ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Οι θησαυροί της Βαγδάτης βγαίνουν ξανά στο φως

ΜΟΥΣΕΙΑ. Την ώρα που στρατιώτες και εθελοντές παραμένoυν σε επιφυλακή έξω από το Μουσείο του Καΐρου, ένα άλλο μουσείο της Μέσης Ανατολής ετοιμάζεται να ανοίξει ξανά τις πύλες του για πρώτη φορά μετά το αιφνίδιο κλείσιμό του, στα τέλη του 2002.

Μολονότι επίσημα λειτουργεί από το 2009, το Εθνικό Μουσείο του Ιράκ, στη Βαγδάτη, παραμένει εκτός πρόσβασης για το ευρύ κοινό εδώ και σχεδόν μία δεκαετία. Τα τελευταία δύο χρόνια, τμήμα της πλούσιας αρχαιολογικής συλλογής, που περιλαμβάνει τεκμήρια ενός από τους αρχαιότερους πολιτισμούς στον κόσμο, είχαν την ευκαιρία να επισκεφθούν αποκλειστικά ομάδες διπλωματών και επισήμων.

Το κτίριο παρέμεινε κλειστό και κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου, με αποτέλεσμα μια ολόκληρη γενιά Ιρακινών να έχει μεγαλώσει αποκομμένη από την πολιτιστική της κληρονομιά. Σύμφωνα με την εφημερίδα The Art Newspaper, οι εργασίες αποκατάστασης των 26 αιθουσών συνεχίζονται πυρετωδώς με στόχο να είναι έτοιμες μέσα στον Μάρτιο - μόνο εφόσον το επιτρέπουν οι συνθήκες που επικρατούν στη χώρα.

Για τη λεηλασία των αρχαιοτήτων ευθύνεται εν πολλοίς η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, η οποία βύθισε τη χώρα στο χάος. Ωστόσο, οι εισβολείς του Μουσείου, που ευθύνονται για τη βίαιη απομάκρυνση περίπου 15 χιλιάδες αρχαίων αντικειμένων, δεν ήταν Αμερικανοί αλλά Ιρακινοί. Οι αρχαιοκάπηλοι απέκτησαν πρόσβαση στο κτίριο λίγους μήνες πριν από την πτώση του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν και συνέχισαν ανενόχλητοι τη δράση τους κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών. Ευτυχώς, πολλοί από τους κλεμμένους θησαυρούς είτε επιστράφηκαν οικειοθελώς είτε κατασχέθηκαν στο εξωτερικό. Ανάμεσά τους ένα ζευγάρι σκουλαρίκια από τη Νιμρούντ, που διασώθηκαν πριν από μία δημοπρασία των Christie's στη Νέα Υόρκη.

Το Ιράκ και οι Αίγυπτος δεν αποτελούν εξαιρέσεις. Σε περιόδους πολέμων και κοινωνικών αναταραχών, τα μουσεία είναι συχνά ανάμεσα στα πρώτα θύματα, άλλοτε από άγνοια και άλλοτε επειδή θεωρούνται κομμάτι μιας ιστορίας που πρέπει να διαγραφεί. Το 1994, οι Ταλιμπάν κατέστρεψαν το κτίριο του Μουσείου της Καμπούλ και αρκετές αρχαιότητες σώθηκαν μόνο επειδή οι υπάλληλοι φρόντισαν για τη μεταφορά τους στο εξωτερικό.

Οι αρχαιολόγοι υπενθυμίζουν ότι η καταστροφή θησαυρών του παρελθόντος είναι μη αναστρέψιμη, όμως ένα μουσείο μπορεί πάντα να αναγεννηθεί από τις στάχτες του. Λαμπρό παράδειγμα αποτελεί το Εθνικό Μουσείο του Λιβάνου στην πολύπαθη Βηρυτό: Καθώς βρισκόταν στο σημείο που χώριζε τις δύο μαχόμενες πλευρές κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, χρησιμοποιήθηκε για χρόνια ως στρατώνας και υπέστη σοβαρές ζημιές στο εξωτερικό και στο εσωτερικό του.

Οταν η ειρήνη αποκαταστάθηκε, οι υπάλληλοι επέστρεψαν για να βρουν το οικοδόμημα πλημμυρισμένο από τη βροχή, την πρόσοψη διάτρητη από σφαίρες και τους εσωτερικούς τοίχους καλυμμένους με συνθήματα. Σήμερα, αποτελεί ένα πλήρως ανακαινισμένο κομψοτέχνημα, που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα αρχαιολογικά μουσεία της Ευρώπης.

Έντυπη