ΚΟΣΜΟΣ

Η ίδρυση του ΟΗΕ το 1945

Της Εμμανουέλας Δούση*

Πριν ακόμα τελειώσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι συμμαχικές δυνάμεις που μάχονταν κατά του Αξονα αποφάσισαν να ιδρύσουν έναν νέο διεθνή οργανισμό. Η απογοητευτική εμπειρία της Κοινωνίας των Εθνών και η οδυνηρή δοκιμασία του πολέμου όχι μόνο δεν αποθάρρυναν, αλλά ενέτειναν την προσπάθεια πολιτικής οργάνωσης της διεθνούς κοινωνίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Η φυσιογνωμία του νέου οργανισμού υπήρξε προϊόν πολυάριθμων διαβουλεύσεων, με πρωταγωνιστές τον Αμερικανό πρόεδρο Φραγκλίνο Ρούσβελτ, τον Βρετανό πρωθυπουργό Ουίνστον Τσώρτσιλ και τον Σοβιετικό ηγέτη Ιωσήφ Στάλιν.

Οι μεγάλες δυνάμεις καθορίζουν τις αρχές του νέου οργανισμού

Από τα πρώτα χρόνια του πολέμου, οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία δεσμεύτηκαν να προωθήσουν τη δημιουργία ενός ευρύτερου και μόνιμου συστήματος γενικής ασφαλείας (Χάρτης του Ατλαντικού, 1941). Σύμφωνα με τον Τσώρτσιλ, ο στόχος αυτός μπορούσε να επιτευχθεί μέσα από την ίδρυση ενός αποτελεσματικού διεθνούς οργανισμού. Οι Βρετανοί ήθελαν στην πραγματικότητα να εξασφαλίσουν ότι, μετά τον πόλεμο, οι Αμερικανοί δεν θα επέστρεφαν στον απομονωτισμό του μεσοπολέμου και ότι δεν θα βρίσκονταν μόνοι έναντι της ολοένα πιο επεκτατικής Σοβιετικής Ενωσης και της Γερμανίας που θα ανακτούσε τη δύναμή της. Κύρια επιδίωξή τους ήταν να διατηρήσουν τη στενή συνεργασία που ανέπτυξαν κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους Αμερικανούς και να αναπτύξουν φιλικές σχέσεις με τη Σοβιετική Ενωση. Σε ό,τι αφορά τη δομή του μελλοντικού οργανισμού, οι Βρετανοί φαίνονταν διατεθειμένοι να συνταχθούν με τις αμερικανικές θέσεις, προκειμένου να διευκολύνουν τον Λευκό Οίκο στις προσπάθειές του να κερδίσει τη στήριξη της κοινής γνώμης και του Κογκρέσου.

Η είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο, στα τέλη του 1941, συνέβαλε στην περαιτέρω σύσφιγξη των σχέσεων μεταξύ των συμμαχικών δυνάμεων. Παράλληλα, οι Αμερικανοί άρχισαν να μελετούν πιο συστηματικά την ιδέα για την ίδρυση νέου οργανισμού. Θα έπρεπε, ωστόσο, να πεισθούν και οι Σοβιετικοί, οι οποίοι δεν είχαν τις καλύτερες αναμνήσεις από την Κοινωνία των Εθνών. Η Σοβιετική Ενωση ήταν η μόνη χώρα που αποβλήθηκε από την Κοινωνία των Εθνών, λόγω της εισβολής στη Φινλανδία το 1939. Ανεξάρτητα από αυτό το γεγονός, διάχυτη ήταν η επιφυλακτικότητα του Στάλιν απέναντι σε κάθε οργανισμό όπου η Σοβιετική Ενωση θα βρισκόταν απομονωμένη απέναντι σε μια πληθώρα «αστικών» κρατών. Εντούτοις, η συμμετοχή σε έναν νέο οργανισμό θα μπορούσε να αποτελέσει το μέσο για την ισχυροποίηση του ρόλου της Σοβιετικής Ενωσης ως μεγάλης δύναμης και να προσφέρει ένα χρήσιμο βήμα για την προώθηση της πολιτικής της. Υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι θα έπρεπε να αποκλειστεί κάθε ανάμειξη του οργανισμού στις σοβιετικές υποθέσεις και να εξασφαλιστεί η δυνατότητα απόρριψης των αποφάσεων που δεν θα είχαν την έγκρισή της.

