|
Tο Graffiti στην Eλλάδα
ΣTHN EΛΛAΔA έχουμε ευτυχήσει να φιλοξενούμε τοιχογραφίες από τα αρχαία χρόνια, σε μέρη που είναι γνωστά ανά την υφήλιο, όπως αυτά στην Κνωσό και στην Σαντορίνη. Γνωστές στο ευρύ κοινό είναι και οι λαϊκές ζωγραφιές - τοιχογραφίες του Θεόφιλου που «διασώθηκαν», αποκαθηλούμενες από τον πρωτογενή τους χώρο. Πέρα από αυτές, όμως, ελάχιστες είναι οι τοιχογραφίες που έχουν γίνει από Eλληνες καλλιτέχνες στο πρόσφατο παρελθόν, τοιχογραφίες οι οποίες να ζωγραφίστηκαν στον δρόμο και σε κοινή δημόσια θέα. Ελάχιστες είναι και οι πρωτοβουλίες των πολιτών για το ίδιο αντικείμενο, εκτός ίσως αυτών των τοιχογραφιών που έγιναν με πρωτοβουλία της ΕΕΔΥΕ στην Αθήνα. Oσον αφορά όμως την αναγραφή συνθημάτων - Graffiti, εδώ έχουμε μια μεγάλη παράδοση. Στην κατοχική Ελλάδα, στη μεταπολεμική περίοδο και ιδιαίτερα στη δικτατορική επταετία, το σύνθημα πήρε τη μορφή της αντίστασης. Η εποχή της μεταπολίτευσης στιγματίστηκε με τα πολιτικά συνθήματα, το πιο σταθερό όμως και πολυεμφανιζόμενο σύνθημα ήταν και είναι εκείνο που εκφράζει την αναρχοαυτόνομη αντίληψη. Σήμερα ρατσιστικά, οικολογικά, αναρχικά συνθήματα, συνθήματα γηπέδου, θρησκευτικά, συνεχίζουν την παρουσία τους, στους τοίχους των πόλεων ανά την Ελλάδα.
Graffiti από τον Impe, σε χώρους της Φοιτητικής Eστίας, Πολυτεχνειούπολη, Aθήνα.
|
Δεν λείπουν βέβαια και οι προσπάθειες των ιδιωτών να διακοσμήσουν τις τσιμεντένιες επιφάνειες των κτιρίων τους, με αντίστοιχα τσιμεντένια γλυπτά ή ακόμη και με απλά γεωμετρικά σχέδια. Ξεκίνημα To graffiti σε συνάρτηση με το κίνημα που εμφανίστηκε στη Νέα Υόρκη θα ανδρωθεί στην Ελλάδα σε κλειστές ομάδες (crew), οι οποίες θα δημιουργήσουν και τα πρώτα Graffiti στα τρένα των ΗΣΑΠ και του ΟΣΕ το 1989 με 1990. Τα πρώτα ακούσματα της ραπ μουσικής, το πρώτο hiphop συγκρότημα (TXC), η έλευση των περιοδικών, των βιβλίων («Spraycan Art») και των σπρέι, έδωσαν τη δυνατότητα στις ομάδες αυτές να αποκτήσουν ένα ακόμη δέλεαρ. Ακολούθησαν οι επισκέψεις ξένων writers, όπως του Colorz από τη Γαλλία και του Bez από την Ολλανδία το 1992-93, οι οποίοι βοήθησαν τα νέα μέλη με την εμπειρία τους. Τα σχολικά κτίρια αποτέλεσαν τις ιδανικότερες και τις πιο προσιτές επιφάνειες για τη δημιουργία και παρουσίαση των έργων και η μίμηση από πολλούς νεαρούς δεν άργησε να έρθει. Oπως δεν άργησαν και οι αντιδράσεις των σχολικών διευθυντών, με απειλές για αποβολές και κατηγορίες για βανδαλισμούς. Σήμερα η φύλαξη των σχολείων αποτρέπει κάθε παρέμβαση, παρά μόνον αυτές που γίνονται -όχι αυθόρμητα- αλλά κατόπιν αιτήσεως, συνεννοήσεως και