ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δεν ήταν η δεκαετία που ονειρευόμασταν, αλλά...

Του Kevin Featherstone*

Η ιστορική αποτίμηση πολύ πρόσφατων γεγονότων είναι πάντοτε επικίνδυνη υπόθεση. Καθώς, όμως, τελειώνει και το 2010, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε από τη δεκαετία που μας αφήνει.

Στην Ευρώπη, η δεκαετία που πέρασε μας αφήνει την πικρή γεύση των προσδοκιών που διαψεύστηκαν. Από το 1990 έως το 2000 η Ε.Ε. είχε πολλούς λόγους να γιορτάζει για τις επιτυχίες της, όπως ήταν ο τερματισμός του διχασμού της Ευρώπης και η δημιουργία του κοινού νομίσματος. Ολα αυτά ήταν απτές επιτυχίες, ιστορικής σημασίας. Και πραγματοποιήθηκαν σε ένα πλαίσιο γενικότερων αλλαγών στο διεθνές στερέωμα, το περιβάλλον και την τεχνολογία, όπως για παράδειγμα η παρακμή του κρατισμού και του προστατευτισμού, η διάδοση του Διαδικτύου και η αυξημένη ευαισθησία της κοινής γνώμης για τις οικολογικές καταστροφές. Η αλλαγή του αιώνα έγινε επομένως σε κλίμα αισιοδοξίας: η οικονομική ανάπτυξη ήταν σε γενικές γραμμές ισχυρή και μια νέα συναίνεση εγεννάτο ως προς τα χαρακτηριστικά του «ευρωπαϊκού οικονομικού μοντέλου». Μάλιστα, η Ατζέντα της Λισσαβώνας που υιοθετήθηκε το 2000 υποσχόταν ότι μέσα σε μία δεκαετία η ήπειρός μας θα είχε «την πιο ανοιχτή, δυναμική οικονομία στον κόσμο, με σεβασμό στην κοινωνική συνοχή και την προστασία του περιβάλλοντος».

Πού πήγε όλη αυτή η αισιοδοξία; Στην πραγματικότητα, η Ε.Ε. δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει τον συνδυασμό της οικονομικής ευελιξίας και της κοινωνικής συνοχής που ήθελε. Η εφαρμογή του προγράμματος ήταν απογοητευτική ακόμη και πριν ξεσπάσει η θύελλα στην παγκόσμια οικονομία. Και ενώ στην οικονομία η Ε.Ε. δεν είχε διασαφηνίσει τις θέσεις ούτε ακόμη και την εποχή των παχιών αγελάδων, στην πολιτική η ομφαλοσκόπηση στις Βρυξέλλες ήταν τόσο επίμονη, ώστε όλοι βαρέθηκαν να την παρακολουθούν. Το μεγαλεπήβολο σχέδιο του Ευρωσυντάγματος απορρίφθηκε σε δημοψηφίσματα από τους πολίτες δύο ιδρυτικών μελών της Ενωσης (της Γαλλίας και της Ολλανδίας). Αυτό θα έπρεπε να ηχήσει ως καμπανάκι για όλους. Αντ' αυτού, η Ε.Ε. προτίμησε να αρκεστεί στη Συνθήκη της Λισσαβώνας, την οποία και προσπάθησε να κρύψει από την κοινή της γνώμη.

Βέβαια, η Ε.Ε. μεταμορφώθηκε με τη διεύρυνσή της και πλέον περιλαμβάνει 27 κράτη. Το γεγονός ότι φορτηγά μεταφέρουν ελεύθερα αγαθά από τη Λεττονία και τη Βουλγαρία σε μια κοινή αγορά αποτελεί ένα απίστευτο επίτευγμα για όσους μεγάλωσαν στο κλίμα του Ψυχρού Πολέμου. Ωστόσο, ακόμη και σ' αυτόν τον τομέα, οι ελπίδες διαψεύστηκαν. Η πιο βασική ελευθερία της Ενωσης, το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης για τους εργαζομένους σε κάθε χώρα της, δεν ίσχυσε για τους πολίτες των κρατών που έγιναν μέλη το 2004, σε κανένα από τα ιδρυτικά κράτη της Ε.Ε. Το σύνηθες «μαύρο πρόβατο», η Βρετανία, ακολούθησε αργότερα, επιβάλλοντας περιορισμούς στους πολίτες της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας.

