ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Η έλευση του «non fiction novel» στην Ελλάδα

Του Δημητρη Κωστοπουλου

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ. Το 1965 ο Τρούμαν Καπότε με το «Εν ψυχρώ», μυθιστορηματική αφήγηση μιας πραγματικής ιστορίας -της άγριας δολοφονίας μιας τετραμελούς οικογένειας στο Κάνσας από δύο νεαρούς- θεμελίωσε ένα νέο λογοτεχνικό είδος, το «non fiction novel», σύμφωνα και με τον ορισμό του ιδίου, που απέκλειε μάλιστα την αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι έχει προηγηθεί το «Operacion Masacre» του Αργεντινού δημοσιογράφου και συγγραφέα Rodolpho Walsh το 1957.

Θα ακολουθήσουν οι «Αγγελοι της Κολάσεως», μια σάγκα για τις συμμορίες μοτοσικλετιστών από τον Χάντερ Τόμσον το 1966, το «Electric Kool-Aid Acid Test», μια περιήγηση στον εφιαλτικό κόσμο των ψυχεδελικών του θεμελιωτή της «Νέας Δημοσιογραφίας» Τομ Γουλφ, αλλά και το βραβευμένο με το βραβείο Πούλιτζερ «Οι στρατιές της Νύχτας» του Νόρμαν Μέιλερ το 1968, τα οποία θα καθιερώσουν αυτό το νέο λογοτεχνικό υβρίδιο, το non fiction novel. Μια αφήγηση πραγματικών γεγονότων και ανθρώπων με την τεχνική και το δραματικό ύφος του μυθιστορήματος, ένα είδος «δημοσιογραφικής λογοτεχνίας».

Η πρωτιά

Το 1966 με το «Z» ο Βασίλης Βασιλικός ουσιαστικά θεμελιώνει την ελληνική εκδοχή αυτής της νέας λογοτεχνικής πραγματικότητας, αν και έχουν καταγραφεί μεμονωμένες ανάλογες προσπάθειες. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τον M. Καραγάτση, ο οποίος το 1952 δημοσιεύει σε συνέχειες στην εφημερίδα «Βραδυνή» το «Οι λησταί στα πρόθυρα των Αθηνών» με θέμα τη «Σφαγή στο Δήλεσι». Το σύντομο αυτό πρωτόλειο non fiction novel θα εκδοθεί ενιαίο για πρώτη φορά το 1999. Ισως και ο Αγγελος Τερζάκης με την «Εποποιία 1940-41».

Την ευθεία σχέση του «Z» με το non fiction novel καταθέτει ο ίδιος ο Βασιλικός: «Στηρίχθηκα πάνω στο πλούσιο προανακριτικό υλικό, στα ρεπορτάζ των εφημερίδων, αλλά δεν μπορούσα να γράψω το βιβλίο. Εκείνη την εποχή κυκλοφόρησε το «Εν Ψυχρώ» του Καπότε. Το ρούφηξα στα Αγγλικά, μου άνοιξε νέους αφηγηματικούς δρόμους» («E» 23-6-2007). Βέβαια στο «Z» οι προφανείς πρωταγωνιστές της δολοφονίας Λαμπράκη κυκλοφορούν με κραυγαλέα ψευδώνυμα δεινοσαύρων, αν και η αρχική εκδοχή καταγράφει τα πραγματικά ονόματα, αλλά («με αυτά πήγαινα κατευθεία στην φυλακή») η εποχή δεν επέτρεπε τέτοιες πολυτέλειες.

Ομως, όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, η καθαρόαιμη ελληνική εκδοχή του non fiction novel δεν κατάφερε μέχρι σήμερα να αποδεσμευτεί από το βάρος-άγος των ονομάτων. Πάντως εσχάτως, ίσως ως απάντηση στην επισήμανση της Ελισάβετ Κοτζιά («K» 21-12-2008) για την εσωστρέφεια και αυτοαναφορικότητα της ελληνικής πεζογραφίας, καταγράφεται μια αξιοσημείωτη παρουσία γραφών τόσο και κυρίως της αστυνομικής λογοτεχνίας, όσον και αυτού που θα περιγράφαμε ως ελληνικό non fiction novel.

Τον χορό ανοίγει με τα πολυσυζητημένα «Αμίλητα, βαθιά νερά» η Ρέα Γαλανάκη το 1995. Μυθιστορηματικό χρονικό το ονομάζει η ίδια. H πολύκροτη απαγωγή της Τασούλας, κόρης του βουλευτή των Φιλελευθέρων Πετρακογιώργη από τον Κώστα Κεφαλογιάννη, αδερφό του βουλευτή του Λαϊκού Κόμματος Μανώλη Κεφαλογιάννη, η οποία αναστάτωσε όχι μόνο την Κρήτη αλλά ολόκληρη την Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίες του '50. Αν και έχουν προηγηθεί ψευδώνυμες μυθιστορηματικές αναφορές γραφών σε τηλεοπτικούς αστέρες, υπουργούς και πραγματικές ζωές, το βιβλίο θα ταράξει τον κλειστό κόσμο της ελληνικής λογοτεχνίας. Με προεξάρχουσα τη διαμαρτυρία της ζώσας κεντρικής ηρωίδας του μυθιστορήματος, θα αναζωπυρωθεί ο παραδοσιακός δημόσιος διάλογος σχετικά με την ελευθερία της τέχνης, εντοπιζόμενος αυτήν τη φορά στο δικαίωμα της μυθιστορηματικής γραφής να καταγράφει τα πράγματα με το όνομά τους.