εγκρίσεως. Τα βαγόνια των ΗΣΑΠ και του ΟΣΕ δέχτηκαν και αυτά τις πρώτες πινελιές των writers και οι «επεμβάσεις» συνεχίζονται και σήμερα. Το μετρό «παίρνει σειρά», αποτελώντας το μεγαλύτερο δέλεαρ για τους παράνομους writers, οι οποίοι «βρίσκουν τον δρόμο ζωγραφίζοντας τις επιθυμίες τους». Τα έργα τους όμως δεν θα εμφανιστούν ποτέ μπροστά στα μάτια των χιλιάδων επιβατών, μιας και τα βαγόνια αποσύρονται και καθαρίζονται άμεσα. Φεστιβάλ Ακολουθούν τα φεστιβάλ που γίνονται με νόμιμες άδειες σε χώρους συγκεκριμένους, συνήθως με χορηγίες εταιρειών και στήριξη από τις εκάστοτε τοπικές δημοτικές αρχές και τα συμβούλια νέων. Τα φεστιβάλ προσπαθούν να δώσουν μια πιο ζεστή ατμόσφαιρα γιορτής φιλίας και δημιουργικότητας μεταξύ των writer, αλλά και αλληλεπίδρασης με το ευρύ κοινό. Το πρώτο φεστιβάλ που έγινε σε κλειστό κύκλο writer, ήταν το 1994 στην εξωτερική επιφάνεια του Ιππόδρομου στην Αθήνα με τις συμμετοχές των Dimer, Dennis,Geo, Ren2, Art, Tare, Ante, Kerts, Ane, Woozy, Jaysone, Ore, Tweak, Zazan... Ακολούθησαν φεστιβάλ το 1996 στη Θεσσαλονίκη υπό την αιγίδα του Δήμου Καλαμαριάς και του Δήμου Τριανδρίας, μια ιδιόμορφη εικαστική παρέμβαση στα εργοταξιακά πάνελ του μετρό με πρωτοβουλία του περιοδικού ΑΝΤΙ, το πρώτο διεθνές φεστιβάλ με ξένες συμμετοχές στην Ερμού σε συνεργασία με τους ΗΣΑΠ(!), με διοργάνωση της Ελληνοαμερικάνικης Eνωσης και συνέδριο με ομιλίες από τεχνοκριτικούς και δημοσιογράφους. Από το 1999 έως και σήμερα και δώθε, εμφανίστηκαν αρκετά φεστιβάλ με πρωτοβουλίες writer ή και crew από όλη την Ελλάδα (Κατερίνη, Βέροια, Λάρισα, Καρδίτσα, Καλαμάτα, Καστοριά κ.λπ.). Παράλληλα κάνει την εμφάνισή της η «Ομάδα Carpe Diem», η οποία παρουσιάζει ένα σύνολο έργου από εκδόσεις, εικαστικές παρεμβάσεις σε δημόσιους χώρους, τοιχογραφίες, σεμινάρια νέων καλλιτεχνών, φεστιβάλ, εικαστικές εκθέσεις και δημιουργία ειδικών προγραμμάτων. Σε νέους δρόμους Πέρα από τα παραπάνω το graffiti άνοιξε και στην Ελλάδα καινούργιους δρόμους στις εταιρείες, διαφημιστικές και μη, να προωθήσουν τα προϊόντα τους. Δίνει πλέον την ευκαιρία σε ιδιώτες να δημιουργήσουν στους χώρους τους τοιχογραφίες και σε ορισμένους writers να παρουσιάσουν μια πιο εμπορική δουλειά, με εκθέσεις κ.λπ. Eτσι θεατρικές παραστάσεις, σίριαλ, προϊόντα, μουσικές εκδηλώσεις (π.χ. eurovision), χώροι club, ειδικά project από κρατικές υπηρεσίες και υπουργεία, «ντύνονται» με έργα από writers.
Graffiti από τον Antiea επί της οδού Πατησίων, Aθήνα. Eυκαταφρόνητα ή μη ως εικαστική παρουσία,
τα Graffiti συνιστούν ένα ενεργό στοιχείο της νεολαίας στην πόλη.