Η συμμαχία μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων θα αποτελούσε τον πυρήνα του συστήματος συλλογικής ασφαλείας, όπως το είχαν αρχικά εμπνευστεί οι Βρετανοί. Ωστόσο, η οργανωμένη συνεργασία δεν μπορούσε να περιοριστεί μόνο σε αυτές τις χώρες. Η διεθνής οργάνωση έπρεπε να επεκταθεί σε όλα τα κράτη της Γης. Η συμμετοχή στην Κοινωνία των Εθνών έδωσε σε μικρότερα κράτη δυνατότητες επιρροής στις διεθνείς σχέσεις, τις οποίες εύλογα δεν θα ήθελαν να απολέσουν. Πράγματι, η Κοινωνία των Εθνών προσέδωσε στην οργανωμένη διεθνή συνεργασία μιαν άλλη υπόσταση, αντικαθιστώντας τη μυστική διπλωματία με τη δημόσια, πολυμερή διπλωματία. Το στοιχείο αυτό έπρεπε οπωσδήποτε να διατηρηθεί, προκειμένου να εξασφαλιστεί η σταθερότητα του διεθνούς συστήματος.

Η διάσκεψη του Κεμπέκ

Η απόφαση για τη σύσταση νέου οργανισμού ελήφθη από τις μεγάλες δυνάμεις στη διάσκεψη του Κεμπέκ, τον Αύγουστο του 1943, και επικυρώθηκε λίγους μήνες αργότερα με τη δήλωση της Μόσχας, την οποία υπέγραψαν οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία, η Σοβιετική Ενωση και η Κίνα.

Τον Αύγουστο του 1944, αντιπρόσωποι από τις παραπάνω χώρες συγκεντρώθηκαν στο Νταμπάρτον Οουκς της Ουάσιγκτον, και κατάρτισαν ένα σχέδιο με τις κύριες πτυχές τού υπό ίδρυση οργανισμού. Η οργανωτική δομή θα βασιζόταν στο πρότυπο της Κοινωνίας των Εθνών, με σημαντικές αλλαγές στις αρμοδιότητες και στον τρόπο λειτουργίας των οργάνων, για να αποφευχθούν οι αδυναμίες του προηγούμενου σχήματος. Η Γενική Συνέλευση θα συγκέντρωνε όλα τα κράτη-μέλη με μία ψήφο το καθένα, στη βάση της αρχής της κυρίαρχης ισότητας. Το κυριότερο όργανο θα ήταν το Συμβούλιο Ασφαλείας, ένα ολιγομελές όργανο, στο οποίο θα μετείχαν οπωσδήποτε οι μεγάλες δυνάμεις. Θα ήταν το μόνο αρμόδιο όργανο για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, και θα είχε εκτεταμένες πολιτικές αρμοδιότητες και πραγματική εξουσία. Ετσι, ενώ η Κοινωνία των Εθνών θεμελιωνόταν στην ιδέα του δικαίου, ο νέος οργανισμός θα επικεντρωνόταν στη διατήρηση της ασφάλειας, καθιστώντας παράνομη τη χρήση βίας.

Η διάσκεψη στη Γιάλτα, τον Φεβρουάριο του 1945, έδωσε την ευκαιρία στον Ρούσβελτ, τον Τσώρτσιλ και τον Στάλιν να αποφασίσουν για ορισμένα ζητήματα, που δεν επιλύθηκαν στο Νταμπάρτον Οουκς. Το πιο κρίσιμο ήταν εκείνο που αφορούσε τον τρόπο ψηφοφορίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Οι τρεις ηγέτες συμφώνησαν να αναγνωριστεί δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) στις μεγάλες δυνάμεις για όλες τις αποφάσεις, εκτός από εκείνες που αφορούν σε διαδικαστικά θέματα. Στη Γιάλτα, οι τρεις δυνάμεις αποφάσισαν να συγκαλέσουν διάσκεψη, στις 25 Απριλίου του ίδιου έτους, στο Σαν Φρανσίσκο των ΗΠΑ, για την επεξεργασία του τελικού κειμένου του Χάρτη του νέου οργανισμού στη βάση των προτάσεων του Νταμπάρτον Οουκς.

