ΕΛΛΑΔΑ

Το ελληνικό ελαιόλαδο κερδίζει έδαφος

Της Ιωαννας Φωτιαδη

Τα λιόδεντρα του παππού και ο τενεκές με λάδι από το χωριό αποκτούν διαφορετική νοηματοδότηση στην Ελλάδα της κρίσης. Γεωμετρική αύξηση ενδιαφέροντος σημειώνεται εσχάτως στην ελαιοκομία, τη μεταποίηση και την εμπορία ελαιόλαδου.

«Ατομα είκοσι έως σαράντα πέντε ετών αναζητούν νέο επαγγελματικό προσανατολισμό και στρέφονται στο εθνικό μας προϊόν: το ελαιόλαδο», αναφέρει στην «Κ» ο κ. Γιάννης Καρβέλας, διοργανωτής εκπαιδευτικών σεμιναρίων για ελαιόλαδο, και προσθέτει: «Είναι μια ρεαλιστική επιλογή, καθώς τα ελαιόδεντρα είναι διάσπαρτα σε όλη τη χώρα». «Καθημερινά, με καλούν πάνω από δέκα παραγωγοί που ενδιαφέρονται να εξάγουν το λάδι τους», σημειώνει ο κ. Ευθύμιος Χρηστάκης, που ειδικεύεται στην προώθηση ελληνικού ελαιόλαδου στις γερμανόφωνες χώρες.

«Η φετινή μείωση της σοδειάς των Ισπανών κατά ένα τρίτο υπήρξε μια ευνοϊκή συγκυρία για τους Ελληνες, που αύξησαν κατά 10% περίπου τη διείσδυσή τους στην αγορά».

Εξι διακρίσεις

«Είναι ενθαρρυντικό ότι οι φερέλπιδες ελαιοπαραγωγοί επιζητούν να λάβουν σχετική εκπαίδευση και ενημέρωση γύρω από το θέμα», παρατηρεί ο κ. Καρβέλας. Προ ολίγων ημερών, άλλωστε, πολλοί συνέρρευσαν σε πανελλήνιο συνέδριο με θέμα την εξαγωγή ελαιόλαδου. Μάλιστα, ορισμένοι προχωρούν ένα βήμα παρακάτω. «Εχουμε πλέον ελληνικές συμμετοχές σε διεθνείς διαγωνισμούς ελαιόλαδου, καθώς η έξωθεν καλή μαρτυρία για το προϊόν μας αποκτά ειδική βαρύτητα». Τις πόρτες διεθνών διαγωνισμών, όπως των Mario Solinas, Terra Olivo (Ισραήλ), Olive Japan και New York-International Olive Oil Competition, χτυπούν Ελληνες ελαιοπαραγωγοί. «Δεν είναι λίγοι όσοι τολμούν στις εξαγωγές, στέλνοντας ελληνικό λάδι μέχρι και στη Λατινική Αμερική», προσθέτει ο ίδιος.

Με έξι κορυφαίες διακρίσεις επέστρεψαν στην πατρίδα οι Κώστας Μπαλάφας και Γιώργος Δημαράκης, δημιουργοί του έξτρα παρθένου ελαιόλαδου «Moria Elea Deluxe», που προέρχεται από τις ποικιλίες κορωνέικη και μανάκι. Μεταξύ άλλων, οι κριτές της Νέας Υόρκης επέλεξαν το ελληνικό προϊόν ανάμεσα σε 700 άλλα και του απέδωσαν το βραβείο καλύτερης συσκευασίας 2013 και το ασημένιο μετάλλιο γεύσης, το Ισραήλ βράβευσε το ίδιον προϊόν με το χρυσό μετάλλιο γεύσης, ενώ ακόμα ένα ασημένιο μετάλλιο γεύσης ήρθε από την Ιαπωνία... Η επιτυχία του ελληνικού προϊόντος δεν οφείλεται σε εύνοια της τύχης. Προτού ξεκινήσει η προσπάθεια, προηγήθηκαν δύο χρόνια εντατικής εκπαίδευσης, ενημέρωσης και δικτύωσης στον κόσμο του ελαιόλαδου. «Παρακολουθήσαμε σεμινάρια ελαιοκομίας και τυποποίησης στο Κτήμα Συγγρού, συνεργαστήκαμε με καθηγητές του Γεωπονικού, συνομιλήσαμε με σεφ και γευσιγνώστες και ταξιδέψαμε πολύ, για να διερευνήσουμε τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της διεθνούς αγοράς», εξηγεί στην «Κ» ο κ. Κώστας Μπαλάφας. Οπως σχολιάζει, χρειάζεται και το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο το... rebranding του. «Να εισαχθεί στη διατροφή των Ασιατών, όπου απουσιάζει, αλλά και να επιβληθεί ως ένα γκουρμέ προϊόν τελικής χρήσης και όχι μόνο ως συστατικό μαγειρικής». Παράλληλα, κρίνει απαραίτητη την κατάρριψη ορισμένων μύθων. «Το ακριβό προϊόν δεν συνεπάγεται μεγάλα ποσοστά κέρδους», διευκρινίζει, «πρέπει να αναζητούμε πίσω από την τελική τιμή του κάθε προϊόντος το κόστος παραγωγής αλλά και τις ποσότητες που εντέλει πωλούνται». Σήμερα, η εταιρεία εξάγει το 80% σε δώδεκα χώρες.

Το χύμα λάδι

Ωστόσο, η τακτική των Ελλήνων ελαιοπαραγωγών συνολικά διατηρεί πολλά «κακώς κείμενα». Η συνήθης πώληση χύμα λαδιού στην Ιταλία, η οποία εξάγει διπλάσιο λάδι απ’ όσο παράγει, καλά κρατεί. «Εκτιμάται ότι 20%-30% του φερόμενου ως ιταλικού λαδιού στα ράφια της Γερμανίας είναι ελληνικό», τονίζει ο κ. Χρηστάκης. Παράλληλα, διαπιστώνεται μεγάλη αντίσταση των παραγωγών στον στοιχειώδη εκσυγχρονισμό των μέσων παραγωγής.

«Εν μέσω του πανικού της κρίσης, όλοι σπεύδουν να τελειοποιήσουν τη συσκευασία χωρίς αντίστοιχα να βελτιώσουν την ποιότητα του προϊόντος», παρατηρεί ο κ. Χρηστάκης· «αυτή την τακτική εφάρμοζαν οι Ιταλοί, αλλά πλέον την έχουν εγκαταλείψει». Κενό, όμως, εντοπίζεται και στην ιστορία και στην ταυτότητα του ελληνικού ελαιόλαδου. «Χρειαζόμαστε μια αφήγηση, η οποία να εξηγεί στον ξένο καταναλωτή γιατί αξίζει να επιλέξει το ελληνικό προϊόν έναντι του ιταλικού ή του ισπανικού, να καθιστά σαφές σε τι διαφοροποιούμαστε...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