ΚΟΣΜΟΣ

Επικίνδυνα χημικά για εγκύους

Του Γιαννη Ελαφρου

Η περίοδος της εγκυμοσύνης και του μητρικού θηλασμού απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή από τις έγκυες και τις οικογένειές τους, καθώς αποτελεί ένα ορθάνοικτο παράθυρο περάσματος επιβλαβών χημικών ουσιών από τον οργανισμό της μητέρας σε αυτόν του εμβρύου ή του νεογέννητου. Διαρκώς νέες επιστημονικές έρευνες έρχονται να φωτίσουν την τοξική μόλυνση του ανθρώπινου οργανισμού από τις χιλιάδες χημικές ενώσεις που χρησιμοποιούνται σε προϊόντα γύρω μας και ιδιαίτερα τον κίνδυνο αυτά να περνούν στον πολύ ευαίσθητο οργανισμό του εμβρύου ή του βρέφους, με αρνητικές επιδράσεις στην υγεία του στο μέλλον. Η ανάγκη αφενός ενημέρωσης των εγκύων και η λήψη μέτρων προστασίας από την πλευρά τους και αφετέρου ευρείας επανεξέτασης των χημικών ουσιών που χρησιμοποιούνται, με βάση την αρχή της προφύλαξης της υγείας και του περιβάλλοντος, προβάλλει επιτακτική.

Σε μια πρόσφατη έρευνα της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Χάρβαρντ και του Κέντρου για τον Ελεγχο των Ασθενειών (CDC) μελετήθηκαν 15 ζευγάρια μητέρων-παιδιών, όσον αφορά 87 χημικές ουσίες, εξετάζοντας εάν περνούν τον πλακούντα και φτάνουν στο έμβρυο. Σχεδόν όλες βρέθηκαν και στη μητέρα και στο έμβρυο, ενώ οι συγκεντρώσεις των χημικών ουσιών ήταν υψηλότερες σε μητρικό γάλα και αίμα. Μόνη εξαίρεση αποτέλεσε το κάδμιο, το οποίο φαίνεται να συσσωρεύεται και να παραμένει στον πλακούντα.

Οι ερευνητές του Χάρβαρντ μελέτησαν μητέρες και έμβρυα από τις Νήσους Φερόες, τα οποία βρίσκονται μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας και της Ισλανδίας, γιατί ο νησιωτικός πληθυσμός τους καταναλώνει μεγάλες ποσότητες θαλάσσιων θηλαστικών, τα οποία δυστυχώς είναι ευρέως επιμολυσμένα με ανθεκτικά τοξικά χημικά, όπως διοξίνες PCBs, τοξικά επιβραδυντικά φλόγας και χημικές ουσίες τεφλόν.

Σε μια άλλη μεγάλη διεθνή μελέτη, στο πλαίσιο του ερευνητικού έργου NewGeneris (www.newgeneris.org) με τη συμμετοχή και επιστημόνων από το Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών και το Πανεπιστήμιο Κρήτης (δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Environmental Health Perspectives) βρέθηκε ότι η κατανάλωση τροφίμων με μεγάλη περιεκτικότητα σε ακρυλαμίδιο, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, συνδέεται με τη γέννηση νεογνών χαμηλότερου βάρους και μικρότερης διαμέτρου κεφαλής. Πρόκειται για την πρώτη έρευνα που εξετάζει την έκθεση σε ακρυλαμίδιο στην εγκυμοσύνη και τις επιπτώσεις της στα νεογέννητα. Το ακρυλαμίδιο προσλαμβάνεται, συνήθως, μέσω τροφίμων όπως οι τηγανητές πατάτες, τα τσιπς, τα μπισκότα, τα δημητριακά πρωινού και ο καφές. Η διατροφή με ακρυλαμίδιο έχει κινδύνους, καθώς αυτό περνά τον πλακούντα και μπορεί να επηρεάσει το έμβρυο.

