ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Πάτρικ Λη Φέρμορ, «Ελληνας» από επιλογή, πολίτης του κόσμου

Του Σπυρου Γιανναρα

Λίγοι άνθρωποι αξιώνονται να μνημονεύονται ως θρύλοι πριν από τον θάνατό τους. Λίγοι έχουν την ευτυχία να ζήσουν έναν πολυκύμαντο και δημιουργικό βίο σαν του Πάτρικ Λη Φέρμορ. Ο αυτοδίδακτος λόγιος στρατιωτικός, που από ήρωας πολέμου μεταμορφώθηκε σε μεγάλη προσωπικότητα των γραμμάτων, τίμησε με το έργο του τη γενέτειρά του, αλλά και τον επίλεκτο τόπο της καρδιάς του, την Ελλάδα. Ο μεγαλύτερος συγγραφέας ταξιδιωτικής λογοτεχνίας της εποχής μας, σύμφωνα με Βρετανούς ομοτέχνους του, όπως ο Ουίλιαμ Νταλρίμπλ, έγραψε βιβλία για τη «Μάνη» (1958) και τη «Ρούμελη» (1966) σε μια θαυμάσια πρόζα που ενέπνευσε μεγάλους συγγραφείς του είδους, όπως ο διακεκριμένος μαθητής του, Μπρους Τσάτουιν. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο Φέρμορ ήταν εκείνος που σκόρπισε τις στάχτες του Τσάτουιν σ' ένα βυζαντινό παρεκκλήσι κοντά στο σπίτι του στην Καρδαμύλη.

Ο σερ Πάτρικ (Paddy) Λη Φέρμορ, «κυρ Μιχάλης» για τους Μανιάτες φίλους του, που διατήρησαν το πολεμικό του ψευδώνυμο από τον καιρό της αντίστασης στην Κρήτη, ήταν γόνος του διακεκριμένου γεωλόγου σερ Λούις Λη Φέρμορ και της Μιούριελ Αϊλίν. Στα δεκαοχτώ του χρόνια, σχεδόν ακόμα μαθητούδι, αποφασίζει να κάνει τον γύρο της Ευρώπης, από το Χουκ της Ολλανδίας μέχρι την Κωνσταντινούπολη, πεζή. Μοναδικό του εφόδιο η περίφημη ανθολογία αγγλικής ποίησης «The Oxford Book of English Verse» και ένας τόμος με ωδές του Οράτιου. «Σκεφτόμουν να κρατήσω ένα ημερολόγιο, το οποίο θα έφτιαχνα κάποτε βιβλίο. Κι αυτό ακριβώς και έκανα», αναφέρει στον Νταλρίμπλ.

Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, ο νεαρός Πάτρικ κερδίζει τα χρειώδη κάνοντας χειρωνακτικές εργασίες ή σχεδιάζοντας πορτρέτα περαστικών. Κοιμάται σε αχυρώνες και στάνες, σε αριστοκρατικές οικίες και μοναστήρια. Στις ώρες της μοναξιάς του απαγγέλλει από μνήμης μεγάλα αποσπάσματα από τον Σαίξπηρ, τον Κιτς και τον Τένισον. Διασχίζει τη Γερμανία και την Αυστρία, τη σημερινή Τσεχία, τη Σλοβακία, την Ουγγαρία και τη Βουλγαρία. Φτάνει στην Κωνσταντινούπολη την Πρωτοχρονιά του 1935 κι από εκεί περνάει στην Ελλάδα. Το ταξίδι διήρκεσε πολλούς μήνες. Η τριλογία του ταξιδιού χρειάστηκε μια ζωή για να γραφτεί και μοιάζει να έμεινε ημιτελής. Ο πρώτος τόμος «Η εποχή της δωρεάς», που θεωρείται το αριστούργημά του, κυκλοφόρησε το 1977. Ο δεύτερος, «Ανάμεσα στα δάση και στα νερά», δέκα χρόνια αργότερα. Τα τελευταία χρόνια εργαζόταν πάνω στον τρίτο και τελευταίο τόμο.

Με το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου επιστρέφει στην Αγγλία και κατατάσσεται στην Ιρλανδική Φρουρά, αλλά καθώς γνωρίζει πλέον τον ελλαδικό χώρο, μετατίθεται ως σύνδεσμος του Σώματος Ειδικών Επιχειρήσεων (SOE) στην Αλβανία. Ζει δύο χρόνια στα βουνά της Κρήτης μεταμφιεσμένος σε βοσκό. Το 1944 οργανώνει την επιτυχημένη απαγωγή του Γερμανού διοικητή της Κρήτης, στρατηγού Χάινριχ Κράιπε.