Στη διάσκεψη συμμετείχαν αντιπροσωπείες πενήντα κρατών, άνισα κατανεμημένες από γεωγραφικής απόψεως. Η αμερικανική ήπειρος εκπροσωπείτο στο σύνολό της, από είκοσι δύο κράτη. Η Ευρώπη, λόγω του πολέμου που δεν είχε ακόμη τερματιστεί, εκπροσωπείτο από δεκατρία κράτη. Απουσίαζαν οι δυνάμεις του Αξονα και οι δορυφόροι τους, καθώς και οι ουδέτερες χώρες. Η πολωνική κυβέρνηση, επειδή καθυστέρησε να κοινοποιήσει τη σύνθεσή της, δεν έλαβε μέρος στη διάσκεψη, αλλά υπέγραψε τον Χάρτη και, έτσι, θεωρήθηκε το πεντηκοστό πρώτο ιδρυτικό μέλος των Ηνωμένων Εθνών. Επίσης, συμμετείχαν εννέα ασιατικές χώρες και δύο χώρες από την Ωκεανία. Από την αφρικανική ήπειρο, η οποία στο μεγαλύτερο μέρος της τελούσε υπό αποικιακό καθεστώς, συμμετείχαν μόνο οι τέσσερις ανεξάρτητες χώρες.

Σκληρές διαπραγματεύσεις

Ο ξαφνικός θάνατος του Ρούσβελτ, λίγες ημέρες πριν ξεκινήσει η διάσκεψη, δεν διέλυσε την ατμόσφαιρα αισιοδοξίας: η νίκη των συμμαχικών δυνάμεων στην Ευρώπη ήταν βέβαιη και απέμενε να εξουδετερωθεί η Ιαπωνία. Εντονο, όμως, ήταν το κλίμα καχυποψίας μεταξύ των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ενωσης, πρώιμη εκδήλωση του Ψυχρού Πολέμου.

Πρωταρχικό μέλημα της διάσκεψης ήταν να συζητήσει τις προτάσεις του Νταμπάρτον Οουκς και να επιδιώξει τη διαμόρφωση κοινώς αποδεκτών θέσεων για τα ζητήματα που δεν είχαν επιλυθεί κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο. Οι διαπραγματεύσεις διήρκεσαν δύο μήνες, ήταν δε έντονες και εξαντλητικές. Αρκετά θέματα συζητήθηκαν και πολλές νέες διατάξεις προστέθηκαν στο Σαν Φρανσίσκο, όπως π.χ. εκείνες που αφορούν στα εδάφη υπό κηδεμονία, στο δικαίωμα νόμιμης άμυνας, στις οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες, στην υπεροχή του Χάρτη έναντι άλλων διεθνών συμφωνιών. Παρά ταύτα, οι επίμονες προσπάθειες ορισμένων χωρών να τροποποιήσουν κατ' ουσίαν τις προτάσεις του Νταμπάρτον Οουκς και τις ειλημμένες αποφάσεις των μεγάλων δυνάμεων, δεν ευοδώθηκαν. Η Γαλλία, που δεν συμμετείχε στο προπαρασκευαστικό στάδιο, απέφυγε να εκφέρει αντιρρήσεις έναντι του αρχικού σχεδίου, αφού εξασφάλισε μια θέση ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις. Εν τέλει, οι μεγάλες δυνάμεις επέβαλαν την προνομιακή τους θέση στο σύστημα χωρίς να υπάρξει καμία τροποποίηση.

