ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Κοινός Λόγος σε εξέλιξη;

Της Αννυς Κολτσιδοπουλου

ΕΛΛΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

«Κοινός Λόγος»

σκηνοθ.: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

θέατρο: του Νέου Κόσμου

Φεστιβάλ Αθηνών, Πειραιώς 260

Ενιωσα την ανάγκη να ανατρέξω σε παλιά μου κριτική, δεκαέξι χρόνια πριν. Διάβασα συγκίνηση, ενθουσιασμό, αναγνώριση ενός αδιαμφισβήτητου θεατρικού γεγονότος, με το οποίο θεμελίωνε την αξιομνημόνευτη μετέπειτα πορεία του το Θέατρο του Νέου Κόσμου. «Μα, είναι το ίδιο έργο με τότε;» ρωτούσε στο τέλος της τωρινής παράστασης και μια νέα ηθοποιός. Ακριβώς το ίδιο έργο δεν ήταν (αφού είχαν επιλεγεί 16 διαφορετικές εξιστορήσεις από τις εκατό, περίπου, που περιέχουν οι εκδόσεις του «Κοινού Λόγου») αλλά σίγουρα δεν ήταν αυτός ο λόγος της απορίας για τον «Κοινό Λόγο».

Καταλήγω, ύστερα από μέρες σκέψης, πως έφταιγε η διάχυση μέσα στη δομή και τη ψυχή του έργου, αυτού του ψυχρού, μαυσωλιακού περιβάλλοντος με τις φωτογραφίες και τα καντηλάκια των σκοτωμένων, παραταγμένες σε εφτά μέτρα τοίχο - μνημείο, οι λευκοί, πάγκοι κοιμητηρίου, το μετωπικό παίξιμο, η αποξένωση ανάμεσα στις γυναίκες που θυμούνται χώρια. Μαζί μ’ αυτά, το γεγονός ότι τα λένε μία μία στο κοινό και όχι μεταξύ τους, γύρω γύρω σ’ ένα τραπέζι (και αυτό το γύρω γύρω υπάρχει ακόμη), αφαιρεί από τον «Κοινό Λόγο» την απλότητα, τη γειτνίαση των παθών, τον αυθορμητισμό, τη δίχως θυματολατρική πρόθεση κατάθεσης του προσωπικού βιώματος, αφαιρεί την αμεσότητα του λόγου, τη θέρμη, την αλληλέγγυα μοίρα. Αφαιρεί εκείνη τη μοναδική, φυσική ανέλιξη του λόγου σε τραγούδι, μονοφωνικό και στη συνέχεια πολυφωνικό, που αποτελούσε στην αρχική παράσταση τον κορμό του ρίγους και της συγκίνησης.

Παρά τη λαμπρή, νέα διανομή, πρέπει να πω ότι μου έλειψε ο λιτός, αφυδατωμένος σπαραγμός της ασπρομαλλούσας Σούλας Αθανασιάδου πλάι στη νεότερη ηλικία, της τότε αλλά και της τώρα διανομής. Δεν ξέρω γιατί, αλλά οι μαρτυρίες μου φαίνονταν σαν αναπαραγωγή μνήμης και όχι βίωσή της.

Θα άξιζε, καταλήγω ωστόσο, ένα πείραμα με τη τωρινή, ψυχρή, πραγματιστική εκδοχή της παράστασης. Θα άξιζε να καταγραφεί η αρχική της φάση στο Φεστιβάλ Αθηνών και η εξέλιξή της στις περίπου 60 επόμενες παραστάσεις σε ολόκληρη την Ελλάδα. Πιστεύω πως η δύναμη του ενστίκτου πέντε εξαιρετικών υποκριτικών, ερμηνευτικών αλλά και μουσικών «οργάνων» θα οδηγήσει την παράσταση σε μονοπάτια διαφορετικής συγκίνησης, κοινού πόνου και λόγου, θα βρει υπόγειες διαδρομές γειτνίασης, θερμότερης έκφρασης στο «συμπάσχειν», αλλά και στο «συγχαίρειν», μέσα από τη παρηγοριά των τραγουδιών Ανατολής και Δύσης.

Αυτό το ζηλευτό «κουιντέτο» είναι αδύνατον να μη σκάψει, ερμηνεύοντας, ένα μυστικό πέρασμα συνάντησης, εσωτερικού διαλόγου, αλληλουχίας, ενορχήστρωσης, συνεκτικών κρίκων ανάμεσά τους, αλλά και ανάμεσα στο τώρα, το πριν, το τότε και το ακόμη πιο τότε. Βλέπω να ζωντανεύει πάλι μέσα από τα ορχούμενα χέρια της Μαρίας Κατσανδρή η κυκλωτική σπουδή κωδίκων, συμπεριφορών, τσακισμάτων και παραφορών, να επιβάλλονται και να ενώνουν τη Σμύρνη, τον Πόντο, τους τόπους που τους λένε προσφυγιά, με τη Τροία.

Βλέπω να απομακρύνονται από τον λόγο της Ελένης Κοκκίδου επιφανειακοί τόνοι από τη «Γυναίκα της Πάτρας» και να παίρνουν τη θέση τους τόνοι μουσικού λυγμού κι ενός κλαυσίγελου, που ενώνει γυναικείους χυμούς, δάκρυα και αίμα. Βλέπω την τόσο λαϊκή, δωρική αξιοπρέπεια της Ελένης Ουζουνίδου να διαπερνά τον σφυγμό και τον παλμό της παράστασης, ενώ η δροσιά της Τάνιας Παλαιολόγου θα αρδεύει τον λόγο. Τέλος, βλέπω την καταλυτική παρουσία της Λυδίας Κονιόρδου να αναπτύσσει πιο θαρραλέα το σπάνιο χάρισμά της, το κράμα του κωμικού με το τραγικό, του καθημερινού με το αρχετυπικό.

Για όλους εμάς που λεγόμαστε κοινό, για τον σκηνογράφο Αντώνη Δαγκλίδη, τον Κώστα Βόμβολο που έκανε την επιλογή και διδασκαλία των τραγουδιών, για την Αγγελική Στελλάτου που επιμελήθηκε τη κίνηση και πάνω απ’ όλους για τον σκηνοθέτη Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, που ο Κοινός λόγος δεκαετίες τώρα τον ακολουθεί και τον συνδιαμορφώνει, αυτό το πείραμα φέτος το καλοκαίρι θα είναι μοναδικό. Νομίζω και εύχομαι.

Έντυπη