ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Θεσμός δίπλα στην Επίδαυρο

Της Ολγας Σελλα

Η ηλικία αυτού του χώρου είναι ακριβώς ίδια με την ηλικία του θεσμού των Επιδαυρίων. Η ταβέρνα του Λεωνίδα, στο Λυγουριό, δεν είναι απλώς ο τόπος που καταλύουν οι θίασοι πριν και μετά τις πρεμιέρες. Φιλοξενεί, σε κάθε γωνιά του, μικρότερα και μεγαλύτερα κομμάτια της διαδρομής θιάσων, σκηνοθετών, ηθοποιών από τη μεταπολεμική θεατρική ιστορία.

Λίγο πριν ετοιμαστεί για τα φετινά Επιδαύρια, off season, κατεβήκαμε στο Λυγουριό, για να δούμε τους ανθρώπους και τον χώρο χωρίς τη βουή της πρεμιέρας. Με μόνο φορτίο τις μνήμες που κουβαλάει και διατηρεί. «Από το 1953 λειτουργεί ο χώρος. Ενα μικρό καφενεδάκι ήταν τότε, της πλάκας. Το 1954 ήρθε για πρώτη φορά το Εθνικό Θεάτρο», λέει ο Λ. Λιακόπουλος. Και ο γιος του ο Νίκος, που βοηθάει τα καλοκαίρια αφού δεν έχει επαγγελματικές υποχρεώσεις (είναι καθηγητής Γυμναστικής στη Μέση Εκπαίδευση), προσθέτει: «Πώς ήταν τα καφενεδάκια που βλέπεις στις ελληνικές ταινίες; Ετσι. Λίγο απ’ όλα σέρβιρε». Και μου εξηγεί ότι όχι απλώς δεν υπήρχαν άλλα μαγαζιά στο Λυγουριό τότε, αλλά ότι δεν υπήρχε καν ρεύμα. «Το ρεύμα ήρθε τη δεκαετία του ’60». Το ’61 για την ακρίβεια, στη μεγάλη παράσταση της Μαρίας Κάλλας.

Προσωπικές σχέσεις

Ο θεσμός των Επιδαυρίων εδραιώθηκε και μαζί του αυξάνονταν οι ανάγκες των ηθοποιών για να μείνουν κάπου τις μέρες των προβών και των παραστάσεων. «Οι κάτοικοι του Λυγουριού άνοιξαν τα σπίτια τους και τα έκαναν ξενώνες για τους ηθοποιούς και τους τεχνικούς». Ο ΕΟΤ τότε έδωσε στρώματα και σεντόνια στους Λυγουριώτες για να καλύψουν τις πρόσθετες ανάγκες. «Βλέπεις εκείνο το σπίτι απέναντι; Εμενε ο Κωτσόπουλος. Και τα βράδια κάτω, στα κατώγια, έπαιζαν χαρτιά».

Στη συζήτηση δεν είναι παρόντες μόνο ο πατέρας και ο γιος. Είναι και η κ. Κάκια, η σύζυγος του Λεωνίδα, διακριτική αλλά σταθερή παρουσία. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λεωνίδας Λιακόπουλος μου εκμυστηρεύεται κάποια στιγμή: «Ολοι λένε για τον Λεωνίδα, αλλά ο πρωταγωνιστής ήταν αυτή η κυρία». Το κλίμα είναι φιλόξενο και ζεστό. Οπως σ’ ένα τραπέζι φίλων που συναντώνται κι έχουν να θυμηθούν πολλά. Τα ονόματα των παλιών ηθοποιών ανακατεύονται με τις διάφορες μνήμες. Με τη «Μαρμάρω», το πούλμαν της εποχής, με τους έρωτες που γεννήθηκαν εκεί, με τις συμβουλές μαγειρικής που έδινε η Κατίνα Παξινού στην κ. Κάκια, με τις προσωπικές σχέσεις που έκαναν οι κάτοικοι του Λυγουριού με τους μεγάλους μύθους της θεατρικής σκηνής. «Τον πατέρα μου τον έχει παντρέψει ο Κωτσόπουλος, ο ίδιος είχε βαφτίσει και τη μάνα μου. Τον ιδιοκτήτη του διπλανού καφενείου τον έχει παντρέψει η Αννα Συνοδινού», λέει ο Ν. Λιακόπουλος, που μεγάλωσε από παιδί μέσα σ’ αυτό το κλίμα. «Τον είχα σ’ ένα καλάθι μέσα στην κουζίνα και με μάλωναν οι ηθοποιοί. Η Κάκια Παναγιώτου, η Ελένη Χατζηαργύρη του είχαν ιδιαίτερη αδυναμία, όλο αγκαλιά τον είχαν», λέει η μητέρα του. Και δεν γνώρισε απλώς τους καλλιτέχνες o Νίκος Λιακόπουλος, έμαθε ν’ αγαπάει και το θέατρο. Και περηφανεύεται ότι είναι ελάχιστες οι παραστάσεις που δεν έχει δει όλα αυτά τα χρόνια. «Κι αυτή η σχέση πέρασε και στο μαγαζί. Φτιάξαμε κι εδώ μέσα οικογενειακή σχέση. Αγαπήσαμε αυτούς τους ανθρώπους και μας αγάπησαν. Κι εμάς και όλους στο Λυγουριό».

