|
Το καπνιστικό γονίδιο
|
|
ΣΩTH TPIANTAΦYΛΛOY Συγγραφέας |
ΑΠO TO 1975, όταν μπήκα στη Φυσικομαθηματική, μέχρι το 1979, όταν πήρα πτυχίο, συμπεραίνω -με βάση έναν αυτοσχέδιο αλγεβρικό συλλογισμό- ότι κάπνισα 24.508 τσιγάρα. Και μάλιστα χωρίς να αγοράσω ποτέ πακέτο: δεν ήμουν καπνίστρια· το κάπνισμα μού παρουσιάστηκε πολύ αργότερα, καθυστερημένα, μαζί με τη μυωπία. Στα είκοσι επτά απέκτησα ενάμιση βαθμό στραβομάρα και άρχισα, αίφνης, να καπνίζω ενάμισι πακέτο «Δελφοί» ημερησίως. Oχι ακριβώς «ημερησίως»: έγινα βραδινή καπνίστρια· κατάφερνα να αποτελειώσω τριάντα τσιγάρα αυθεσπερεί. Αντιλαμβάνομαι εκ των υστέρων ότι επρόκειτο περί επικίνδυνης εκκεντρικότητας, τότε όμως μου φαινόταν απολύτως φυσικό: οι καπνιστές που, κάθε πρωί, ανοίγοντας το μάτι, έβαζαν το τσιγάρο στο στόμα δεν έπαυαν να με εκπλήσσουν. Μα, το πρώτο πράγμα που κάνουμε μόλις ξυπνάμε δεν είναι να πλύνουμε τα δόντια μας; Δεν είναι να πιούμε τρεις καφέδες απανωτούς; Δεν είναι να κάνουμε επικύψεις; Δέκα χρόνια νωρίτερα, στο πανεπιστήμιο, εισέπνεα, επί δεκάξι ώρες την ημέρα, τον καπνό των άλλων· τις υπόλοιπες ώρες κοιμόμουν. Οι φοιτητές κάπνιζαν στα μαθήματα, στις συνελεύσεις, στους διαδρόμους· ακόμα και στις τουαλέτες, απωθημένο από την εποχή του γυμνασίου. Κάπνιζαν στη μούρη σου και στην πλάτη σου· κάπνιζαν ακόμα και στο κρεβάτι σου· οπωσδήποτε κάπνιζαν στο δικό τους κρεβάτι. Τώρα που τ' αναπολώ όλ' αυτά, νομίζω ότι μερικοί κάπνιζαν και στον ύπνο τους, δηλαδή σηκώνονταν τη νύχτα κι έκαναν ένα-δυο τσιγαράκια στην κουζίνα και στο μπαλκόνι· εγώ πάλι, όταν ξυπνούσα τη νύχτα, πήγαινα μονάχα για πιπί μου.
Tο στρίψιμο τσιγάρου, μόδα ανάγκης στην οικονομική κρίση του 30, επανεμφανίστηκε το 60, αυτή τη φορά εξαιτίας κυρίως της περιέργειας για ένα συγκεκριμένο «χόρτο» μες στο αυτοσχέδιο χαρμάνι... Πρόκειται για τα διαβόητα όσο και ευμεγέθη «τζόιντ», στα οποία χρωστάει κάτι από την κακή του φήμη το στριφτό τσιγάρο στη χώρα μας, τουλάχιστον μέχρι πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, οπότε καταργήθηκε το κρατικό μονοπώλιο στον καπνό. Σήμερα, το στριφτό τσιγάρο είναι ξανά του συρμού αρνούμενο σεμνοπρεπώς οποιαδήποτε σχέση με τον... μεγάλο ξάδελφό του τού 1960. Oι λόγοι της επιστροφής είναι δύο. O εξής ένας: αντίθετα με το έτοιμο τσιγάρο, που απλώνεις μηχανικά το χέρι σου και το ανάβεις πριν καλά καλά να το καταλάβεις, το στρίψιμο απαιτεί κάποιο χρόνο, διάστημα κρίσιμο, όπου μπορεί και να αναβάλεις. Eτσι και λιγότερο καπνό κατεβάζει κανείς στα πνευμόνια του, συμμορφωνόμενος, έστω έμμεσα, με τις προειδοποιήσεις των γιατρών, και με λιγότερο ταμπάκο επιβαρύνει το καθημερινό του εξοδολόγιο, εναρμονιζόμενος με τις επιταγές του αγίου πνεύματος της οικονομικής εγκράτειας που κηρύττει η εποχή μας. REUTER/Ian Waldie.