Ελληνική συμμετοχή

Η μελέτη, με τη συμμετοχή 21 ερευνητικών και πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, βασίστηκε σε 1.100 έγκυες γυναίκες και τα νεογνά τους από τη Δανία, την Αγγλία, την Ελλάδα, τη Νορβηγία και την Ισπανία. Το ακρυλαμίδιο μετρήθηκε στο αίμα του ομφαλίου λώρου των νεογνών με χρήση σύγχρονων βιολογικών τεχνικών, επιτρέποντας την εκτίμηση των επιπέδων έκθεσης κατά τους τελευταίους μήνες της εγκυμοσύνης. Η διαφορά βάρους ανάμεσα σε νεογνά των οποίων οι μητέρες εκτέθηκαν σε υψηλά ποσά ακρυλαμιδίου και σε εκείνα με χαμηλή έκθεση φθάνει τα 132 γραμμάρια, ενώ η διαφορά στην περίμετρο της κεφαλής φθάνει τα 0,32 εκατοστά.

Οι ερευνητές τονίζουν ότι έχει αποδειχθεί πως το χαμηλό βάρος του νεογέννητου συνδέεται με διάφορες αρνητικές εξελίξεις στην υγεία νωρίς ή αργότερα στη ζωή, όπως καρδιακές παθήσεις και διαβήτη. Επίσης η μειωμένη περίμετρος κεφαλής συνδέεται με καθυστέρηση στην ανάπτυξη του νευρικού συστήματος.

Στην έρευνα συμμετείχαν από το Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών οι δρ Σ. Κυρτόπουλος, δρ Μ. Μποτσιβάλη και από το Πανεπιστήμιο Κρήτης οι Μ. Κογεβίνας, δρ Λ. Χατζή, δρ Ε. Φθένου. Επικεφαλής της μελέτης ήταν το Κέντρο Ερευνας Περιβαλλοντικής Επιδημιολογίας (CREAL) της Βαρκελώνης και το Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης.

Οπως σημείωσε η δρ Μ. Μποτσιβάλη κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων «η μελέτη αναδεικνύει τη σημασία της κατανάλωσης ορισμένων τροφίμων για την έκθεση στο ακρυλαμίδιο, ουσία με δυνητικές τοξικές επιδράσεις. Η μέγιστη επίδραση του ακρυλαμιδίου στο βάρος των νεογνών που παρατηρήθηκε ήταν συγκρίσιμη ποσοτικά με εκείνη του καπνίσματος των μητέρων κατά την εγκυμοσύνη, γνωστή από άλλες μελέτες. Στην Ελλάδα (Κρήτη) η έκθεση σε ακρυλαμίδιο ήταν μεταξύ των χαμηλότερων της μελέτης, ενώ τα υψηλότερα ποσοστά βρέθηκαν στην Αγγλία και τα χαμηλότερα στη Δανία».

Μελέτη στις ΗΠΑ

Το 99% του δείγματος εγκύων γυναικών στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν θετικές σε χημικά τεφλόν και το 96% σε δισφαινόλη Α (BPA)! Πρόκειται για ευρήματα μελέτης του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Φρανσίσκο (UCSF), που εξέτασε την έκθεση εγκύων γυναικών σε χημικές ουσίες.

Οι ερευνητές εντόπισαν τοξικές ουσίες όπως η δισφαινόλη Α, ο μόλυβδος, το κάδμιο, τα τοξικά επιβραδυντικά φλόγας PBDEs και άλλες χημικές ουσίες σε 268 έγκυες γυναίκες. Πρόκειται για ουσίες που διαπερνούν τον πλακούντα και εκθέτουν το έμβρυο κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης.

Ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας δρ Tracey Woodruff ανέφερε ότι «αρκετές από αυτές τις χημικές ουσίες σε έγκυες γυναίκες είχαν τις ίδιες συγκεντρώσεις, οι οποίες έχουν συσχετιστεί με αρνητικές επιπτώσεις στα παιδιά από άλλες μελέτες».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