Στενός φίλος του Κατσίμπαλη και του Χατζηκυριάκου - Γκίκα, έτρεφε απεριόριστη αγάπη για την Ελλάδα και τα ελληνικά, τα οποία μιλούσε απταίστως. Εφτασε δε, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία του με τον Σεφέρη, να υποστηρίξει τους αγώνες των Ελλήνων στην Κύπρο, ερχόμενος σε ρήξη με συμπατριώτες του, όπως ο φίλος του Λόρενς Ντάρελ.

Το λιθόχτιστο σπίτι που έχτισε με τα χέρια του στην Καρδαμύλη, παραχωρήθηκε στο Μουσείο Μπενάκη. «Ηταν δική του επιθυμία, το σπίτι να χρησιμοποιηθεί για τη φιλοξενία ποιητών και πεζογράφων που επισκέπτονται την Ελλάδα για να εργαστούν μερικούς μήνες» ανέφερε ο διευθυντής του Μουσείου Αγγελος Δεληβορριάς.

Με τους Κρητικούς ήταν «Φίλοι για πάντα»

Είχα τη μεγάλη τιμή να γνωρίσω τον Πάτρικ Λη Φέρμορ, τον Μάρτιο του 2009, σε συνάντηση παλαίμαχων Ελλήνων και Βρετανών κομάντο στην κατοικία του Βρετανού πρέσβη Ντέιβιντ Λάντσμαν, 65 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Με ένα σύντομο κείμενο, με βροντερή φωνή και την αυτοπεποίθηση του γεννημένου ηγέτη, ο Λη Φέρμορ μοιράστηκε με την παρέα μερικές γνωστές και άγνωστες αναμνήσεις από τη ζωή του.

«Οταν άρχισε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος εγώ περιπλανιόμουν στη Ρουμανία... Κάποιος τραγουδούσε ένα τραγούδι, νομίζω λεγόταν «Τρέχα κουνελάκι, τρέχα». Δεν τραγουδούσε πολύ καλά», ξεκίνησε ο 94χρονος τότε Λη Φέρμορ. Κρατούσε μια κόλλα χαρτί κοντά στο πρόσωπο του. «Εχω ένα πρόβλημα με τα μάτια μου και πιθανώς να τα κάνω μούσκεμα», είπε με χαμόγελο. Περιέγραψε τη στρατολόγησή του, ως ανθυπολοχαγός πληροφοριών, στην Κρήτη και την εκπαίδευση στη σχολή ανορθόδοξου πολέμου έξω από τη Χάιφα. «Οι εκπαιδευόμενοι ήταν όλοι Κρητικοί. Γνώριζαν τα όπλα πολύ καλύτερα απ' ό, τι εγώ», είπε. Δεν αναφέρθηκε στον αρχηγικό ρόλο που έπαιξε στην απαγωγή του στρατηγού Χάινριχ Κράιπε, το 1944. Αλλά για τους Κρητικούς συμπολεμιστές του -για τους οποίους ήταν γνωστός ως «Μιχάλης» ή «Φιλεντέμ» - θυμήθηκε: «Στο τέλος είμαστε όλοι μέλη μιας μεγάλης οικογένειας. Μιας ζωηρής, κωμικής και ατρόμητης οικογένειας. Φίλοι για πάντα».

Αναφερόμενος στη συμμετοχή του Ιερού Λόχου των Ελλήνων στην κατάληψη του Ρίμινι, ο Λη Φέρμορ δήλωσε: «Αυτό που είχε τραγουδήσει η Σοφία Βέμπο, έγινε πραγματικότητα, εκατό χιλιόμετρα από τη Ρώμη». Με σηκωμένη γροθιά άρχισε να τραγουδάει: «Δεν έχει διόλου μπέσα / κι όταν θα μπούμε μέσα / ακόμη και στη Ρώμη γαλανόλευκη / θα υψώσουμε σημαία ελληνική». Τελειώνοντας, φώναξε: «Αυτές ήταν αξέχαστες εποχές, όπως η σημερινή μέρα. Είθε το πνεύμα τους να ζει για πάντα! Αντε να τραγουδήσουμε πάλι!». Και άρχισε πάλι.

Έντυπη