|
Ζούσα με το φόβο ότι κάποιος από μας θα 'χει την τύχη της Aυστριακής ποιήτριας Iνγκεμποργκ Μπάχμαν, που αποκοιμήθηκε καπνίζοντας και πέθανε από τα εγκαύματα, ή, στην καλύτερη περίπτωση, της βραζιλιάνας ποιήτριας Κλαρίς Λισπέκτορ, που αποκοιμήθηκε καπνίζοντας αλλά δεν πέθανε. Eκαψε μονάχα το δεξί της χέρι, με το οποίο έγραφε τα ποιήματα. Εκείνη την εποχή, το μυαλό μας δεν πήγαινε στους καρκίνους· πήγαινε στα δυστυχήματα: πυρκαγιές, πνιγμούς, τρακαρίσματα. Αν συνέβαινε να βρεθείς στα θυμαράκια ήταν επειδή είχες στουκάρει με το παπάκι ή επειδή σε είχε πατήσει το τρόλεϊ. Μερικοί ονειρεύονταν πως θα τα κακαρώσουν στη φυλακή ή στο εκτελεστικό απόσπασμα, πως θα γίνουν ήρωες μιας μεγαλειώδους, αιμοσταγούς επανάστασης κατά του καπιταλισμού· κανείς δεν υποπτευόταν πως θα μαυρίσουν τα πνευμόνια του και θα ψυχοπαραδώσει στον Aγιο Σάββα. Εξάλλου, τα περί βλαβερών συνεπειών του καπνίσματος θεωρούνταν διαδόσεις και υπερβολές, όπως τα περί Γκουλάγκ, όπως και τα περί σοβιετικής εισβολής στο Αφγανιστάν. (Τις μέρες εκείνης της εισβολής έδινα πτυχιακές: το γεγονός είχε αυξήσει το στρες και το κάπνισμα σε όλες τις παρατάξεις. Επιβεβαιωνόταν η θεωρία ότι το πέταγμα μιας πεταλούδας στη Νέα Ζηλανδία μπορεί να προκαλέσει παλιρροϊκό κύμα στη Φλόριντα.) Oποιος δεν κάπνιζε θεωρούνταν βουτυρόπαιδο· όποιος προτιμούσε το χασίς από τα καπνά Αγρινίου χαρακτηριζόταν αμερικανάκι, απολειφάδι του χιπισμού και πράκτορας ξενόφερτου τρόπου ζωής. Κι αυτό, παρόλο που τα χασικλορεμπέτικα ήταν η τελευταία λέξη της μόδας. Ελληνικός τρόπος ζωής σήμαινε Σέρτικα Λαμίας, Aσσος άφιλτρα, Καρέλια σε πακέτο των δέκα: όσο βαρύτερα τα τσιγάρα τόσο βαρύτερη και η μαγκιά, η λεβεντιά και η ελληνοφροσύνη. Τσιφτετέλια, αντάρτικα, πολιτικο-λαϊκά, κρασιά χύμα και τσιγάρα με το ειρωνικό όνομα Sant. Ντουμανιασμένα κουτούκια και μερακλίδικα στέκια θεριακλήδων. Oταν δεν είχαμε μάθημα ή συνέλευση (οι συνελεύσεις ήταν συχνότερες από τα μαθήματα), συμμετείχαμε σε παρατεταμένες (πέραν του μεσονυκτίου) συνεδριάσεις πολιτικών οργανώσεων: οι περισσότεροι από μας «ανήκαμε» (στην κυριολεξία: ήμασταν όργανα) πολιτικών νεολαιών με νεφελώδεις ιδεολογίες. Είχαμε προσχωρήσει με τη μέθοδο του γενιτσαρισμού και την ψυχολογική βία της ομάδας, την