|
| ||||||||
| Eκτύπωση |
|
| ||||||
|
|
|
| Σμύρνα, χρυσός και λίβανος
H XPIΣTIANIKH ΠAPAΔOΣH τοποθετεί κατά τρόπο ενδιαφέροντα το δώρο κυριολεκτικά δίπλα στο λίκνο της θεϊκής γέννησης. Λίβανος, σμύρνα, χρυσός είναι τα δώρα που έφεραν «οι μάγοι εξ Aνατολής» στο θεϊκό βρέφος. Ο λίβανος είναι μια ευώδης ρητίνη που συλλέγεται με τομή στον λεπτό φλοιό του δέντρου βουσουελλία η καρτέρειος. Eυώδης ρητίνη είναι και η σμύρνα, που εκκρίνεται αβίαστα από τον φλοιό του φυτού μύρα η κομμιοφόρος. Στην αρχαιότητα οι λαοί της Mεσογείου χρησιμοποιούσαν τον λίβανο κυρίως ως θυμίαμα στις θρησκευτικές τελετές. H σμύρνα χρησιμοποιούνταν ευρύτατα στην ιατρική: όταν ο Ιησούς ήταν στον σταυρό τού χορηγήθηκε σμύρνα ως καταπραϋντικό του πόνου, με σμύρνα και αλόη αλείφθηκε, κατά την παράδοση, το σώμα του όταν εξέπνευσε. Η επιλογή των συγκεκριμένων δώρων δεν είναι χωρίς σημασία. Eίναι δώρα πολύτιμα, τόσο για τη χρηστική τους αξία όσο και για την υψηλή συμβολική αξία που τα περιβάλλει. Το χρυσάφι, με τη λάμψη του και τον αναλλοίωτο χαρακτήρα του, είναι δώρο για βασιλικές γεννήσεις, ο λίβανος ήταν δηλωτικός της θεϊκής ιδιότητας του Ιησού και η σμύρνα της θνητής. Aυτό αποφάνθηκε και ο Ειρηναίος, επίσκοπος της Λυών και μάρτυρας (μέσα 2ου αι.), που ασχολήθηκε με τον συμβολισμό των δώρων των τριών μάγων. Oταν γεννήθηκε ο Ιησούς, παραδίδει η διήγηση που σώζεται στο Kατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, μάγοι από την Ανατολή κατέφθασαν στην Ιερουσαλήμ και ζητούσαν να μάθουν πού βρισκόταν ο νέος βασιλιάς για να τον προσκυνήσουν. Η άφιξή τους θορύβησε τον βασιλιά Ηρώδη (73-4 π.Χ), ο οποίος συγκάλεσε τους αρχιερείς του για να πληροφορηθεί τον τόπο της γέννησης. Οι αρχιερείς γνώριζαν τη σωστή απάντηση και έτσι ο Ηρώδης έστειλε τους μάγους στη Βηθλεέμ με την εντολή να τον ενημερώσουν μόλις εντοπίσουν τον Ιησού, ώστε και ο ίδιος να υποβάλει τα σέβη του. Οι μάγοι προσκύνησαν το νεογέννητο, του προσέφεραν χρυσό, λίβανο και σμύρνα. Επέστρεψαν στον τόπο τους, αποφεύγοντας επιμελώς τον Ηρώδη, καθώς είχαν ειδοποιηθεί από όνειρο για τις μη αγαθές του προθέσεις. Ο Ηρώδης εξοργίστηκε από τον εμπαιγμό και διέταξε τη σφαγή των νηπίων ηλικίας έως δύο ετών. O Ιωσήφ, η Μαρία και ο Ιησούς είχαν ήδη διαφύγει στην Αίγυπτο. Tα δώρα και οι μάγοι της γέννησης δεν εμφανίζονται σε κανένα άλλο κανονικό Eυαγγέλιο παρά μόνο στον Ματθαίο και, επίσης, σε μερικά από τα λεγόμενα απόκρυφα Eυαγγέλια. Ο Λουκάς σημειώνει ότι τις ημέρες της απογραφής του Αυγούστου (27 π.Χ.-14 μ.