ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Ελλάδα να μείνει στο ευρώ!

Των Γιάννη Μ. Ιωαννίδη και Χριστόφορου Α. Πισσαρίδη*

Εσχάτως διατυπώνεται από ορισμένους η άποψη ότι η Ελλάδα θα πρέπει να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη. Με αυτόν τον τρόπο, επισημαίνεται, η χώρα θα αποκτήσει ένα σημαντικό όπλο στην προσπάθειά της να βγει από την κρίση - τη μεταβλητή ισοτιμία. Μια ραγδαία υποτίμηση του νέου νομίσματος θα οδηγήσει σε γρήγορη αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας, δίχως την ανάγκη σαρωτικών μειώσεων στους μισθούς και άλλων επώδυνων θυσιών.

Επιτρέψτε μας να διαφωνήσουμε. Η βασική μας ένσταση είναι ότι η Ευρωζώνη δεν είναι μια ομάδα κρατών, από την οποία μπορεί μια χώρα να αποχωρεί έτσι απλά, ανάλογα με τις οικονομικές παραμέτρους της συγκυρίας. Αν ήταν έτσι, τότε δεν θα υπήρχε το ευρώ, αλλά ένα σύστημα σταθερών ισοτιμιών όπως παλαιότερα το Bretton-Woods, με νόμισμα αναφοράς το γερμανικό μάρκο. Αντ' αυτού, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δημιούργησαν ένα κοινό νόμισμα και μια Κεντρική Τράπεζα, ώστε να διαλύσουν για πάντα την αβεβαιότητα σχετικά με τις μεταβολές των ισοτιμιών. Μολονότι υποτιμήθηκε το εύρος της δημοσιονομικής σύγκλισης που θα ήταν απαραίτητο για να λειτουργήσει σωστά ένα ενιαίο νόμισμα, η Ευρωζώνη παραμένει κεντρικό στοιχείο της ενωσιακής διαδικασίας.

Εάν η Ελλάδα εγκατέλειπε λοιπόν την Ευρωζώνη, το ουσιώδες ερώτημα δεν θα ήταν αν η νέα δραχμή θα υποτιμηθεί κατά 50 ή 70%, αλλά αν θα κατάφερνε ποτέ να γίνει ένα σύγχρονο κράτος, με ισότιμο ρόλο σε μια Ενωμένη Ευρώπη. Φοβούμαστε ότι μια Ελλάδα που θα το βάλει στα πόδια δεν θα απολαμβάνει σεβασμού από τους εταίρους της, θα αναφέρεται ως παράδειγμα παταγώδους αποτυχίας και δεν θα χρησιμοποιείται ως σημείο εισόδου στον πυρήνα της Ευρώπης από επίδοξους επενδυτές, όπως χρησιμοποιούνται σήμερα η Κύπρος και η Ιρλανδία. Είμαστε διατεθειμένοι λοιπόν να φτάσουμε σε αυτό το σημείο, μόνο και μόνο προς χάριν την προσωρινής ανακούφισης από τα μέτρα λιτότητας, τα οποία πράγματι είναι επώδυνα, αλλά αναγκαία;

Πιστεύουμε λοιπόν ότι μια τέτοια επιλογή θα ήταν καταστροφική, τόσο για την Ελλάδα όσο και για την παγκόσμια οικονομία. Πρώτα απ' όλα, θα πρόκειται για χρεοκοπία με κεφαλαίο «Χ». Το σοκ που θα επιφέρει για τις ευρωπαϊκές οικονομίες θα είναι τεράστιο και η Ευρωζώνη πολύ δύσκολα θα το αντέξει, αν αναλογιστεί κανείς την αντίδραση των αγορών κεφαλαίου και την επίθεση που θα δεχθούν οι άλλες ευάλωτες χώρες.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η Αργεντινή ανέκαμψε από τη χρεοκοπία της πριν από 10 χρόνια και σήμερα «ευημερεί». Ωστόσο, οι συνθήκες στην Αργεντινή τότε ήταν πολύ διαφορετικές από τις συνθήκες στην Ελλάδα σήμερα. Πρώτον, η Αργεντινή πέρασε μεγάλη αναταραχή για χρόνια μετά τη χρεοκοπία της. Είναι έτοιμη η Ελλάδα για κάτι τέτοιο, χωρίς μάλιστα ευρωπαϊκή βοήθεια; Δεύτερον, οι σχέσεις της Αργεντινής με το ΔΝΤ παραμένουν ψυχρές ακόμη και σήμερα, ενώ έχει πολύ κακή φήμη στις διεθνείς αγορές και δανείζεται δύσκολα. Τρίτον, η Αργεντινή αποσύνδεσε την ισοτιμία της με το νόμισμα της Αμερικής, ενός σημαντικού εμπορικού της εταίρου, δεν βγήκε από μια οικονομική ένωση, όπως θα γινόταν στην περίπτωση της Ελλάδας. Τέταρτον, κλειδί για την επιβίωση της Αργεντινής ήταν ότι επρόκειτο για χώρα-εξαγωγέα πρώτων υλών, οι τιμές των οποίων εκτοξεύθηκαν λίγο μετά τη χρεοκοπία. Επρόκειτο για ένα καλοδεχούμενο μπόνους, για το οποίο δεν χρειάστηκε να γίνουν θυσίες. Υπάρχει κάποιος αντίστοιχος παράγοντας που θα βοηθούσε ομοιοτρόπως την Ελλάδα;

