ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η μεγάλη σπατάλη την τετραετία 2005-2009

Του Γιαννη Παλαιολόγου

Εξαιρετικώς ενδιαφέροντα συμπεράσματα προκύπτουν από τα στοιχεία του Συστήματος Λογαριασμών Υγείας (ΣΛΥ), το οποίο θα ενσωματώσει επιτέλους η χώρα μας τις προσεχείς εβδομάδες στα επίσημα στατιστικά της, έπειτα από μία δεκαετία περιπλανήσεων στα πελάγη της γραφειοκρατίας. Οι αριθμοί που προκύπτουν πιστοποιούν ότι οι μνημονιακοί στόχοι για τη δαπάνη Υγείας –9% του ΑΕΠ για τη συνολική, 6% για τη δημόσια– έχουν ήδη επιτευχθεί από το 2011, με το γνωστό δυσβάστακτο κοινωνικό κόστος. Τα στοιχεία αποτυπώνουν επίσης την κολοσσιαία «φούσκα» στον κλάδο της υγείας, που συνέβαλε, στα χρόνια πριν από την προσφυγή στο Μνημόνιο, τόσο στην επίπλαστη διόγκωση του εθνικού εισοδήματος όσο και στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό που παρέσυρε τη χώρα στον γκρεμό. Εντυπωσιακή, για παράδειγμα, είναι η συμβολή των δαπανών υγείας στην ταχύρρυθμη ανάπτυξη της οικονομίας μεταξύ 2005-9.

Με βάση προκαταρκτικά στοιχεία που δεν έχουν ακόμα επικυρωθεί από την ΕΛΣΤΑΤ, από τα 38,1 δισ. ευρώ αύξησης του ΑΕΠ στα τέσσερα αυτά χρόνια, τα 7,2 δισ. ευρώ (19%) προήλθαν από αύξηση των συνολικών δαπανών υγείας, εκ των οποίων τα 6,8 δισ. από αύξηση των δημοσίων δαπανών υγείας (18%). Με άλλα λόγια, σχεδόν το 1/5 του αναπτυξιακού «θαύματος» της περιόδου προήλθε από την εκτίναξη της κρατικής σπατάλης στην υγεία. Η εκτίναξη αυτή οφείλεται, ακόμα περισσότερο από τη φαρμακευτική, στη δημόσια νοσοκομειακή δαπάνη, που εκτοξεύθηκε κατά την επίμαχη τετραετία κατά 79% (από 3,9 σε 7 δισ).

Το Σύστημα Λογαριασμών Υγείας (System of Health Accounts) βασίζεται στο διεθνές πρότυπο ταξινόμησης των δαπανών υγείας (International Classification of Health Accounts) και έχει σκοπό τη διευκόλυνση των διεθνών συγκρίσεων και την καλύτερη παρακολούθηση των επιπτώσεων των πολιτικών υγείας. Τα στοιχεία που συλλέγει αφορούν την κατανομή της οικονομικής επιβάρυνσης ανά χρηματοδοτικό φορέα (κράτος, Ταμεία, νοικοκυριά, ιδιωτική ασφάλιση) και το πού κατευθύνεται η υγειονομική δαπάνη ανά προμηθευτή υγείας (γενικά νοσοκομεία, κέντρα υγείας, ιδιώτες ιατροί) και ανά υγειονομική δραστηριότητα (νοσηλεία, διαγνωστικές εξετάσεις κ.ο.κ.).

Το πρώτο εγχειρίδιο του ΟΟΣΑ, της Eurostat και του ΠΟΥ για την κατάρτιση των Εθνικών Λογαριασμών Υγείας βάσει του ΣΛΥ δημοσιεύθηκε το 2000 και οι πρώτες εφαρμογές του προτύπου από μέλη του ΟΟΣΑ ήταν έτοιμες το 2003. Στη χώρα μας, όπου η εσκεμμένη αδιαφάνεια ήταν κεντρικός κανόνας της δημόσιας διοίκησης, το έργο ενσωμάτωσης του ΣΛΥ ανέλαβε, από τις πρώτες μέρες μέχρι το πέρας του, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Λυκούργος Λιαρόπουλος. Εκπρόσωπος της Ελλάδας στην επιτροπή Υγείας του ΟΟΣΑ από το 1994, ο καθηγητής Λιαρόπουλος ξεκίνησε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 να παρενοχλεί την ελληνική διοίκηση για το ζήτημα των ελλιπών στοιχείων.

Σε έκθεσή του προς τον υπουργό Κ. Γείτονα το 1998, π.χ., αναφέρεται στην ανάγκη να βρεθεί «ο ορθός τρόπος αντιμετώπισης του μόνιμου προβλήματος υποεκτίμησης των δαπανών υγείας στην Ελλάδα, που μας εκθέτει διεθνώς». Σε νέα έκθεση προς το υπουργείο το 1999, σημειώνει: «Διαπιστώνεται ότι οι δαπάνες υγείας στις χώρες του ΟΟΣΑ γενικά σημειώνουν σταθεροποίηση γύρω στο 8% του ΑΕΠ στην τελευταία δεκαετία. […] Μέχρι τις αρχές του 1999, στους επίσημους πίνακες του ΟΟΣΑ, που χρησιμοποιούν όλοι οι αναλυτές και όλες οι κυβερνήσεις, η Ελλάδα ανεφέρετο με το υποεκτιμημένο ποσοστό του 5,4%. Αυτό, βέβαια, σήμαινε ότι η χώρα ήταν άμεσα εκτεθειμένη σε κριτική για υποχρηματοδότηση της υγείας, ενώ, στην πραγματικότητα, το αντίθετο είναι η αλήθεια».

Μετά το 2003, που αρχίζουν οι πιο προχωρημένες χώρες του ΟΟΣΑ να μπαίνουν στο ΣΛΥ, ο κ. Λιαρόπουλος επανέρχεται δριμύτερος. Με διαδοχικές εκθέσεις του υπογραμμίζει διαρκώς την ανάγκη συμμετοχής της Ελλάδας στο σύστημα. Πιέζει υπουργούς και γενικούς γραμματείς για να δημιουργηθεί μια ομάδα εργασίας που θα αναλάβει το σύνθετο έργο συλλογής των στοιχείων από υπουργεία, ταμεία ασφάλισης, ΟΤΑ, την ΕΣΥΕ κ.ο.κ. «Εστελνα υπομνήματα, έκανα τηλεφωνήματα, πήγαινα σε συναντήσεις. Μου έλεγαν συνεχώς “ναι”, και δεν γινόταν τίποτα», θυμάται ο καθηγητής.

Τελικά, μετά πολλών κόπων και βασάνων, το 2011, επί υπουργίας Ανδρέα Λοβέρδου, εγκρίθηκε ένα κονδύλι 120.000 ευρώ μέσω του ΕΣΠΑ και το έργο ξεκίνησε. Η ολοκλήρωσή του, επισήμως τον ερχόμενο μήνα, έρχεται με καθυστέρηση δέκα ετών σε σχέση με τους πρώτους διδάξαντες...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