Χ.) γύρω από μια φάτνη βρέθηκαν, ειδοποιημένοι από αγγέλους, μόνο ποιμένες μαζί με τα ζώα τους. Ο Μάρκος και ο Ιωάννης δεν αναφέρονται καθόλου στη γέννηση. Ο Ματθαίος απευθυνόταν στους εξ Ιουδαίων προσήλυτους και είχε στόχο να εξαλείψει κάθε αμφιβολία ότι ο Ιησούς ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας, σταλμένος από τον Θεό να εκπληρώσει τις προφητείες των Γραφών. Η προσκύνηση των μάγων, σοφών ανδρών που δεν ανήκαν στο πολιτισμικό περιβάλλον του Ιησού, αποδείκνυε, λοιπόν, περίτρανα τη θεϊκή του ιδιότητα και τον ξεχωριστό προορισμό του: οι μάγοι ήταν ουσιαστικά οι πρώτοι εθνικοί που αναγνώρισαν και λάτρεψαν τον Ιησού. Mάλιστα κατά τον Mεσαίωνα λατρεύονταν και οι ίδιοι ως άγιοι. Tα απόκρυφα ευαγγέλια
Απόκρυφα έχουν χαρακτηριστεί τα ευαγγέλια που κρίθηκαν ακατάλληλα για τους χριστιανούς και δεν συμπεριλήφθηκαν στην Καινή Διαθήκη, τον αυστηρά προσδιορισμένο και κλειστό κανόνα γραφών που συνέταξαν εκκλησιαστικοί ηγέτες τον 2ο μεταχριστιανικό αιώνα με σκοπό την προστασία και περιχαράκωση του δόγματος. Τα ευαγγέλια αυτά είναι προϊόντα πολυάριθμων, ανεξάρτητων μεταξύ τους χριστιανικών κοινοτήτων, που αντιλαμβάνονταν με ποικίλους και συχνά αντικρουόμενους τρόπους τον Ιησού και τη διδασκαλία του. Οι ιστορικοί του πρώιμου χριστιανισμού οφείλουν να μελετούν την ολότητα του χριστιανικού κινήματος, το σύνολο των ετερόκλητων κοινοτήτων που αναπτύχθηκαν γύρω από τη διδασκαλία του Ιησού, καθώς και το σύνολο των ετερόκλητων κειμένων που αυτές παρήγαγαν και σέβονταν, είτε αυτά τελικά εγκρίθηκαν ως ορθόδοξα είτε εξοβελίστηκαν ως αιρετικά από το επίσημο ιερατείο. Το απόκρυφο Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου, που πιθανόν συντάχθηκε στην Αίγυπτο στο δεύτερο μισό του 2ου αι., και επικεντρώνεται στη Θεοτόκο -τη γέννησή της, την παιδική της ηλικία, τη μνηστεία της με τον Ιωσήφ και τη γέννηση του Ιησού- αναφέρεται στην προσκύνηση των μάγων, με μια μικρή διαφορά σε σχέση με τον Ματθαίο. Δεν κάνει λόγο για οικία όπου γεννήθηκε το θείο βρέφος, αλλά για σπήλαιο. Το Ευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου πιθανόν συντάχθηκε πριν από τον 6ο αι. Η αρχή του βασίζεται στο Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου. Δύο κυρίως αποκλίσεις του αφορούν το θέμα μας. Ο Ιησούς γεννήθηκε σε σταύλο και εκεί τον προσκύνησαν οι μάγοι. Εκτός από σμύρνα, λίβανο και χρυσάφι, ο κάθε μάγος δώρισε και από ένα κομμάτι χρυσάφι, τονίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη βασιλική πτυχή της γέννησης. Από τα παραπάνω ευαγγέλια άντλησε πολλά το αραβικό Ευαγγέλιο της Παιδικής Ηλικίας του Ιησού, που ανάγεται σε συριακό πρωτότυπο του 5ου ή 6ου αι. Οι μάγοι οδηγήθηκαν στον Ιησού από έναν άγγελο και όχι από ένα αστέρι. Δίνεται μάλιστα