ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Το «εξπρές» που σάρωσε μετάλλια και ρεκόρ

Του Ν. Α. Κωνσταντοπουλου

Αν δεν υπήρχαν ο «Ψυχρός Πόλεμος» και τα συνακόλουθα αυτού «μποϊκοτάζ» των Ολυμπιακών της Μόσχας το 1980 (από τις ΗΠΑ και συμμάχους τους) και του Λος Αντζελες το 1984 (από την ΕΣΣΔ και τους περισσότερους «δορυφόρους» της), τότε μάλλον ο Αμερικανός, Μάικλ Φελπς δεν θα ήλπιζε τώρα πως στο Λονδίνο θα πετύχει ό,τι ουδείς άνδρας κολυμβητής έχει κατορθώσει ακόμη: Να πάρει τρία χρυσά Ολυμπιακά μετάλλια στο ίδιο αγώνισμα. Φυσικά, στον αθλητισμό δεν μπορείς να μιλάς με υποθέσεις. Αλλά πόσοι γνώστες της κολύμβησης πιστεύουν πραγματικά, ότι το 1984 ο μεγάλος, Βλαντίμιρ Σάλνικοφ δεν θα είχε νικήσει στα 1.500μ. ελευθέρως; Φαντάζομαι ελάχιστοι.

Ηταν 16 ετών το 1976, όταν εμφανίσθηκε για πρώτη φορά σε Ολυμπιακό κολυμβητήριο. Στο Μόντρεαλ (Καναδάς) τερμάτισε 5ος στα 1.500μ. με 15.29.45, καταρρίπτοντας το ρεκόρ Ευρώπης. Με την επίδοση αυτή τέσσερα χρόνια νωρίτερα, στο Μόναχο (Γερμανία), θα είχε σαρώσει τους αντιπάλους του. Αλλά και η κολύμβηση είχε προοδεύσει πάρα πολύ από τότε. Το 1976 νικητής ήταν ο Αμερικανός, Μπράιαν Γκούντελ με 15.02.40, το ασημένιο μετάλλιο κατέκτησε ο συμπατριώτης του, Μπόμπι Χακέτ με 15.03.91 και το χάλκινο ο Αυστραλός, Στέφαν Χόλαντ με 15.04.66.

Και οι τρεις είχαν κολυμπήσει κάτω από το τότε ρεκόρ κόσμου. Για να κάνετε τη σύγκριση αναφέρουμε, ότι το χρυσό μετάλλιο στο Μόναχο πήρε ο Αμερικανός, Μάικ Μπάρτον με 15.52.58, το ασημένιο ο Αυστραλός, Γκρέαμ Γουίντετ με 15.58.48 και το χάλκινο ένας άλλος Αμερικανός, ο Ντάγκλας Νορθγουέι με 16.09.25.

Μετά τέσσερα έτη ο Σάλνικοφ ήταν ήδη «φτασμένος». Παγκόσμιος πρωταθλητής του 1978. Οι Αμερικανοί απουσίαζαν. Οι Αυστραλοί, αντιθέτως, που είχαν και έχουν μεγάλη παράδοση και στην κολύμβηση και στο αγώνισμα, ήταν παρόντες. Το ρεκόρ κόσμου έστεκε όρθιο από το Μόντρεαλ. Ο Σάλνικοφ, όμως, είχε προοδεύσει εντυπωσιακά. Είχε κατεβάσει το ρεκόρ Ευρώπης σε 15.03.99, επίδοση με την οποία είχε νικήσει στο παγκόσμιο πρωτάθλημα. Ολοι πίστευαν πως είχε φθάσει η μεγάλη στιγμή. Να κολυμπήσει κάποιος τα 15 κατοστάρια σε μέσο όρο κάτω από ένα λεπτό το ένα.