Τι ήταν όμως το ιδιαίτερο που έκανε τον «Λεωνίδα» συνώνυμο με τα Επιδαύρια; «Το χαμόγελο που ήταν αβίαστο, επειδή το αισθανόμασταν, κι όχι γιατί προσδοκούσαμε να κερδίσουμε κάτι. Κι ό,τι μας λέγανε τρέχαμε να τους ικανοποιήσουμε», θυμάται η κ. Κάκια, που εξακολουθεί να μαγειρεύει κάθε καλοκαίρι στην ταβέρνα.

Με την πάροδο των χρόνων άρχισε να λειτουργεί και το «σταριλίκι». «Μετά το 1985, όταν κατέβηκε η Βουγιουκλάκη στην Επίδαυρο, ήρθε ο αέρας των σταρ. Ομως μετά ισορρόπησαν τα πράγματα. Τώρα έχει έρθει η επόμενη γενιά, που είναι σπουδαία», λέει ο Ν. Λιακόπουλος που πιστεύει ότι ήταν καθοριστική η συμβολή του Γιώργου Λούκου στην ανανέωση και των Επιδαυρίων.

Φωτογραφικό άλμπουμ

Η ξενάγηση στις δεκάδες, κυριολεκτικά, φωτογραφίες είναι απόλαυση για όλους στην ταβέρνα του Λεωνίδα. Ο καθένας τους έχει να θυμηθεί και μια στιγμή. Και δεν είναι τυχαίο που όλοι διεκδικούν να αναρτηθεί η φωτογραφία τους στους τοίχους του μαγαζιού. Θεωρείται κάτι σαν τίτλος τιμής.

Οσο για την οικονομική κρίση, «μέχρι το ’10 δεν είχα καταλάβει πτώση. Το καλοκαίρι του ’11 ο κόσμος άρχισε να στριμώχνεται και να επιλέγει τις παραστάσεις που θα δει. Και πέρυσι υπήρχε πτώση 30%. Δεν είναι εύκολο. Πρέπει να πληρώσεις διόδια, βενζίνη, εισιτήρια, φαγητό...». Ομως δεν παραπονιέται ο Νίκος Λιακόπουλος. «Είχαμε μάθει σ’ ένα στάτους και πιστεύαμε ότι πάντα τόσα θα βγάζουμε. Και νομίζω ότι όλα πρέπει να χαμηλώσουν. Αρχίζοντας από τα εισιτήρια μέχρι το κόστος για το φαγητό. Βλέπεις αυτή τη φωτογραφία εκεί; Είναι το 1956, όταν δεν υπήρχαν ούτε αυτοκίνητα ούτε τίποτα. Σήμερα πρέπει να διευκολύνουμε τον κόσμο να έρθει. Οχι για τις ταβέρνες, αλλά για τον θεσμό. Γιατί πρέπει να συνεχιστεί», λέει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