ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Γράμμα από τη Βοστώνη

Του Γιαννη Μ. Ιωαννιδη*

Τ​​ρίτη 25 Σεπτεμβρίου, 4.15 μ.μ.: Γλυκό, θαυμάσιο απόγευμα, στο Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης· το πολύχρωμο φθινόπωρο είναι εδώ. Το μικρό αμφιθέατρο στο υπόγειο του Κέντρου Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, κατάμεστο. Εκτακτος ομιλητής, ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ολι Ρεν. Θέμα: «Ξαναχτίζοντας την Οικονομική και Νομισματική Ενωση», που και ο ίδιος περιγράφει σαν ΟΝΕ 2.0. Το ακροατήριο; Χαρακτηριστικό της μοναδικής αυτής πανεπιστημιούπολης (όπου ακόμα και Παρασκευή απόγευμα, ο Χάρουκι Μουρακάμι μαγεύει 2.000 νέους). Σπουδαστές κάθε ηλικίας και φυλής, πανεπιστημιακοί νέοι και μη, μέλη κάθε είδους ομογένειας, ελληνικής και άλλων, αγωνιούν να ακούσουν τον προσηνή επίτροπο. Ο λόγος του ακούστηκε πιο ζεστός από την επίσημη εκδοχή online, έχοντας καταφέρει να προετοιμάσει το ακροατήριο με το καθιερωμένο αστείο (εκ των ων ουκ άνευ εδώ), εμπεριστατωμένος αλλά κλινικός.

«Ναι, το χτίσιμο της ΟΝΕ είναι ατελές, αλλά δουλεύουμε πάνω σ’ αυτό». «Εχουμε κάνει μεγάλη πρόοδο στον σχεδιασμό καινούργιας δημοσιονομικής διακυβέρνησης». «Ο Ευρωπαϊκός Σταθεροποιητικός Μηχανισμός είναι έτοιμος και θα μπει μπρος σε δύο εβδομάδες». «Οι ελλείψεις ισορροπίας περιορίζονται: ο Νότος περιορίζει τα ελλείμματα και ο Βορράς τα πλεονάσματα». «Ναι, η Γερμανία αναμένει πληθωρισμό μισθών της τάξης του 5%, διευκολύνοντας την προσαρμογή του Νότου». «Η Ιρλανδία πέτυχε 20% μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας· έχει ήδη ξαναμπεί στις αγορές».

Και για την Ελλάδα; Λακωνικός, διπλωματικός. «Η Ελλάδα είναι ειδική περίπτωση, έχει αποφανθεί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο». Αλλά συμπληρώνει, κατά τον προσφιλή του τρόπο, «έχει κάνει πολύ μεγαλύτερη πρόοδο απ’ ό,τι της αναγνωρίζεται». Ερωτώμενος από τον οικοδεσπότη, τον οικονομολόγο Κένεθ Ρόγκοφ, αν η Ελλάδα «είναι δυνατόν να τα καταφέρει χωρίς περαιτέρω απομείωση του χρέους», εκμυστηρεύεται ότι θεωρεί απίθανο καινούργιο «κούρεμα» του χρέους. Δέχεται όμως ότι πολλοί αποβλέπουν στο Τask Force (του Ράιχενμπαχ).

Εσπευσε να υπενθυμίσει στο ακροατήριο ότι οι κρίσεις δεν είναι πρωτοφανείς για την Ευρωπαϊκή Ενωση (και την Ευρώπη). Π.χ., τη δεκαετία του 1980 ο «ασθενής» ήταν πρώτα η Δανία, μετά η Ιρλανδία· τη δεκαετία του 1990, ήρθαν η Μεγάλη Κρίση της Φινλανδίας αλλά και η τραπεζική κρίση της Σουηδίας. Ενώ οι λεπτομέρειες έχουν ουσιαστικά ξεχαστεί, τα διδάγματα για τους ειδικούς είναι πολλά.

