ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μπορούμε να «αλλάξουμε»;

Του Βικτωρος Ρουδομετωφ*

Το σύνθημα («αλλάζουμε ή βουλιάζουμε») είναι γνωστό. Και η μέχρι τώρα απάντηση σίγουρα δεν γεμίζει κάποιον με ατέρμονη αισιοδοξία. Ωστόσο, αξίζει να αναλογιστούμε εάν το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που ξεκίνησε με έμβλημα το Μνημόνιο μπορεί να αλλάξει αυτό που λέγεται κατ' ευφημισμόν «νεοελληνική πραγματικότητα». Μέσα σε σχετικά λίγο χρόνο το Μνημόνιο και η πολιτική των «δομικών αλλαγών» έχουν πυροδοτήσει μια πολιτιστική κρίση.

Με τον όρο «πολιτιστική κρίση» εννοώ την κρίση που αφορά όλο το πλέγμα νοοτροπιών, έξεων, συνηθειών και πρακτικών τα οποία διαμόρφωσαν τη νεοελληνική κουλτούρα. Ο, τι, δηλαδή, κάνει τους Νεοέλληνες να θεωρούν περίπου αυτονόητα πράγματα όπως π. χ. το «φακελάκι», την «περαίωση», το «αυθαίρετο» ή το «γρηγορόσημο». Ολα αυτά βασίζονται σ' ένα πολιτιστικό κώδικα, και αυτόν που ισχύει στη νεότερη Ελλάδα τον γνωρίζουμε όλοι. Η πελατειακή οργάνωση, η διασύνδεση όλων των θεσμών με την κομματική εξουσία και το κρατικοδίαιτο σύστημα, με το οποίο το κράτος εγγυάται ή τουλάχιστον διασφαλίζει σίγουρα εισοδήματα σε μια πανσπερμία επαγγελματικών ομάδων, είναι γνωστά σε όλους.

Ουσιαστικά, είναι θεμιτό και λογικό στη νεοελληνική κοινωνία να αξιώνουμε την αξιοκρατία και την ισότητα εκτός από την περίπτωση που είμαστε οι ίδιοι υποψήφιοι. Σήμερα αυτές οι πρακτικές κινδυνεύουν με αποδόμηση. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι αυτό πρόκειται τελικά να συμβεί. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ίσως μια κοσμογονική αλλαγή στην ελληνική Ιστορία και η Ιστορία μάς διδάσκει ότι τέτοιες αλλαγές είναι εξαιρετικά σπάνιες. Ομως, αξίζει τον κόπο να αναλογιστούμε το τι μας χρειάζεται εάν πρόκειται να βιώσουμε την προοπτική ενός διαφορετικού «αύριο» (όχι κυριολεκτικά, αλλά σε 5-10 χρόνια). Για κάτι τέτοιο χρειαζόμαστε να εφαρμόσουμε στον δημόσιο βίο της χώρας έναν διαφορετικό πολιτιστικό κώδικα. Γιατί, άλλωστε, να πληρώνει κάποιος φόρους εάν ο διπλανός του κλέβει; Γιατί να πασχίζει για κάτι καλύτερο στην εργασία του εάν αυτός που προάγεται είναι αυτός με το «μέσο»;

Για να πάει σ' ένα διαφορετικό «αύριο» η Ελλάδα χρειάζεται έναν πολιτιστικό κώδικα που να δίνει ουσιαστικές και πειστικές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Μόνον έτσι μπορεί να πειστεί ο πολίτης ότι η επίκληση αξιών δεν είναι παρά ένα ευκαιριακό κόλπο το οποίο στόχο έχει την εκμαίευση της υποταγής του. Αυτό είναι ένα εξαιρετικά αμφιλεγόμενο εγχείρημα για την Ελλάδα του 21ου αιώνα.

Σε τελική ανάλυση, κοινωνίες που κάνουν τέτοιες κατακλυσμιαίες αλλαγές στην ιστορική τους διαδρομή (όπως π. χ. η μετά το 1868 Ιαπωνία) έχουν συνήθως μια κοινωνική ομάδα, ελίτ ή τάξη η οποία ενεργεί και ως ομάδα-φορέας του «μεταρρυθμιστικού» κινήματος. Και αυτή η ιστορική παρατήρηση είναι που με κάνει να ατενίζω το αύριο με επιφύλαξη. Οντως υπάρχουν μερικά ιστορικά παραδείγματα όπου τέτοιες μεταρρυθμίσεις έχουν επιβληθεί από δυνάμεις έξω από τη χώρα. Η αλλαγή των πολιτικών και κοινωνικών δεδομένων στη μεταπολεμική Γερμανία και Ιαπωνία είναι ίσως τα πλέον γνωστά ιστορικά παραδείγματα. Αλλά αυτά τα παραδείγματα μάλλον δεν έχουν σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα.

Συνήθως, οι κοινωνίες που επιτυγχάνουν να «αλλάξουν» το κάνουν αυτό με δυνάμεις που βγαίνουν από τα δικά τους σπλάχνα. Δεν το κάνουν, δηλαδή, μέσω της άνωθεν επιβολής ενός μεταρρυθμιστικού προγράμματος «από έξω» από τη χώρα, αλλά μέσω ενός φορέα που λειτουργεί «μέσα» στην ντόπια κοινωνία. Η εντύπωσή μου είναι, τουλάχιστον και για την πλειοψηφία των πολιτών της χώρας, ότι το Μνημόνιο και το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα έχουν παρουσιαστεί ως κάτι το οποίο μας ζητούν να το κάνουμε αυτοί που είναι «έξω» από την ελληνική κοινωνία, οι δανειστές της Ελλάδας. Και αυτό θέτει το ερώτημα: Υπάρχει άραγε μια τέτοια μεταρρυθμιστική ομάδα-φορέας στην ελληνική κοινωνία σήμερα;

* Ο κ. Βίκτωρ Ρουδομέτωφ είναι αν. καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