ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δύο μοντέλα ανάπτυξης

Του Βικτωρ Ρουδομετωφ*

Παγκοσμίως, από τις αρχές της δεκαετίας του '70 το μοντέλο ανάπτυξης που βασιζόταν στο αυστηρά περιχαρακωμένο κράτος άρχισε να αποδομείται. Το μοντέλο αυτό βασιζόταν στην αντίληψη της «κρατικής οικονομίας» η οποία είχε διακριτά όρια, ταυτόσημα με τα σύνορα του κράτους. Η οικονομική διεθνοποίηση της κατανάλωσης και της αγοράς εργασίας και η δραστική πτώση στο κόστος των διεθνών μεταφορών είναι μερικοί από τους παράγοντες που διαμόρφωσαν ένα νέο καθεστώς, όπου ανάπτυξη και απο-ανάπτυξη υφίστανται ταυτόχρονα μέσα σε ένα κράτος. Τα γκέτο ή οι παραγκουπόλεις δεν χαρακτηρίζουν πλέον μόνον τον πάλαι ποτέ «τρίτο κόσμο» αλλά υπάρχουν πια και σε χώρες που θεωρούμε ανεπτυγμένες. Το ίδιο ισχύει για τον κόσμο της τεχνολογίας και τη συναφή κουλτούρα του πλούτου. Τώρα, υπάρχουν όχι μόνο στις μητροπόλεις του μεταβιομηχανικού Βορρά αλλά και σε αυτές του Νότου, όπως π.χ. η Πόλη του Μεξικού ή το Πεκίνο. Αυτό δεν σημαίνει την περιθωριοποίηση του ρόλου του κράτους στην αναπτυξιακή διαδικασία, αλλά, αντίθετα, αναδεικνύει πιο σύνθετες καταστάσεις, που απαιτούν μεγαλύτερη γνώση, πιο προσεκτική προσέγγιση και σίγουρα πιο περίπλοκες στρατηγικές.

Η κρίση ανοίγει την πόρτα σε δύο διαφορετικά μοντέλα. Από τη μια πλευρά, είναι το μοντέλο του σύγχρονου, οικονομικά ανεπτυγμένου, έννομου και δίκαιου κράτους όπου επικρατεί η θεσμοθετημένη αξιοκρατία και ισοπολιτεία και όπου υπάρχει μια αρκετά μεγάλη μεσαία τάξη, η οποία και στηρίζει το δημοκρατικό πολίτευμα. Από την άλλη πλευρά, είναι το μοντέλο του σύγχρονου «αναπτυσσόμενου» κόσμου, στον οποίο επικρατούν διαφορετικοί κανόνες για την ελίτ των πλουσίων και για την πλειονότητα των πτωχών ή των νεόπτωχων. Τα δύο αυτά μοντέλα ή μεταφορικά «κόσμοι» (όπως τους έχει χαρακτηρίσει ο κοινωνιολόγος Manuel Castells) είναι τα μοντέλα του σύγχρονου «πρώτου κόσμου» και του αναδυομένου «τέταρτου κόσμου» της υπανάπτυξης ή μάλλον της συστημικής απο-ανάπτυξης. Ο όρος «τέταρτος κόσμος» χρησιμοποιείται από τον Castells ως διάδοχος όρος του παλαιότερου «τρίτου κόσμου», ο οποίος μεσολαβούσε μεταξύ του καπιταλιστικού «πρώτου κόσμου» και του πάλαι ποτέ «δεύτερου κόσμου» του ανατολικού μπλοκ στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.

Και τα δύο αυτά μοντέλα χαρακτηρίζουν πτυχές της σύγχρονης πραγματικότητας. Πού θα καταλήξει η Ελλάδα του 21ου αιώνα είναι ακόμη άδηλο, αλλά η πραγματικότητα πάντως αποτελεί σίγουρα συγκερασμό και των δύο αυτών μοντέλων. Η Ελλάδα, μια από τις 30 πλουσιότερες χώρες του κόσμου, ανήκει στον «πρώτο κόσμο». Ομως, με ένα και πλέον εκατομμύριο ανέργους είναι επίσης μια χώρα που βρίσκεται στο μεταίχμιο του «τέταρτου κόσμου».Το ζήτημα είναι ποιο μοντέλο θα επικρατήσει, ποιο θα αποτελέσει τη βάση της κοινωνίας, ποιο θα δώσει τους κανόνες της κοινωνικής ηθικής του αύριο.

Εάν πρόκειται να βρεθεί η Ελλάδα στον κόσμο της αξιοκρατίας και της ισοπολιτείας, είναι επιτακτική η ανάγκη να πεισθεί ο πολίτης ότι οι αρχές αυτές δεν είναι ευκαιριακές και αναλώσιμες, αλλά ότι εφαρμόζονται όταν είναι άβολο και επίπονο, όχι στους άλλους αλλά και στον ίδιο μας τον εαυτό. Το μεγάλο στοίχημα των επόμενων γενεών είναι κατά πόσον οι ελίτ της ελλαδικής κοινωνίας θα μπορέσουν να λειτουργήσουν προς την κατεύθυνση αυτής της λογικής και εάν θα μπορέσουν να συμπαρασύρουν και την πλειοψηφία του κόσμου.

Και φυσικά κανένας δεν πρέπει να ξεχάσει ότι η επιτυχής λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος απαιτεί μια άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, έτσι ώστε να επικρατούν οι φωνές του κέντρου και της μετριοπάθειας. Αντίθετα, μια διόγκωση της άνισης κατανομής του εισοδήματος μεταξύ των κοινωνικών τάξεων αποτελεί τον καλύτερο οιωνό για τη δημόσια επικράτηση και προάσπιση ακραίων θέσεων, οι οποίες δεν συμβαδίζουν με την πετυχημένη λειτουργία της δημοκρατίας. Ο «τέταρτος κόσμος» γεννάει δικτατορίες ή αυταρχικά καθεστώτα, ενώ ο «πρώτος κόσμος» είναι η βάση της δημοκρατίας. Αυτά τουλάχιστον ισχύουν έως τώρα. Στην Ελλάδα, βέβαια, η παραπάνω αρχή συχνά παρεξηγείται. Η μείωση κοινωνικών και οικονομικών προνομίων διαφόρων ομάδων δεν είναι ταυτόσημη με την άνιση κατανομή του εισοδήματος, αλλά μάλλον με το αντίθετο, με την άμβλυνση της κοινωνικής αδικίας μεταξύ των πολιτών. Αυτό δίνει ένα κίνητρο στα άτομα να λειτουργούν έμπρακτα ως πολίτες, και όχι ως φορείς συντεχνιακού κορπορατισμού.

* Αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