Η μεγάλη ημέρα ήταν η 22α Ιουλίου 1980. Ο Σάλνικοφ πήρε «κεφάλι» από την αρχή. Η νίκη του δεν μπορούσε ν' αμφισβητηθεί. Μόνο αν… πνιγόταν θα έχανε. Το ενδιαφέρον των θεατών δεν είχε εστιασθεί στον «χαμό», που γινόταν για τη 2η θέση, αλλά στον ρυθμό τού «εξπρές του Λένινγκραντ».

Φαινόταν ότι θα μπορούσε να σπάσει το φράγμα των 15', εννέα χρόνια και 11 μήνες μετά τις 23 Αυγούστου του 1970, όταν, στο Λος Αντζελες ο Αμερικανός, Τζον Κινσέλα, με 15.57.1, γινόταν ο πρώτος άνθρωπος που σημείωνε επίδοση κάτω από 16'00''.

Τα 800μ. ο Σάλνικοφ τα πέρασε σε κάτι λιγότερο από οκτώ λεπτά. Οσο περνούσαν τα μέτρα, η αγωνία κορυφωνόταν. Τα μάτια όλων ήταν καρφωμένα στο χρονόμετρο. Της τηλεόρασης, των πολλών, του πίνακα του κολυμβητηρίου, των τυχερών, που βρίσκονταν στις κερκίδες. Καθώς ο Σάλνικοφ «κατάπινε» τα μέτρα, ο ρυθμός του έπεφτε λίγο. Στρίβοντας για τα τελευταία 100μ., το κοινό, με τις φωνές του, τον έκανε να «πετά» στο νερό. Σε 58''05 ο Σάλνικοφ έδινε σάρκα και οστά στις προσδοκίες όλων. Τερμάτιζε σε 14'58'27. Πολύ μπροστά από τον συμπατριώτη του, Αλεξάντρ Τσάεφ (15.14.30), τον Αυστραλό, Μαξ Μέτζκερ (15.14.49), τον Ανατολικογερμανό, Ράινερ Στρόχμπαχ (15.15.29) και τους υπόλοιπους.

Η απουσία στο Λος Αντζελες

Τα χρόνια μετά την ιστορική ημέρα της Μόσχας, ο Βλαντίμιρ Σάλνικοφ συνέχισε να κυριαρχεί παγκοσμίως. Θριάμβευσε στο πρωτάθλημα κόσμου του 1982, στο Γκουαγτιακίλ (Ισημερινός), και στα 400 και στα 1.500, όπως ακριβώς είχε κάνει και το 1978. Κατέβασε το ρεκόρ κόσμου άλλες δύο φορές και στις 22 Φεβρουαρίου του 1983 το έφθασε στα 14.54.76. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Λος Αντζελες πλησίαζαν και πολλοί ήσαν αυτοί που φοβούνταν αυτό το οποίο, τελικώς, συνέβη. Η ΕΣΣΔ θ' απαντούσε στο μποϊκοτάζ του 1980, με δικό της μποϊκοτάζ. Ο Σάλνικοφ (όπως και πολλοί άλλοι μεγάλοι αθλητές, σε όλα τ' αθλήματα), δεν ήταν εις θέση να υπερασπιστεί τον τίτλο του. Το ίδιο είχε γίνει, φυσικά, πριν από τέσσερα χρόνια με τους Αμερικανούς και αρκετούς ακόμη. Από τον Οκτώβριο του 1977 έως τον Αύγουστο του 1986, ο Σάλνικοφ είχε πετύχει 61 συνεχείς νίκες στα 1.500μ. Ομως, τότε, στη Μαδρίτη (Ισπανία), τερμάτισε 4ος στο παγκόσμιο πρωτάθλημα. Και το επόμενο έτος, στο Ευρωπαϊκό του Στρασβούργου (Γαλλία), ούτε καν προκρίθηκε στον τελικό. Μπήκε στην Ολυμπιακή ομάδα της ΕΣΣΔ για το 1988 με παρέμβαση του υπουργείου Αθλητισμού. Ελάχιστοι πίστευαν πως στη Σεούλ (Ν. Κορέα), στα 28 του (πολύ μεγάλη ηλικία για κολυμβητή, με τα δεδομένα εκείνης της εποχής), θα μπορούσε να διεκδικήσει έστω μετάλλιο. Στον προκριματικό τερμάτισε 1ος στη σειρά του, με 15.07.83. Ηταν η 2η επίδοση, πίσω από τα 15.07.41 του Αμερικανού, Ματ Τσετλίνσκι. Ο τελικός αναμενόταν συναρπαστικός, διότι, εκτός του Σοβιετικού και του Αμερικανού, πολύ κοντά στις επιδόσεις ήταν και δύο Γερμανοί. Ο Ανατολικός, Στέφαν Πφάιφερ και ο Δυτικός, Ούβε Ντάσλερ. Μετά τα 675μ. ο Σάλνικοφ πέρασε πρώτος. Και δεν έφυγε από εκεί. Τερμάτισε σε 15.00.40, έναντι 15.02.89 του Πφάιφερ, 15.06.15 του Ντάσλερ και 15.06.42 του Τσετλίνσκι. Οι υπόλοιποι έμειναν αρκετά πιο πίσω.