καλλιέργεια ενοχών και την απαξίωση του ανένταχτου: στο ερώτημα «εσύ με ποιον είσαι;» επιβαλλόταν σαφής απάντηση, ειδαλλιώς εξοστρακιζόσουν στο πυρ το εξώτερον με συνοπτικές διαδικασίες δανεισμένες από τις σταλινικές εκκαθαρίσεις. Ή από το κυνήγι των μαγισσών στο Σέιλεμ. Στις πολιτικές συνεδριάσεις, οι φερέλπιδες επαναστατημένοι νέοι της δεκαετίας του '70 φούμαραν σαν τον Λούκυ Λουκ· οι αίθουσες ανέδιναν οσμή συνωστισμένων καπνιστηρίων. Τα φοιτητικά δωμάτια έμοιαζαν με επαρχιακά καφενεία όπου οι γέροι παίζουν πρέφα ξερνώντας αιθάλη· ακόμα και στα μπάνια υπήρχαν σταχτοδοχεία (μαζί με εφημερίδες, πολιτικά περιοδικά και φυλλάδια). Μιλούσαμε (κραυγάζαμε) μέσ' από σύννεφα καπνού, με διαλείμματα βήχα και φτυσίματος: ήμασταν μια γενιά λίγδας και δυσωδίας· μυρίζαμε σαν τα προαναφερθέντα σταχτοδοχεία. Για να γλιτώσω, ψευδόμουν: «πάσχω από άσθμα». Ζάρωνα στην άκρη του αμφιθέατρου, στην άκρη του κάθε τεκέ· ζάρωνα γενικά στην άκρη και κοιτούσα. Οι άνθρωποι ήταν παράξενοι· άκουγαν παράξενες μουσικές, είχαν παράξενες ιδέες και κάπνιζαν παράξενα πράγματα· τέλος, το πήρα απόφαση: people are strange. Το πιστεύω ακόμα. Τότε, δεν ετίθετο σε καμιά περίπτωση η αβρή ερώτηση «μπορώ να καπνίσω;»· δεν ετίθετο καν η ερώτηση «μπορώ να μην καπνίσω;» Ο κόσμος κάπνιζε μέσα στα ασανσέρ· κάπνιζε μέσα στα ασθενοφόρα. Οι γιατροί έκαναν την πρωινή τους επίσκεψη στους θαλάμους των ασθενών στέλνοντας τολύπες καπνού στο ταβάνι· οι ίδιοι οι ασθενείς, με τον ορό στη φλέβα, ψυχορραγούσαν δίπλα σε τασάκια τίγκα στις γόπες.
H αφίσα του υπήρχε σε σχεδόν όλα τα καπνοβριθή νεανικά στέκια, το θυμίαμα στην εικόνα του μύριζε Σέρτικα Λαμίας. O ίδιος δεν είχε «γονίδιο καπνιστή». Tο αντίθετο, έπασχε νεότατος από άσθμα, αλλά δεν αρνιόταν ένα Romeo y Julietta όταν το καλούσε η περίσταση. Ποιο απ τα δυο, το άσθμα ή ο καρκίνος των πνευμόνων, θα προλάβαινε να του κόψει το νήμα της ζωής ίσως στα εξήντα ή στα εβδομήντα του δεν θα το μάθουμε. Tον εκτέλεσαν, αιχμάλωτο, οι διώκτες του στα βουνά της Bολιβίας, στις 9 Oκτωβρίου 1967, ώρα 13,10. O Eρνέστο Γκεβάρα Λιντς ήταν 39 χρόνων (φωτ. του Pαούλ Kοράλες, 1959· από το βιβλίο «CHE. Eικόνες μιας ζωής», επιμ. Φερνάντο Nτ. Γκαρσία, Oσκαρ Σόλα. Eλλ. μτφρ. Eκδ. «Mεταίχμιο», Aθήνα 2000.
