ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Το κρυφό μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου

Της Τιτικας Δημητρουλια

ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ

Τα παιδιά του Σπάρτακου

προλ. - επιμ.: Ερη Σταυροπούλου

εκδ. Κέδρος

Τα βιβλία της Διδώς Σωτηρίου αγαπήθηκαν επειδή είναι γεμάτα ζωή και πάθος, όπως έλεγε ο Νικηφόρος Βρεττάκος, γεμάτα αλήθεια και αγάπη για τον άνθρωπο, επειδή κρατούν ζωντανή τη μνήμη της καταστροφής, αλλά και του μεγαλείου του αγώνα, από τη μια· και από την άλλη, είναι στραμμένα στο μέλλον, θέλουν να απαλλάξουν με τη γνώση αυτή τις μελλοντικές γενιές από τα ίδια βάσανα.

Γεννημένη στο Αϊδίνι και μεγαλωμένη στη Σμύρνη απ' όπου έφυγε μετά την καταστροφή, η Διδώ Σωτηρίου (1909 - 2004) έζησε κυριολεκτικά στο πετσί της όλες τις μεγάλες περιπέτειες του ελληνισμού στον 20ό αιώνα και τις μετακένωσε στο έργο της. Μικρασιατική καταστροφή, μεταξική δικτατορία, κατοχή, εμφύλιος, χούντα. Γαλλοθρεμμένη, φεμινίστρια, αριστερή, επιλέγει νωρίς τη δημοσιογραφία, ταξιδεύει, γνωρίζει τους μεγάλους προοδευτικούς διανοούμενους και καλλιτέχνες της εποχής, τον Αραγκόν, τον Ζιντ, την Αλεξάνδρα Κολοντάι, δουλεύει για την Αντίσταση, διώκεται, καταλήγει στη λογοτεχνία: το 1959 εκδίδει το πρώτο της βιβλίο και έκτοτε δεν θα σταματήσει να δημοσιεύει, αποτυπώνοντας την αθλιότητα μιας εποχής και το μεγαλείο μιας γενιάς.

«Τούτο το βιβλίο το 'γραψα σαν παθός που βλέπει τα χρόνια να φεύγουν και βιάζεται να ξεπληρώσει ένα χρέος» λέει στην «Εντολή», το μυθιστόρημα στο οποίο θα καταγράψει την ιστορία της αδελφής της, Ελλης Παππά, και του Νίκου Μπελογιάννη. Μιας γενιάς που όπως λέει η Βασιλιώ στο ανέκδοτο μυθιστόρημά της «Τα παιδιά του Σπάρτακου», που σήμερα κρατάμε στα χέρια μας χάρη στη φροντίδα και την αφοσίωση της Ερης Σταυροπούλου, την έγνοια και τον μόχθο του Νίκου Μπελογιάννη για τα έργα της μητέρας και της θείας του, έφερε παρ' όλα αυτά έναν καινούργιο, πιο ανθρώπινο κόσμο: «Ωρες ώρες, καθώς δουλεύω στο υφαντουργείο, σκέφτομαι τα σημερινά κορίτσια, που έχουνε αληθινές κουκλίτσες, που έχουν προσφάι και καθαρό ρούχο και που πολλά τα στέλνουν οι γονέοι τους στα σκολεία κι όχι στις φάμπρικες που κανένας Χακίμης δεν τολμά να τα ζεματίσει, και λέω σπολάτη. Δεν πήγαν χαμένοι οι αγώνες μας».