Το οριστικό κείμενο του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών υιοθετήθηκε με ομοφωνία στις 25 Ιουνίου και υπογράφτηκε την επόμενη μέρα, παρουσία του νέου Αμερικανού προέδρου Χάρι Τρούμαν. Τέθηκε σε ισχύ στις 24 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών, ένας αληθινά παγκόσμιος οργανισμός, είχε μόλις γεννηθεί. Ενας οργανισμός με κύρια αποστολή να περιφρουρεί τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, όπου τον πρώτο λόγο θα είχαν οι μεγάλες δυνάμεις.

Οι σκοποί του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών

Στο άρθρο 1 του Χάρτη του ΟΗΕ τονίζεται ότι τα Ηνωμένα Εθνη έχουν σκοπό:

1. Να διατηρούν τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια και για να επιτευχθεί αυτό: να λαμβάνουν αποτελεσματικά συλλογικά μέτρα για να προλαμβάνουν και να απομακρύνουν τις απειλές στην ειρήνη και για να καταστέλλουν κάθε επιθετική ενέργεια ή άλλης μορφής παραβίαση της ειρήνης, και να επιτυγχάνουν, με ειρηνικά μέσα και σύμφωνα με τις αρχές της δικαιοσύνης και του διεθνούς δικαίου, διευθέτηση ή διακανονισμό διεθνών διαφορών ή καταστάσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διατάραξη της ειρήνης.

2. Να αναπτύσσουν μεταξύ των εθνών φιλικές σχέσεις, που θα βασίζονται στον σεβασμό της αρχής των ίσων δικαιωμάτων και της αυτοδιάθεσης των λαών, και να υιοθετούν άλλα μέτρα κατάλληλα για την ενίσχυση της παγκόσμιας ειρήνης.

3. Να επιτυγχάνουν διεθνή συνεργασία για την επίλυση διεθνών προβλημάτων οικονομικής, κοινωνικής, πολιτιστικής και ανθρωπιστικής φύσεως, και για την ανάπτυξη και ενθάρρυνση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών για όλους, χωρίς διάκριση φυλής, φύλου, γλώσσας ή θρησκείας.

4. Να αποτελούν ένα κέντρο που θα εναρμονίζει τις ενέργειες των εθνών για την επίτευξη αυτών των κοινών σκοπών.

Οι αρχές των Ηνωμένων Εθνών

Στο προοίμιο του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών τονίζεται:

Εμείς οι λαοί των Ηνωμένων Εθνών, είμαστε αποφασισμένοι:

- Να σώσουμε τις επερχόμενες γενεές από τη μάστιγα του πολέμου, που δύο φορές στα χρόνια μας έφερε στην ανθρωπότητα ανείπωτη/απερίγραπτη οδύνη.

- Να διακηρύξουμε εκ νέου την πίστη μας στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, στην αξιοπρέπεια και στην αξία του ανθρώπου, στα ίσα δικαιώματα ανδρών και γυναικών, καθώς και μεγάλων και μικρών εθνών.

- Να δημιουργήσουμε τις αναγκαίες προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να υπάρξει δικαιοσύνη και σεβασμός προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από συνθήκες και από άλλες πηγές του διεθνούς δικαίου.

- Να συμβάλουμε στην κοινωνική πρόοδο και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου μέσα σε μεγαλύτερη ελευθερία.

Και γι' αυτούς τους σκοπούς:

- Να δείχνουμε ανεκτικότητα και να ζούμε ειρηνικά ο ένας με τον άλλον σε ένα πνεύμα καλής γειτονίας.

- Να ενώνουμε τις δυνάμεις μας για να διατηρήσουμε τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια.

- Να αποδεχθούμε αρχές και να καθιερώσουμε μεθόδους που θα εξασφαλίζουν ότι δεν θα χρησιμοποιείται ένοπλη βία παρά μόνο για το κοινό συμφέρον.

- Να προσφεύγουμε στους διεθνείς θεσμούς για να συμβάλλουμε στην οικονομική και κοινωνική πρόοδο όλων των λαών.

* Η κ. Εμμανουέλα Δούση είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