIIGS (Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ιταλία, Ελλάδα και Ισπανία) είναι σε διαφορετικό σημείο του οικονομικού κύκλου από τις κεντρικές χώρες της ΟΝΕ, όπως η Γερμανία και η Γαλλία. Με δεδομένη την υπάρχουσα αναπτυξιακή τάση των δύο προαναφερόμενων χωρών οι αγορές φαίνεται ότι έχουν ήδη συμπεριλάβει στις στρατηγικές τους μια αύξηση ίση με 25-50 μονάδες βάσης στο βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ μέσα στο πρώτο μισό του 2011. Οι παρενέργειες μίας τέτοιας αύξησης για τις οικονομίες των χωρών PIIGS όπου η ανεργία έχει ήδη φτάσει διψήφια νούμερα (σχεδόν ίση με 20% στην Ισπανία και 12% στην Ελλάδα με αυξητική τάση) παραμένει υπό συζήτηση. Ο συνδυασμός υψηλών επιτοκίων και μέτρων λιτότητας που αποσκοπούν στη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και συνεπώς στον έλεγχο του δημόσιου χρέους δύναται να καταστεί τοξικός, προκαλώντας πολλά ερωτήματα.

Στις 2 Μαίου 2010 η Ελλάδα επισημοποίησε την παροχή βοήθειας από την ΟΝΕ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), μέσω της ενεργοποίησης του τέταρτου βασικού χαρακτηριστικού της OCA: ένα σύστημα διασποράς του ρίσκου. Μια γραμμή ρευστότητας ίση με 110 δισ. ευρώ θα καταστεί διαθέσιμη για τα επόμενα τρία χρόνια (80 δισ. ευρώ από την ΟΝΕ και 30 δισ. ευρώ από το ΔΝΤ). Αυτό το πακέτο βοήθειας βελτιώνει την έλλειψη ρευστότητας (αφού η αναχρηματοδότηση του βραχυπρόθεσμου χρέους θα επιτευχθεί χωρίς την ανάγκη προσφυγής στις αγορές). Παρ' όλα αυτά, περαιτέρω μέτρα λιτότητας αξίας 30 δισ. ευρώ (σχεδόν 12 με 13% του ΑΕΠ) πρέπει να εφαρμοστούν.

Με δεδομένο ότι η Ελλάδα δεν έχει έλεγχο στο νόμισμά της ώστε να εξαγοράσει την έξοδο από την κρίση (μέσω της τύπωσης χρημάτων, υποτίμησης του νομίσματος και εξωγενούς πληθωρισμού) και με δεδομένο ότι τα επιτόκια μπορεί να αυξηθούν στο εγγύς μέλλον, η εσωτερική υποτίμηση (δηλαδή σημαντική μείωση μισθών και τιμών) αποτελεί τη μόνη βιώσιμη λύση. Αυτή η λύση εγείρει το ερώτημα ποιες είναι οι επιπτώσεις εσωτερικής υποτίμησης.

Εδώ μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη Λεττονία σαν μια ενδιαφέρουσα υπόθεση εργασίας, η οποία παρόλο που έχει δικό της νόμισμα, το νόμισμα αυτό έχει σταθερή συναλλαγματική αξία (pegged) με το ευρώ δημιουργώντας συναλλαγματικές ομοιότητες με τους περιορισμούς που αντιμετωπίζει η Ελλάδα ως μέλος της ΟΝΕ.

Τα τελευταία δύο χρόνια η Λεττονία είχε μια ιστορική πτώση στο ΑΕΠ περισσότερο από 25%. Η πτώση αυτή υποσκελίζει την ύφεση στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Υφεσης το 1929-1933. Με την εσωτερική υποτίμηση η ρύθμιση επιτυγχάνεται μέσω μείωσης των τιμών και των μισθών. Με την ανεργία στην Λεττονία να φτάνει το 22%, η διαδικασία αυτή δεν είναι εύκολη.