|
Επίσης, μέσα από τη δραστηριοποίηση ενεργών writer, πολλές επιφάνειες του δημόσιου χώρου έχουν μετεξελιχθεί σε χώρους ελεύθερης έκφρασης και δημιουργίας, όπου νόμιμα μπορεί ο οποιοσδήποτε να ζωγραφίσει. Τέτοιες επιφάνειες υπάρχουν στις γέφυρες του Τροχονόμου στη Νέα Ιωνία, στο γήπεδο της Καλαμαριάς στη Θεσσαλονίκη κ.λπ. Κομβικό σημείο για το graffiti στην Ελλάδα αποτέλεσε η υλοποίηση του προγράμματος «Χρωμόπολις» το καλοκαίρι του 2002, τόσο για τη δύναμη και την έκταση της εικαστικής παρέμβασης αυτού του προγράμματος, όσο και για τη συμμετοχή πολλών επώνυμων καλλιτεχνών στη δημιουργία ενός κοινού σκοπού. Hταν μια ευκαιρία και ένα κίνητρο (που δεν έχει αξιοποιηθεί) για τις δημοτικές αρχές να γνωρίσουν ζωντανά ένα από τα μοναδικά εργαλεία παρέμβασης στο αστικό τοπίο και μια μοναδική ευκαιρία να γνωρίσουν αυτούς τους καλλιτέχνες. Θα γίνει αναφορά του προγράμματος αυτού σε επόμενο άρθρο. Πώς αντιμετωπίζεται Το graffiti έτσι συνεχίζει τον δρόμο του και στην Ελλάδα με εκδηλώσεις να ανάβουν «φλόγες» και νέες ομάδες να δημιουργούνται, προσωπικές πρωτοβουλίες να ομορφαίνουν χώρους μακριά από τη δημοσιότητα κ.λπ. Χωρίς να διαφέρουν σε τίποτα από το εξωτερικό, οι αντιδράσεις του ελληνικού κοινού ποικίλλουν: άλλοι το θεωρούν βανδαλισμό, άλλοι τέχνη και άλλοι απλώς graffiti. Χαρακτηριστικό για το πώς αντιμετωπίζεται το graffiti είναι οι καθημερινές απόψεις ανθρώπων -δημοσιογράφων και μη- που κατατίθενται στον ημερήσιο Tύπο: «...Στην αχανή έκταση που συγκροτούν οι τοίχοι, οι δρόμοι, τα μνημεία, οι πλατείες των μητροπολιτικών τοπίων, εγγράφονται τα πάντα. Διαφημίσεις, οδηγίες, απαγορεύσεις, συνθήματα. Για τις αρχές η πόλη οφείλει να διατηρείται επιλεκτικά καθαρή. Oταν πρόκειται για σημάνσεις, ελεγχόμενα χάπενινγκ και καταναλωτικά μηνύματα η εικαστική και όποια άλλη παρέμβαση νομιμοποιούνται. Αντιθέτως όταν καθημερινοί άνθρωποι πετούν λίγο χρώμα στον γκρίζο διάκοσμο, θεωρούνται βάνδαλοι... Πράγματι το τι είναι προσβλητικό για το ήθος και την αισθητική του κόσμου αποφασίζεται από τους κυρίαρχους. Οι υπόλοιποι συμμορφώνονται με τα εκάστοτε επιβαλλόμενα εκμαγεία...»1. «...Οι εξωτερικοί τοίχοι των κατοικιών και των κτιρίων αποτελούν την υποδομή της δημόσιας εικόνας της πόλης. Μέρα με τη μέρα οι τοίχοι, εδώ και χρόνια προσφέρονται ή υφαρπάζονται για βανδαλισμούς και βρομιές, που κάποιοι βάφτισαν graffities...πολλοί μη τολμώντας να κατηγορηθούν για έλλειψη δημοκρατικότητας, χαϊδεύουν τα αυτιά των πιτσιρικάδων και τους δίνουν χαρτζιλίκι να αγοράσουν spray για να σχεδιάσουν με αισθητικές ύβρεις όχι μόνο τοίχους...»2. « Χρόνια τώρα αγανακτούμε για την απίστευτη αισθητική ρύπανση που γίνεται σε κάθε ελεύθερη επιφάνεια με αυτά τα σχηματοειδή ιδιότροπα γράμματα, με τα οποία κάποιοι εκτονώνονται, ιδίως παράγοντας έτσι έργα τέχνης μιας, τελικά, μηδενικής πρωτοτυπίας. Είναι απλώς μια νευρωτική μόδα κάποιων ανασφαλών ανθρώπων; Eίναι μήπως αποκαλυπτικό μιας βαθύτερης τάσης σαδιστικής ρύπανσης στο μέτρο που όσοι