Πράγματι, η τελευταία δεκαετία μπέρδεψε περισσότερο από ποτέ τα πράγματα για το ποιος είναι «καλός» και ποιος «κακός» Ευρωπαίος. Η κρίση της Ευρωζώνης έδειξε ότι η Γερμανία δεν είναι πια τόσο προσηλωμένη στην πολιτική διάσταση της ευρωπαϊκής ενότητας και εξέθεσε την Ελλάδα (και άλλες χώρες) ως κράτη στα όρια της κατάρρευσης, ανίκανα να τιμήσουν τις ευρωπαϊκές τους δεσμεύσεις. Η δε ικανότητα του συστήματος του ευρώ να διαχειριστεί τους οικονομικούς κύκλους αποδείχθηκε πολύ κατώτερη του αναμενομένου και πλέον πολλοί φοβούνται την κατάρρευση της Ευρωζώνης.

Οταν λοιπόν οι ιστορικοί του μέλλοντος μελετήσουν την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, είναι μάλλον απίθανο να τη χαρακτηρίσουν «άλμα προς τα εμπρός» για την Ευρώπη. Το ίδιο ισχύει βέβαια και για τη Δύση. Η εντεινόμενη δυσαρέσκεια από τον Ομπάμα -ο οποίος είχε υποσχεθεί «Ναι, Μπορούμε!»- αποτελεί σύμπτωμα της γενικότερης έλλειψης εμπιστοσύνης της κοινής γνώμης στην πολιτική και οικονομική της ηγεσία. Η Δύση έχει πια απολέσει την αίσθηση ανωτερότητας και στοχοπροσήλωσης που διέθετε. Ακόμη και το θαύμα της δημιουργίας του Ιντερνετ έχει δώσει τη θέση του στον φόβο για τις πράξεις ανθρώπων όπως ο Τζούλιαν Ασάντζ. Και ο παγκόσμιος συντονισμός γίνεται πλέον πιο περίπλοκος, καθώς η Δύση παρακολουθεί την ανάδυση των λεγόμενων «BRIC» (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα), η συνεργασία των οποίων είναι πια απαραίτητη.

Η Ελλάδα δεν ξέφυγε βεβαίως από το φάσμα των ελπίδων που διαψεύστηκαν. Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και το κύρος των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 είναι πια παρελθόν. Τη θέση τους έχουν πάρει η λιτότητα και η διεθνής οικονομική εποπτεία. Η εναλλαγή οφείλεται τόσο σε χρονίζοντες εσωτερικούς λόγους όσο και στη συγκυριακή απρέπεια των Ευρωπαίων ηγετών. Η κοινωνική συνοχή είναι σήμερα πολύ πιο εύθραυστη απ' ό,τι ήταν πριν από μία δεκαετία.

Ισως το μόνο θετικό από όλα αυτά είναι ότι η Ελλάδα και η Ευρώπη έχουν εισέλθει σε τόσο σοβαρή κρίση, ώστε οι ριζικές λύσεις να καθίστανται όλο και πιο πιθανές, αφήνοντας πίσω τις αβλεψίες και τις προχειρότητες του παρελθόντος. Η Μέρκελ ίσως αναγκαστεί να μιλήσει για την Ε.Ε. ως πολιτικό πρόταγμα ξανά. Η Ελλάδα βρίσκεται στη διαδικασία αναδιοργάνωσης του ρόλου του κράτους. Οι βολικοί μύθοι της Μεταπολίτευσης πλέον διαλύονται.

Η Ιστορία δεν θα κρίνει την περασμένη δεκαετία ως περίοδο επιτυχιών, αλλά ίσως τη δει ως ώθηση για την πρόοδο που θα συνετελείτο στο μέλλον.

* Ο κ. Kevin Featherstone είναι καθηγητής στην έδρα «Ελευθέριος Βενιζέλος» του London School of Economics, όπου και διευθύνει το Ελληνικό Παρατηρητήριο.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