Η Αργεντινή σε μια παρόμοια περίπτωση το 1999-2001 οδηγήθηκε σε βαθιά ύφεση (άνω του 20% η μείωση στο ΑΕΠ) καθώς προσπαθούσε να ρυθμίσει την οικονομία της υπό ένα σύστημα σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας, όπου το νόμισμά της ήταν pegged στο δολάριο. Με τα επιτόκια να αυξάνονται έτσι ώστε να χρηματοδοτηθεί το έλλειμμα -που οδηγεί σε αυξανόμενο δημόσιο χρέος- αυτή η ρύθμιση ήταν αδύνατο να γίνει και τον Δεκέμβριο 2001 η χώρα χρεοκόπησε οδηγώντας την στην αποδέσμευση του νομίσματός της από το δολάριο.

Η μεγαλύτερη πρόκληση που θα αντιμετωπίσει η Ελλάδα είναι η επιτυχής εφαρμογή των σκληρών μέτρων (έτσι ώστε να δανειστεί τα χρήματα και να αποφύγει τις επιρρεπείς συνθήκες στις οποίες βρίσκεται). Μπορεί να υπάρξει διάλογος για τον σωστό τρόπο εφαρμογής των μέτρων, αλλά όχι για το αν τα μέτρα πρέπει να εφαρμοστούν. Οι διονυσιακές μέρες ευημερίας, που οι Ελληνες μπορούσαν να αποκτήσουν αυτό που αναφέρεται στον τραπεζικό και χρηματοοικονομικό χώρο ως a free lunch, έχουν τελειώσει. Κανένας δεν θα θελήσει να παράσχει σωτηρία χωρίς αντάλλαγμα. Τώρα οι πολιτικοί πρέπει, στη προσπάθειά τους να εξέλθει η χώρα από τις δυσμενείς αυτές συνθήκες, να αντιμετωπίσουν εξαγριωμένους ψηφοφόρους οι οποίοι νιώθουν την αυστηρότητα των μέτρων στην τσέπη τους.

Η εμπειρία σε άλλες χώρες απέδειξε ότι η διαδικασία αυτή δεν θα είναι εύκολη. Για παράδειγμα στην Αργεντινή υπήρξαν πάνω από πέντε πρόεδροι μέσα σε ένα μήνα, καθώς και αναρίθμητες διαδηλώσεις και εξεγέρσεις με πολύ σημαντικές πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες.

Υπάρχει όμως ακτίνα ελπίδας στον ορίζοντα. Αναμόρφωση του χρέους δύναται να μειώσει κάποια από την πίεση προκαλούμενη από την εσωτερική υποτίμηση λόγω της μείωσης της υποχρέωσης αποπληρωμής σε παρούσα αξία. Η Τζαμάικα είναι ένα εξαίρετο παράδειγμα όπου το κόστος του επιτοκίου και της αποπληρωμής του χρέους ήταν μεγαλύτερο από τα έσοδα της χώρας. Μέσω μιας οικειοθελούς εγχώριας ανταλλαγής χρέους στις αρχές του 2010, η Τζαμάικα απώλεσε κάποιο μέρος της υποχρέωσης αποπληρωμής του χρέους.

Ακολουθώντας το παράδειγμα αυτό, η Ελλάδα θα πρέπει να εκμεταλλευθεί τη ρευστότητα που της παρέχουν η ΟΝΕ και το ΔΝΤ και να κάνει μια οργανωμένη αναμόρφωση του χρέους (μέσω οικειοθελούς ανταλλαγής ομολογιών) η οποία δεν θα επηρεάσει τα προϊόντα ασφαλίσεως κινδύνου (CDSs) που είναι συνδεδεμένα στα ελληνικά ομόλογα (και κατόπιν συνεννοήσεως με τις ελληνικές τράπεζες για την αποφυγή σοβαρών μη ελεγχόμενων ζημιών).

Λιτότητα και αυστηρά μέτρα είναι οι μόνες επιλογές για την Ελλάδα. Δυστυχώς, ο θεός Διόνυσος δεν θα κερνάει νέκταρ και αμβροσία για κάποιο διάστημα.

* Επίκουρος καθηγητής (Warwick University) και Sovereign Debt Expert Ηνωμένα Εθνη (Conference on Trade & Development)

** Αναπληρωτής καθηγητής, Reading University UK, Ιnternational Consultant, Organisation for Security and Cooperation in Europe

*** Οικονομολόγος (London School of Economics, Cambridge University, UK)

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