Η «υπόκλιση» μετά την ιστορική νίκη στη Σεούλ

Η νίκη του Βλαντίμιρ Σάλνικοφ στη Σεούλ δεν ήταν μια απλή Ολυμπιακή νίκη. Στα 28 του γινόταν ο «γηραιότερος» Ολυμπιονίκης της κολύμβησης σε 56 χρόνια. Στις 11.30 τη νύχτα, αφού τελείωσαν οι τελετές, οι φωτογραφίσεις, οι συνεντεύξεις και τα τοιαύτα, ο Σάλνικοφ μπήκε στην καφετέρια του Ολυμπιακού χωριού, για να «τσιμπήσει» κάτι. Εκεί βρίσκονταν περισσότεροι από 250 αθλητές και προπονητές από πολλά αθλήματα και διάφορες χώρες. Μόλις διαδόθηκε πως βρισκόταν ανάμεσά τους, αυθόρμητα οι αθλητές και oi προπονητές σταμάτησαν να τρώνε και όρθιοι, του απένειμαν τα εύσημα. Ηταν μια ξεχωριστή στιγμή, για έναν μεγάλο αθλητή. Ο γεννημένος στο Λένινγκραντ (τώρα Αγία Πετρούπολη) γιος του πλοιάρχου του εμπορικού ναυτικού, Βαλέρι και της Βαλεντίνα βρέθηκε στις πισίνες στα επτά του χάρη στη μητέρα του. Τον πήγε για να πάρει ένα «πάσο» για την περίοδο. Δεν τα κατάφερε. Το επόμενο έτος το κέρδισε, μαζί με την προσοχή του προπονητή, Γκλεμπ Πετρόφ. Του δίδαξε κινήσεις στην ξηρά και τη δίψα για την κολύμβηση και τον επέλεξε για ένα προπονητικό πρόγραμμα. Το σοβιετικό σύστημα ανέπτυξε το ταλέντο του μικρού Βλαντίμιρ και στα 12 του ήταν μέρος της ελίτ της κολυμβητικής ομάδας του αθλητικού σχολείου του Λένινγκραντ. Συνέχισε να προοδεύει. Οι γονείς του δεν εμπλέκονταν με το κολύμπι του, γι' αυτό αργότερα πίστεψε πως η αυστηρότητα του πατέρα του τον παρακίνησε ν' ασχοληθεί σοβαρά με την κολύμβηση. Το 1974 τον ανέλαβαν ο προπονητής, Ιγκόρ Κόσκιν και ο αθλητικός ψυχολόγος, Γκενάντι Γκορμπούνοφ, που τον οδήγησαν στην πρόκριση στους Ολυμπιακούς του Μόντρεαλ. Τότε στην προπόνηση κολυμπούσε έξι χιλιόμετρα με διαλείμματα, με τους καρδιακούς παλμούς από 145 έως 155. Μετά έκανε μία ώρα βάρη. Ετσι άρχισε η πορεία προς τη δόξα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