ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Το μυθιστόρημα του μπερλουσκονισμού

Της Κατερινας Σχινα

PAOLO DI ΡΑΟLΟ

Πού ήσασταν όλοι

μετ.: Ανταίος Χρυσοστομίδης

εκδ. Ικαρος

Δύσκολο να ενηλικιωθείς σε μιαν άχαρη εποχή· δύσκολο να βαδίσεις προς την ωριμότητα όταν όλα γύρω σου επιπλέουν στην ιριδίζουσα επιφάνεια μιας απερίγραπτης ελαφρότητας. Ο ήρωας του νεαρού (γεννημένου το 1983) συγγραφέα Πάολο ντι Πάολο -τον οποίο μόλις μας σύστησε η αξιοπρόσεκτη νέα σειρά ξένης πεζογραφίας των εκδόσεων «Ικαρος» και ο χαλκέντερος μεταφραστής Ανταίος Χρυσοστομίδης- ομήλικος του δημιουργού του, αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον κόσμο τη μοιραία χρονιά που ο Μπερλουσκόνι εκτοξεύεται στο κέντρο της πολιτικής σκηνής. Είναι το 1993: «Η Ιταλία έμοιαζε να έχει αποκοιμηθεί εκείνη τη χρονιά. Η διαφθορά. Η Μαφία. Η Λέγκα. Ο Μπερλουσκόνι», γράφει ο Ντι Πάολο. Κι ενώ η Ιταλία αποκοιμιέται, ο ήρωας, ο οποίος διόλου τυχαία ονομάζεται Ιταλο, αρχίζει να αφυπνίζεται - αν βέβαια αφύπνιση σημαίνει καταγραφή των συμβάντων της επικαιρότητας στον άγραφο χάρτη της παιδικής συνείδησης και προσπάθεια εξιχνίασής τους. Και να μεγαλώνει. Για να συνειδητοποιήσει, ενήλικος πια, μεταπτυχιακός φοιτητής Ιστορίας, ότι η Ιταλία πριν από τον Μπερλουσκόνι ή χωρίς τον Μπερλουσκόνι δεν έχει υπάρξει για εκείνον. Στα έντεκά του χρόνια, σε μια αξιολύπητη, όσο και σημαδιακή μουσική του εμφάνιση, στην κυβέρνηση είναι ο Μπερλουσκόνι. Στο πρώτο του ενήλικο (και ερωτευμένο) καλοκαίρι, στην κυβέρνηση είναι ο Μπερλουσκόνι. Οταν περνάει περιοδεύον (μια στιγμή πριν από την κατάργησή του), στην κυβέρνηση είναι ο Μπερλουσκόνι. Οταν παίρνει δίπλωμα οδήγησης, στην κυβέρνηση είναι ο Μπερλουσκόνι - ο επίμονος, καταστροφικός, γελοίος και επικίνδυνος Μπερλουσκόνι, που όπως το ξωτικό από τις Χίλιες και Μία Νύχτες είχε γαντζωθεί στους ώμους του Σεβάχ του Θαλασσινού, έτσι κι εκείνος γαντζωμένος στις πλάτες ενός ολόκληρου λαού, τον καταπίνει με το βάρος της ελαφρότητάς του.

Τι πιο φυσικό, λοιπόν, από το να διαλέξει ο Ιταλο Τραμοντάνα (αυτό είναι το όνομα του αφηγητή στο μυθιστόρημα του Ντι Πάολο) ως θέμα του διδακτορικού του τον μπερλουσκονισμό, την μόνη πολιτική συνθήκη που έχει γνωρίσει ο ίδιος; Και τι πιο προβλέψιμο, έτσι καθώς η πολιτική πραγματικότητα συμπορεύεται, με τη μονοτονία της, με τη μικρο-μεσοαστική οικογενειακή του ζωή να προσπαθήσει, ανασυνθέτοντας την ατμόσφαιρα της εποχής, να ανακατασκευάσει τη δική του, ατομική ιστορία;

Ωστόσο, παρά τη φιλοδοξία του να συντήξει δημιουργικά ιδιωτικό και δημόσιο στο «Πού ήσασταν όλοι» (η απουσία ερωτηματικού στον τίτλο τον κάνει να αιωρείται ανάμεσα σε ενοχλημένο ερώτημα και αιτητικό παράπονο) ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την επικαιρότητα και δη τα πρωτοσέλιδα των ιταλικών εφημερίδων που συγκεντρώνει εμμανώς από μικρός, μάλλον ως πλαίσιο του ιδιωτικού· και καθώς ο ίδιος αποφαίνεται ότι τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα, δεν είναι ούτε κακά ούτε καλά, αλλά απλώς αληθινά, η προσωπική συμμετοχή στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι υποχωρεί υπέρ μιας αποφασιστικής εγκαταβίωσης στον χώρο του ιδιωτικού, η οποία απλώς ραγίζει κατά διαστήματα για να αφήσει να διαφανούν οι θλιβερές του παραλληλίες με το δημόσιο.

Θυμίζει Κάφκα

Ενας άρτι συνταξιοδοτηθείς πατέρας, λοιπόν, πρώην καθηγητής και επίδοξος συγγραφέας, βυθισμένος στη σιωπή (οι επικλήσεις του νεαρού αφηγητή σ’ αυτό το απροσπέλαστο πατρικό πρότυπο θυμίζουν πότε πότε το «Γράμμα στον πατέρα» του Κάφκα), που παρασύρει (άθελά του; ή μήπως υποκύπτοντας σε μια παιδαριώδη εκδικητικότητα;) με το αυτοκίνητό του τον πιο απείθαρχο μαθητή της τάξης· μια μητέρα που δραπετεύει για λίγο από τα οικιακά της καθήκοντα· μια αδελφή που προσκολλάται ερωτικά στον κακό μαθητή του πατέρα της· και ο ίδιος ο Ιταλο, νοσταλγός μιας παιδικής αγάπης: ιδού τα πρόσωπα που ανεβάζει επί σκηνής ο Ντι Πάολο. Κι όταν, στο τρίτο μέρος του βιβλίου, ο νεαρός αφηγητής βρίσκεται στην πόλη των «διασταυρούμενων πεπρωμένων», το Βερολίνο, όλα αυτά τα πρόσωπα συγχωνεύονται σε μια προσπάθεια ανάκτησης της αίσθησης των πραγμάτων, που δεν εξαρτάται από τη βούληση της μνήμης ούτε επιτυγχάνει την κατανόηση, αλλά τουλάχιστον έχει αποκτήσει όνομα.

Ωστόσο, επιστρέφοντας στη Ρώμη, ο Ιταλο θα την αντικρίσει χιονισμένη - κι αυτή η λευκή, άσπιλη κουβέρτα μοιάζει να μην καλύπτει μονάχα την πόλη, αλλά και το παρελθόν, το παρόν, ίσως και το μέλλον, συμβολικά διαγράφοντας μια χαμένη εικοσαετία. Η μπερδεμένη, ηττημένη γενιά του Ιταλο, ίσως τώρα μπορεί να ξαναρχίσει.

Έντυπη