περισσότερο κάποιοι από μας αγανακτούμε, τόσο οι δράστες κρυφτοχαμογελούν;»3. «Η σταθερή επωδός των πάσης φύσεως υπευθύνων είναι απλή: για να λυθεί το πρόβλημα της τοιχορύπανσης αρκεί να υποδειχθούν στους δράστες χώροι ειδικοί, όπου θα μπορούν να ασκούν την καλλιτεχνική τους δραστηριότητα προς όφελος της πόλης... Πρόκειται για παρεξήγηση. Ο λόγος που οδηγεί τους μοντέρνους τοιχογράφους να καταπατούν τη δημόσια περιουσία, δεν είναι η έλλειψη ειδικών χώρων. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Tα γκράφιτι υποδηλώνουν τη άμεση επιθυμία του ανθρώπου της πόλης να ακυρώσει τους ειδικούς χώρους, να κάνει δικά του εκείνα ακριβώς τα στοιχεία του χτισμένου περιβάλλοντος που του έχουν βιαίως επιβληθεί. Τα συνθήματα, τα σκαριφήματα, τα σχέδια πάνω στους απαγορευμένους τοίχους, είναι κάτι παραπάνω: είναι τα απελπισμένα σημάδια κατοχής που αφήνει ο εκμηδενισμένος καλλιτέχνης πάνω στην πόλη που τον περιβάλλει, χωρίς νου του επιτρέπει να τη ζει»4. Και οι λόγοι - αντίλογοι συνεχίζονται όπως και το έργο των writers. Oι ίδιοι εκφράζουν την άποψή τους με τα έργα τους και μέσα από τις συνεντεύξεις που παραχωρούν σε graffiti περιοδικά, εκεί όπου πιστεύουν ότι οι αναγνώστες μπορούν να τους καταλάβουν και να τους αισθανθούν. Aντίλογος «Το graffiti είναι η φωνή μου, είναι ο τρόπος με τον οποίο ουρλιάζω για τις αηδίες. Τα χρησιμοποιώ για να καταγράφω την μαύρη πλευρά και μου επιτρέπει να τα βγάζω πέρα με την κατεστραμμένη ομορφιά του κόσμου», Stormie, Αυστραλία...
Graffiti από τον Raiden, Aθήνα.
|
«Η αγάπη για τα γράμματα γεννήθηκε μέσα μου και δεν μπορεί να φύγει ποτέ. Πιστεύω ότι το να παρουσιάζεις τις ιδέες σου στους δρόμους, είναι ο καλύτερος και ευκολότερος τρόπος να αποκτήσεις ακροατήριο για τις ιδέες και για την δουλειά που μπορείς να κάνεις... δεν συμπαθώ το καταστροφικό graffiti στο σύνολό του... κάποια κομμάτια ξεχωρίζουν αλλά δεν μου αρέσει εάν παλιά ή νέα συμπαθητικά αρχιτεκτονικά κτίρια καταστρέφονται, με υπογραφές ή σχέδια. Ειδικά από τη στιγμή που υπάρχουν τόσα πολλά άσχημα κτίρια, τα οποία αφήνονται... Πιστεύω οτι οι συνθήκες δεν έχουν αλλάξει και πολύ από τότε που εμφανίστηκε το Graff στη Νέα Υόρκη. Οι νέοι ζουν ακόμα στο ίδιο γκρίζο βαρετό, απρόσωπο περιβάλλον και μερικές φορές ζουν επιθετικά στα προάστια, όταν θέλουν να δραπετεύσουν από τις ανώνυμες ζωές τους, επηρεάζοντας αυτούς που είναι τριγύρω τους... σήμερα η εμπορική πλευρά του graffiti βρωμάει. Σκέφτομαι ότι πολλοί writers ξεπουλιούνται εύκολα στις μεγάλες επιχειρήσεις, σκοτώνοντας όμως έτσι τις ιδέες και την εργασία τους», Morse code, Κάτω Χώρες. «Νόμιμο, παράνομο, όπως τη βρίσκει κανείς, με ότι υλικά γουστάρει. Οι παρωπίδες είναι περιττές. Εκτιμώ όποιον έχει ένα spray, ένα sticker, stencil, marker, αφίσα στο χέρι του, αντί ένα TV control» Lue, Ελλάδα. «Μου αρέσει να βλέπω καλά bombing, σε καλά σημεία. Το graffiti δεν θα υπήρχε χωρίς αυτά. Oχι μόνο ιστορικά, αλλά ούτε και σήμερα δε θα υπήρχε νόμιμο graffiti χωρίς