|
Το Χημείο, όπου πέρασα τα φοιτητικά μου χρόνια, ήταν ένα ερείπιο, κιτρινισμένο από την κάπνα και κοκκινισμένο από μαοϊκά συνθήματα. Εκείνη την εποχή σκεφτόμουν ότι όποιος είναι κινεζόφιλος ή σοβιετόφιλος έπρεπε να ζητήσει επειγόντως τη βοήθεια της επιστήμης· το ίδιο πίστευα και για τους καπνιστές. Στα είκοσι επτά, όταν έγινα η ιδιόρρυθμη καπνίστρια που έγινα, θα περίμενε κανείς ότι θα άλλαζα τουλάχιστον γνώμη για τους μαοϊκούς και τους Κνίτες· όμως, όχι, δεν άλλαξα. Στην πραγματικότητα, δεν άλλαξα ούτε για τους καπνιστές. Στην οικογένεια όπου μεγάλωσα δεν κάπνιζε κανείς. Hμασταν μέλη μιας αλλόκοτης μειοψηφίας, μιας αίρεσης: όταν ερχόταν κάποιος για επίσκεψη, τσακιζόμασταν να βρούμε σταχτοδοχείο· κι όσο για αναπτήρα, δίπλα στα αμφίβολης χρησιμότητας ασημικά της μάνας μου, υπήρχε ένα πρωτόγονο gadget, που άλλοτε μας έβγαζε ασπροπρόσωπους κι άλλοτε μας ρεζίλευε. Δεν ανάβει το αναθεματισμένο. Μα αφού προηγουμένως άναβε! Μια φορά που πρόσφεραν τσιγάρο στον πατέρα μου, κόντεψε να πνιγεί· φούσκωνε τα μάγουλά του, έβγαζε ήχους σαν επιθανάτιο ρόγχο· η μάνα μου τον χτυπούσε στην πλάτη λες κι είχε καταπιεί ψαροκόκαλο. Χριστός! Χριστός! Κι εγώ, παρότι διαφωνούσα με όλα και ήμουν ο χειρότερος εφιάλτης μεσοαστών γονέων, δεν είχα καμιά διάθεση να καπνίσω. Iσως το ότι δεν κλειδώθηκα ποτέ στο μπάνιο για παράνομες τζούρες να οφείλεται στην πλήρη έλλειψη αντικαπνιστικού κηρύγματος: θυμάμαι κήρυγμα κατά του ελεύθερου σεξ και των ναρκωτικών (σκληρών τε και μαλακών), κήρυγμα κατά του τζιν φις (δήθεν για λόγους υγείας: στην πραγματικότητα, πλανιόταν η φήμη πως όποια έπινε τζιν φις συνουσιαζόταν με τον πρώτο τυχόντα και -ω, του θαύματος- καθίστατο αυθωρεί έγκυος)· θυμάμαι επίσης κήρυγμα κατά της Κόκα-Κόλα (για πολιτικούς λόγους: η οικογένεια μποϊκόταρε τα αμερικανικά προϊόντα). Ωστόσο, δεν θυμάμαι κήρυγμα κατά του καπνίσματος. Σε όλη την παιδική και εφηβική μου ηλικία έβλεπα ταινίες -συχνά, δύο ημερησίως- όπου οι ηθοποιοί κάπνιζαν όπως ανέπνεαν: στο «Οι γέφυρες του Τόκο-Ρι», όταν ο Γουίλιαμ Χόλντεν πέφτει στο κρεβάτι με τη Γκρέις Κέλλυ τι κάνει; Ανάβει τσιγάρο. Το τσιγάρο ήταν κάτι τόσο συνηθισμένο ώστε δεν μου φαινόταν καθόλου παραβατικό: παραβατικό ήταν να κλέβεις αυτοκίνητα, να πίνεις μπόμπες και να συναναστρέφεσαι τύπους που μόλις είχαν επιστρέψει από το Νεπάλ σε ημιθανή κατάσταση με τις φλέβες κατατρυπημένες. Δοκίμασα λοιπόν Old Navy στο σχολείο, Oscar από χρυσό κουτί σ' ένα πάρτι, Αύρα Menthol σε μια εκδρομή με