Στον καταιγισμό ερωτήσεων, ο Ολι Ρεν απάντησε εύστοχα. Αλλά όταν στη συνέχεια προσπάθησα να συγκεντρώσω τι καινούργιο έμαθα, κατέληξα ότι αυτό που δεν ειπώθηκε ανοιχτά ήταν αναγνώριση της ριζικής αναδιάρθρωσης που χρειάζεται η Ελλάδα. Οι χώρες που απαρίθμησε ο Ολι Ρεν υιοθέτησαν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Συγκεκριμένα, η Μεγάλη Κρίση της Φινλανδίας προκλήθηκε σε μεγάλο βαθμό (αλλά όχι αποκλειστικά) από έναν εξωτερικό παράγοντα, τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης. Ειδικές οικονομικές σχέσεις, που θύμιζαν σχέση αναπτυσσόμενης με ανεπτυγμένη χώρα και επέτρεψαν στη Φινλανδία να εκσυγχρονιστεί, πωλώντας νέα βιομηχανικά προϊόντα στη Σοβιετική Ενωση και προμηθευόμενη έτσι σχεδόν όλες τις πρώτες ύλες, διακόπηκαν απότομα. Σε τρία χρόνια το ΑΕΠ έπεσε κατά 20%, η απασχόληση έπεσε κατά 20% και η ανεργία ανέβηκε από το 3% στο 19%. Σε απάντηση, βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές έθεσαν τη Φινλανδία σε τροχιά ταχύρρυθμης ανάπτυξης και περαιτέρω ανοίγματος στη διεθνή οικονομία, χρησιμοποιώντας σαν βάση κολοσσιαίες επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο και σαν μοχλό τις τεχνολογίες αιχμής. Ετσι έφθασε να γίνει μία από τις πλουσιότερες ευρωπαϊκές χώρες. Παράδειγμα είναι η εταιρεία Νokia, ένα από πολλά αποτελέσματα. (Και σε ενδεχόμενο επιχείρημα ότι η Φινλανδία έχει πλούσια δάση, απαντώ ότι η Ελλάδα έχει ωραίες θάλασσες.) Οπως είπε χαρακτηριστικά στον διεθνή Τύπο η Χάνελε Φράντσι, διευθύντρια φινλανδικού λυκείου, «δεν έχουμε πετρέλαιο ή άλλο πλούτο. Γνώση είναι αυτό που έχουμε οι Φινλανδοί». Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις της Φινλανδίας αναγνωρίζονται σαν παράδειγμα προς μίμηση σε όλο τον κόσμο.

Φοβάμαι ότι στη βάναυση καθημερινότητα της ελληνικής κρίσης, ο όρος διαρθρωτικές αλλαγές εξισώνεται με... μέτρα. Πράγματι, πάρα πολλά μέτρα που συζητούνται, υιοθετούνται και ψηφίζονται και μερικά εφαρμόζονται (και με το πλέον άδικο τρόπο) δυστυχώς δεν συναποτελούν βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές. Μέτρα, όταν δεν συνοδεύονται από κατάργηση του πνιγηρού κλοιού των συντεχνιών, από επενδύσεις φυσικού και ανθρωπίνου κεφαλαίου και παραγωγής τεχνολογίας, μέτρα που δεν συμβάλλουν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής και στη διατήρηση της τάξης, απλώς εντείνουν τις αντιθέσεις, καταβαραθρώνουν τις προσδοκίες και κάνουν πιο πιθανό ότι η ελληνική οικονομία θα κατεβεί ακόμα πιο κάτω από τα επίπεδα υπανάπτυξης, κυριολεκτικά και από κάθε μετρήσιμη σκοπιά, στα οποία έχει υποπέσει.

Η ανομοιογένεια των ευρωπαϊκών κοινωνιών δυσκολεύει επιτυχείς πολιτικές κάπου να εφαρμόζονται αυτόματα παντού. Αλλά η λογική της οικονομικής επιστήμης (και της αριθμητικής) είναι αδέκαστα απλή. Υπέρογκος δανεισμός μπορεί να μειωθεί μόνο με αύξηση της παραγωγικότητας της ιδιωτικής οικονομίας μέσω επενδύσεων και μείωση του δημόσιου τομέα, ώστε ο συνολικός ρυθμός ανάπτυξης να ξεπερνάει τα επιτόκια δανεισμού. Ειδάλλως, ακόμα κι αν το ελληνικό χρέος κριθεί (από τις χρηματαγορές) κάποια στιγμή βιώσιμο, δύσκολα θα παραμείνει βιώσιμο.

Ελπίζω ότι η Ελλάδα είναι «ειδική περίπτωση» με την έννοια του ότι δεν θέλει να αλλάξει και όχι ότι δεν μπορεί.

* Ο κ. Γιάννης Μ. Ιωαννίδης είναι οικονομολόγος, καθηγητής στην Τιμητική Εδρα Νeubauer, Πανεπιστήμιο Tufts.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