Στα τέλη του '50

Η αρχή του ανολοκλήρωτου αυτού μυθιστορήματος γίνεται στα τέλη της δεκαετίας του 1950, με αφορμή μαρτυρίες γυναικών από τη Θράκη που κρατούνται μαζί με την Ελλη Παππά. Η μοίρα του βιβλίου ήταν συνδεδεμένη με τη μοίρα της συγγραφέως, κρυβόταν αυτή, κρυβόταν κι αυτό, ξεχνιόταν, επανερχόταν και ξαναχανόταν. Για πάνω από τριάντα χρόνια, η Σωτηρίου δούλευε και άφηνε αυτή τη θρακιώτικη ιστορία, την ονομασμένη συμβολικά από τον εξεγερμένο Σπάρτακο. Αλλα βιβλία επιβάλλονταν, αφήνοντας ωστόσο το σημάδι τους και στο κείμενο των «Παιδιών του Σπάρτακου»: και τα «Παιδιά του Σπάρτακου» μιλούν για τον Μπελογιάννη, την Παππά, τον Πλουμπίδη, όπως η «Εντολή». Ετσι, το κείμενο παρέμενε διαρκώς σε εκκρεμότητα, παρότι το σχέδιό του είχε προχωρήσει και σ' αυτό χρωστάμε τη σημερινή του ανασύνθεση: με βάση το σχέδιο της Σωτηρίου, η Ερη Σταυροπούλου ανασυγκρότησε κυριολεκτικά από σκόρπια φύλλα το μυθιστόρημα, που προβλεπόταν να έχει και άλλα κεφάλαια, τα οποία δεν γράφτηκαν ποτέ - ή δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα.

Μην ξεχνάμε ότι και η ανακάλυψη του συγκεκριμένου κειμένου υπήρξε σταδιακή και επίπονη, ένα κομμάτι κρυμμένο εδώ, ένα άλλο εκεί - με το εδώ και το εκεί στην περίπτωση της Σωτηρίου να είναι σοβατεπιά, ταβάνια, θυρίδες τραπεζών και άλλα πολλά. Το σχέδιο και το υλικό παρουσιάζονται στα παραρτήματα, αλλά μόνο στη σημερινή του μορφή απευθύνεται πια στον αναγνώστη, θυμίζοντάς του τη συγγραφική δεινότητα της Σωτηρίου, που με τον κριτικό και όχι τον ηθογραφικό ρεαλισμό της, όπως έχει γραφτεί, αναδημιουργούσε και ζωντάνευε κόσμους. Στην προκειμένη περίπτωση τον κόσμο του μεταξιού, που μόνο απαλός δεν ήταν για τους σηροτρόφους, αλλά και τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια, όπου ο κόσμος είχε πλατύνει σαν τον τρόμο (σ. 89), που αιωρούνταν πάνω από τους κομμουνιστές αλλά και όλους τους προοδευτικούς ανθρώπους.

Από το σκοτεινό τοπίο δεν λείπει ο έρωτας, αλλά ούτε η ερμηνεία των πραγμάτων, με τον γνωστό γλαφυρό τρόπο της Σωτηρίου. Οπως όταν περιγράφει τα Βαλκάνια, που βρίσκονται και πάλι στο μάτι του κυκλώνα, ή το Μπαλκάνιο όπως το λέει: «οι τρανοί το κόψανε όπως τον μπακλαβά για το δικό τους συμφέρον, για να μην ησυχάζουμε ποτές και να κάνουν αυτοί τη δουλειά τους σε βάρος μας».

Τραγικά επίκαιρο

Ο κόσμος για τον οποίο θυσιάστηκαν τελικά όλα τα παιδιά του Σπάρτακου, αυτός ο λίγο καλύτερος, ειρηνικός κόσμος, αφού η επανάσταση αποδείχτηκε -ώς σήμερα τουλάχιστον- ουτοπία, σήμερα καταρρέει μες στη βουή και τη σκόνη. Στη νέα πραγματικότητα, όλα τα κακά του παρελθόντος ξαναγυρίζουν πιο άγρια, η πείνα, η βία, οι διχασμοί, οι εκβιασμοί, οι φασισμοί. Επίκαιρο και γοητευτικό και στην ανολοκλήρωτη αυτή μορφή του, το μυθιστόρημα της Σωτηρίου βάζει μια παράμετρο ακόμη, που ενδεχομένως σχετίζεται και με τη διαρκή επανεπεξεργασία του: την ανάγκη για ομόνοια, για συμφιλίωση, πέρα από το αίμα που χύθηκε, την ανάγκη συνεργασίας ευρύτερων δυνάμεων του προοδευτικού χώρου για το καλό του τόπου, την ανάγκη υπέρβασης των παλαιών διαχωριστικών γραμμών.

Ισως αυτό να είναι το πιο επίκαιρο στοιχείο ενός κειμένου που στην ολοκληρωμένη του μορφή, όπως επισημαίνει η Ερη Σταυροπούλου, θα ήταν, και αυτό φαίνεται, εφάμιλλο με τα «Ματωμένα χώματα».

Έντυπη