Η επιστροφή στη δραχμή δεν είναι πανάκεια. Η ισοτιμία της σίγουρα θα διακυμαίνεται σε μεγάλο εύρος, το οποίο δεν μπορεί να προβλεφθεί ούτε για τους επόμενους δυο-τρεις μήνες, πολλώ δε μάλλον για τα επόμενα τρία χρόνια. Η Ελλάδα δεν θα έχει όπλα για να την υπερασπιστεί και η αξία της θα εξαρτάται τόσο από τις τιμές των εξαγόμενων ελληνικών προϊόντων, όσο και από το κύρος του νομίσματος, δύο μεταβλητές που έχουν να κάνουν με τις προσδοκίες για το μέλλον. Σύμφωνα με το απαισιόδοξο σενάριο, με μία υπέρμετρα υποτιμημένη δραχμή, ακόμη και αν η Ελλάδα δώσει στους πιστωτές της μόλις 35 σεντς για κάθε δολάριο που τους χρωστάει (όπως έκανε η Αργεντινή), το χρέος της θα παραμείνει (σε πραγματικούς όρους) στα ίδια επίπεδα που είναι σήμερα.

Επιπλέον, εάν η Ελλάδα εγκατέλειπε το ευρώ, η πίεση για την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, θα εξαφανιζόταν αμέσως. Η κοινωνική ένταση θα πολλαπλασιαζόταν, διότι οι πολίτες θα ένιωθαν φτωχότεροι. Κάτι τέτοιο θα προκαλούσε χάος στον τουριστικό τομέα, το βασικό εξαγώγιμο προϊόν της Ελλάδας. Η Ελλάδα επίσης εισάγει πολλά από τα τρόφιμά της από την Ε. Ε (όπως επίσης και λεμόνια από την Αργεντινή και σκόρδο από την Κίνα κ. λπ.). Μάλιστα, η χώρα υποφέρει από δομικό εμπορικό έλλειμμα. Ακόμη λοιπόν και μία εξαιρετικά συμφέρουσα ισοτιμία, το πρόβλημα της έλλειψης παραγωγικών επενδύσεων στην Ελλάδα θα παρέμενε ανεπίλυτο. Ακόμη χειρότερα, δεν θα υπήρχαν καν κίνητρα για να αντιμετωπιστεί.

Η Ελλάδα μπορεί να αναγκαστεί, ή ακόμη και να επιλέξει να εγκαταλείψει το κοινό νόμισμα κάποια στιγμή στο μέλλον. Επί του παρόντος όμως, η έξοδος από το ευρώ μάς φαίνεται πολύ ριψοκίνδυνη κίνηση. Μπορούν να υιοθετηθούν πολύ λιγότερο δραστικά μέτρα, όπως η επιδότηση των εξαγωγών και η επιβολή δασμών στις εισαγωγές, κάτι που θα βοηθούσε πολύ. Το ευρώ είναι πράγματι ένα ακριβό νόμισμα, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για την Ευρωζώνη γενικότερα. Μια πιο χαλαρή νομισματική πολιτική από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα προκαλούσε λίγο πληθωρισμό στην Ευρωζώνη και υποτίμηση του ευρώ, και επομένως θα ήταν πολύ καλύτερη επιλογή για όλες τις δοκιμαζόμενες χώρες και όχι μόνο για την Ελλάδα.

* Ο κ. Γιάννης Μ. Ιωαννίδης είναι καθηγητής Οικονομικών στην έδρα «Neubauer», του Πανεπιστημίου Tufts. Ο κ. Χριστόφορος Πισσαρίδης είναι καθηγητής στην έδρα «Sosnow» του London School of Economics και το 2010 βραβεύθηκε με Νομπέλ Οικονομικών.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