Το επόμενο έτος, ο Γιάννης Ράγκος καταθέτει ίσως την πιο αυθεντική εκδοχή non fiction novel με το «Μυρίζει αίμα». Μια ελληνική εκδοχή του «Εν Ψυχρώ» τόσον ως ύφος γραφής όσον και θεματικά, καθώς η υπόθεση των Γερμανών ληστών Ντουφτ και Μπασενάουερ, οι οποίοι σε 40 ημέρες θα εκτελέσουν εν ψυχρώ 6 άτομα την άνοιξη του 1969, συνιστά όπως και η σφαγή στο Κάνσας, ιστορική αναφορά μετάβασης σε μια νέα εποχή. Με το «In cool blood» να είναι προσδιορισμός - σύμβολο μιας νέας ηθικής στην οποία κυριαρχεί η απόλυτη βία ως δράση και που φυσικά δεν χρειάζεται αιτιολογήσεις, όπως σημαίνει ο Wolfgang Sofsky στη δική του «Πραγματεία περί της βίας». Πάντως, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα των ενστάσεων για τα «αμίλητα βαθιά νερά», ίσως να οδήγησε τον συγγραφέα σε ωριμότερες σκέψεις μικρής παράφρασης των ονομάτων των θυμάτων των ληστών.

Σχεδόν ταυτόχρονα κυκλοφορεί η νουβέλα του Σάκη Σερέφα «Θα γίνω ντιζέζ». Τον χειμώνα του 1950 στο ξενοδοχείο «Σέρραι» ο Λ. M. δολοφόνησε την αρραβωνιαστικιά του, που τον είχε εγκαταλείψει για να δουλέψει ως τραγουδίστρια. O συγγραφέας συναντά μυθιστορηματικά -καθώς βεβαιώνει ότι δεν τους συνάντησε ποτέ- τους μάρτυρες και τον δράστη και καταγράφει τη μαρτυρία τους. Ταυτόχρονα όμως δανείζεται το ειδησεογραφικό ρεπορτάζ κυρίως της εφημερίδας «Μακεδονία» για την ακριβή απόδοση των γεγονότων. Χαρακτηριστικός παραμένει, όπως και στο βιβλίο της Γαλανάκη, ο συνεχής διάλογος του συγγραφέα με τον αναγνώστη.

Η σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή -αφορμή για το μικρό αυτό σημείωμα- θα καταθέσει ακόμα δύο τίτλους, συνεισφορά στην ελληνική εκδοχή του είδους. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι ακολουθούν και τα δύο την τεχνική αφήγησης του Σερέφα, καθώς μέσα από συνεντεύξεις μυθιστορηματικών πρωταγωνιστών αποδίδονται τόσον τα πραγματικά γεγονότα, όσον και ο κοινωνικοπολιτικός περίγυρος της εποχής. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια επιλογή είχε κάνει και ο θεωρούμενος από πολλούς ως πρόδρομος του είδους John Hersey, από το 1946 με το «Χιροσίμα» του, δανειζόμενος τις αφηγήσεις έξι επιζώντων.

Ο Λάκης Δόλγερας με το «Μια σκοτεινή υπόθεση», αν και προσθέτει κατά τα ειωθότα που θωρακίζουν τη λογοτεχνία δικαστικά, ότι «όλα τα πρόσωπα είναι φανταστικά», ασχολείται με μια πραγματική δικαστική υπόθεση, η οποία πέρασε από το Κακουργοδικείο Χαλκίδας. Μια γυναίκα, μητέρα τριών παιδιών, η οποία εκδιδόταν μυστικά, βρέθηκε από τον σύζυγο της νεκρή στο μπάνιο. O σύζυγος κατηγορήθηκε ως δράστης και καταδικάστηκε σε ισόβια. H δευτεροβάθμια δίκη στο Εφετείο είναι ο βασικός καμβάς εξέλιξης της μυθοπλασίας.

Τέλος, ο Θωμάς Κοροβίνης με το «O γύρος του θανάτου» επαναφέρει στο προσκήνιο την υπόθεση του «Δράκου του Σέιχ Σου» που συντάραξε την Ελλάδα τη δεκαετία του '60 και οδήγησε στη σύλληψη και εκτέλεση του Αριστείδη Παγκρατίδη. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι μέχρι και την τελευταία στιγμή, ο τελευταίος αρνιόταν την ενοχή του. H υπόθεση δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα μέσα από τις αφηγήσεις εννέα προσώπων -επινόηση του ίδιου όπως ομολογεί- να αποδώσει «με νατουραλιστική ακρίβεια το ψυχολογικό κλίμα και τις ιστορικές συνιστώσες της εποχής».

Με δεδομένη και τη σύγχρονη αμφισβήτηση του όρου από Αμερικανούς θεωρητικούς της λογοτεχνίας, η ακριβής ένταξη των ως άνω ελληνικών παραδειγμάτων στην κατηγορία non fiction novel -ο Κούρτοβικ το αρνείται για τον «Γύρο του θανάτου» - σίγουρα είναι υπό αίρεση. Συνιστούν πάντως σημαντικό δείγμα ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής έχουσας προνομιακή σχέση με την πραγματικότητα και ως τέτοια αξίζει να καταγραφεί.

Έντυπη