τις ξαδέρφες μου (όπου δοκιμάσαμε επίσης αποτριχωτικές κρέμες: αυτές, μάλιστα, είχαν φανερό αποτέλεσμα), το κάπνισμα όμως δεν μου φάνηκε και τόσο σπουδαίο. Κατόπιν, μπήκα στο πανεπιστήμιο και το κάπνισμα έγινε, αποτόμως, κάτι όχι μόνο σπουδαίο, αλλά εντελώς αναπόδραστο. Επέζησα των 24.508 τσιγάρων. Ακολούθησε μια ωραία εποχή, ανθυγιεινή στο έπακρο, αλλά χωρίς φουμαδόρους με αμπέχονα, νικοτινιάσεις, οσμές κάπνας και ασβόλης. Αποφάσισα πως το κάπνισμα είναι ένα ακόμη ταξικό ζήτημα: οι φτωχοί καπνίζουν τσιγάρα, οι πλούσιοι καπνίζουν πούρα ή σνιφάρουν κόκα ή διέρχονται φάση αποτοξίνωσης μέχρι να ξανακυλήσουν στα σκληρά. Ή επιζητούν την αιωνιότητα: δεν καπνίζουν, απέχουν από τα οινοπνευματώδη και τρέφονται μόνο με οικολογικά προϊόντα. Σταδιακά, οι υγιεινολόγοι άρχισαν να συμπεριφέρονται το ίδιο τυραννικά με τους καπνιστές· το ίδιο διδακτικά και όχι λιγότερο αντιερωτικά. Λόγω υποχονδρίας, οι πεντακάθαροι, οι άσηπτοι, αντικαπνιστές δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου, σέξι. Eτσι, δοκίμασα, τυχαία, εκείνο το πρώτο τσιγάρο «Δελφοί»· μ' άρεσε το κουτί και οι λιγοστοί που το αγόραζαν: ήταν η πρώτη φορά που αυτοκτόνησα· θυμάμαι καλά τη μέρα (νύχτα) διότι, πρώτον, είχα αρχίσει να μη βλέπω καλά (μυωπία) και, δεύτερον, διότι πονούσε ο φρονιμίτης μου. Η ενηλικίωση είχε χυμήξει επάνω μου με αντικρουόμενα συμπτώματα. Τραβώντας βαθιές ρουφηξιές σκέφτηκα «Αυτό ήταν. Μεταμορφώθηκα σε καπνίστρια. Θα πεθάνω σαν την Iνγκεμποργκ Μπάχμαν, σαν την Κλαρίς Λισπέκτορ· το δέρμα μου θα γίνει πλισέ όπως του Κηθ Ρίτσαρντς· θα κιτρινίσουν τα δάχτυλά μου· θα ψοφήσω σε νοσοκομείο αναπνευστικών παθήσεων.» Πέρασαν μερικά χρόνια: κάθε βράδυ υποσχόμουν στον εαυτό μου και στους άλλους «Θα το κόψω»· πράγματι, όπως ο Μαρκ Τουέιν, το έκοψα εκατό φορές. Το έκοψα στα σοβαρά· το ξανάρχισα στ' αστεία· αποφάσισα πως μου λείπει το γονίδιο του καπνιστή· «να», έλεγα, «απόδειξη ότι ούτε ο αδερφός μου καπνίζει, παρόλο που δεν μοιάζουμε σε τίποτ' άλλο.» Μοιάζουμε σ' αυτό: είμαστε εκ γενετής μη καπνιστές. Απλώς, εγώ πήγα κόντρα στη φύση, αφού, όπως είπα, το 'χω αυτό το χούι. Κόντρα στη φύση πηγαίνω ακόμα· καπνίζω, το κόβω, ξανακαπνίζω, το κόβω· αλλάζω μάρκες· στρέφομαι στα πούρα· στην αρχή στα μικρά, κατόπιν στα μεγαλύτερα. Συμπεραίνω πως είμαι άνθρωπος χωρίς συνήθειες. Τα χρωμοσώματά μου έχουν διαταραχτεί· ώσπου να καταφέρω να κόψω οριστικά το κάπνισμα θα έχει επέλθει μετάλλαξη και θα 'χω αποκτήσει επιτέλους το καπνιστικό γονίδιο. |