μια επιπλέον ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια. Η Θεοτόκος, για να ανταποδώσει τα δώρα των μάγων τους χάρισε, επειδή δεν διέθετε κάτι άλλο, ένα κομμάτι από το σπάργανο του Ιησού, που οι μάγοι μετέφεραν στον τόπο τους και εκεί διαφυλάχθηκε ως κειμήλιο. H προέλευση των μάγων Ο θεολόγος απολογητής Ιουστίνος από τη Φλάβια-Νεάπολη, που μαρτύρησε περί το 165, θεωρούσε ότι οι μάγοι κατάγονταν από την Αραβία, το ίδιο και ο Τερτυλλιανός, από την Καρχηδόνα (τέλη 2ου αι.), ο οποίος τους απέδιδε και βασιλική ιδιότητα. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος, επίσκοπος Κωνσταντινούπολης (μέσα 4ου αι.), πίστευε ότι οι μάγοι ήταν Πέρσες. Ο σύγχρονός του Αθανάσιος, επίσκοπος Αλεξανδρείας, διέδιδε ότι ήταν Αιγύπτιοι. Ο θεολόγος και μάρτυρας Ωριγένης, από την Αλεξάνδρεια, ήταν αυτός που για πρώτη φορά (αρχές 3ου αι.) δήλωσε τον αριθμό των μάγων: ήταν τρεις, όσα και τα δώρα τους. Σχετικά καθυστερημένα, τον 6ο αι., οι μάγοι απέκτησαν τα ονόματά τους: Κάσπαρ ή Γάσπαρ, Μελχιώρ και Βαλτάζαρ. Αντιλαμβανόμαστε ότι η πρωτοχριστιανική παράδοση ήταν συγκεχυμένη σχετικά με τις λεπτομέρειες της γέννησης του Ιησού και της ταυτότητας των μάγων. Οι χριστιανοί της πρώτης γενιάς έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση στον σταυρικό θάνατο και στην ανάσταση, και τα ευαγγέλια δεν επιδίωκαν τόσο την πιστή καταγραφή της ιστορικής πραγματικότητας όσο είχαν κηρυγματικό χαρακτήρα. Η χριστιανική εικονογραφία συνδύασε όλες τις διαθέσιμες εκδοχές αναπαριστώντας στον τόπο της γέννησης από κοινού ποιμένες, αγγέλους και μάγους. Οι ποιμένες μάλιστα παρουσιάζονται να προσφέρουν ως δώρα τα ζώα τους. Η γέννηση του Ιησού προβλήθηκε ταυτόχρονα ως βασιλική και ως ταπεινή. Τελικά, τι ήταν οι μάγοι; Προφανώς ήταν σοφοί που είχαν πρόσβαση σε αστρολογικές και υπερβατικές γνώσεις, διέθεταν κύρος και ασκούσαν πολιτική επιρροή στην πατρίδα τους. Πιθανόν να ήταν Πέρσες ιερείς του Zωροαστρισμού. Οι Πέρσες πάντως τους θεωρούσαν ομοεθνείς τους: η παράδοση αναφέρει ότι το 614 μ.Χ., όταν ο στρατός του Χοσρόη Β΄ κατέλαβε και λεηλάτησε την Iερουσαλήμ, δεν κατέστρεψε τον Ναό της Γεννήσεως επειδή στην είσοδό του είχε μια εικόνα ή ψηφιδωτό με θέμα την προσκύνηση των μάγων. Iσως πάλι να μην έχει σημασία η ταυτότητα των μάγων, αν αυτό απειλεί να μειώσει τη μαγεία των ημερών. Ας συγκρατήσουμε μόνο ότι η παρουσία των μάγων και των δώρων τους στις διηγήσεις της γέννησης εξυπηρετούσε ως αδιαφιλονίκητη αναγνώριση της θεϊκής του φύσης. * H κ. Δέσποινα Iωσήφ είναι καθηγήτρια-σύμβουλος στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο Αθηνών. |
||||||
| ||||||||