bombing. Tο ένα ανήκει στο άλλο και είναι αλληλένδετα», Neck, Γερμανία. «Oταν είχαμε ξεκινήσει τη φάση το '94 στην Αθήνα κανείς δεν γνώριζε ή καταλάβαινε τι ήταν graffiti. Θυμάμαι όταν μας έδεσαν για πρώτη φορά, μας ανάκριναν με τις ώρες για να καταλάβουν ότι δεν κρύβεται καμιά οργάνωση από πίσω μας. Γενικά με τον κόσμο το συζητούσαμε, υπήρχε προκατάληψη. Τώρα το graffiti είναι εμπορικό και πουλάει...», Wore, Ελλάδα. Σήμερα όλο και περισσότερη γνώση συσσωρεύεται από τους νέους καλλιτέχνες, οι οποίοι εφαρμόζουν και στο ελληνικό αστικό τοπίο νέες μορφές graffiti, όπως αυτά των stencil, των αυτοκόλλητων κ.λπ. δίνοντας και εδώ μια νέα νότα στις δημιουργίες του δρόμου. Παρ' όλη την σε παγκόσμια κλίμακα διογκούμενη αστυνόμευση και καταστολή καινούργιων ιδεών, την «αφομοίωση ιδεών και κινημάτων», τη δημιουργία παθητικότητας κ.λπ., παρ' όλα αυτά, το graffiti δίνει και εδώ το στίγμα της αντίστασης και της δημιουργίας: χρώματα και σχέδια, το διαφορετικό να ξεπροβάλλει εμπρός, χαλώντας την εικόνα μιας πόλης «καμουφλαρισμένα καθαρής», με «αμόλυντους χώρους» και με «αμόλυντη ηθική». Ενδεικτικά βήματα και τεχνικές για τη δημιουργία ενός «wall-piece» 1. Ο writer αφού έχει ήδη κατασταλάξει στο ψευδώνυμο και έχει πειραματιστεί με αυτό το σχεδιάζει σε χαρτί. 2. Βάφουμε τον τοίχο με πλαστικό χρώμα, για να μπορούμε να ζωγραφίσουμε καλύτερα στην επιφάνειά του, το σχέδιό μας με τα σπρέι. 3. Σχεδιάζουμε, με ένα ανοιχτό χρώμα, τις πρώτες γραμμές του κομματιού που έχουμε δημιουργήσει, στο σημείο του τοίχου, όπου πιστεύουμε ότι αυτό ταιριάζει. 4. «Γεμίζουμε», με τα βασικά χρώματα που θα χρησιμοποιήσουμε, το fill-in. 5. Με ένα πιο σκούρο χρώμα, από τα χρώματα του fill-in, περνάμε τα πρώτα outlines. Αυτή η διαδικασία είναι το πιο σημαντικό μέρος, για την τελική μορφή που θα έχει το style του κομματιού. Περνάμε στο στάδιο του 3d, όπου δίνουμε βάθος, σε όποια σημεία του κομματιού πιστεύουμε ότι χρειάζεται. 6. Βάζουμε το χρώμα του background που θα κάνει αντίθεση με το κομμάτι, με αποτέλεσμα να δώσουμε λίγο παραπάνω όγκο στο κομμάτι μας. Aμα θέλουμε, μπορούμε να δώσουμε και ένα θέμα στο background ή να προσθέσουμε κάποια character. 7. Καθαρίζουμε όσα σημεία έχουν στάξει. Στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει το κομμάτι μας να κάνει μεγάλη αντίθεση, σε σχέση με το background, προσθέτουμε μια εξωτερική γραμμή σε όλη την περιφέρεια του κομματιού (second outline). Αυτό θα βοηθήσει να δώσει έναν ακόμη παραπάνω όγκο στο κομμάτι μας. Τα στάδια που περιγράφουμε παραπάνω είναι κάποια πρώτα βήματα, τα οποία, εάν θέλει κανείς, μπορεί να τα ακολουθήσει στα αρχικά του βήματα. Από ’κει και πέρα ο καθένας, με τη δική του φαντασία και τα δικά του ερεθίσματα, θα πρέπει να δημιουργήσει και να προσθέσει τα δικά του στοιχεία στο εσωτερικό (fill-in) και στο εξωτερικό (background) του κομματιού του. WordsLove Σημειωσεις: 1. Μανώλης Ανδριωτάκης, «Ελευθεροτυπία», «Η τέχνη του βανδαλισμού». 2. Δ. Θ. Αρβανίτης, περ. Δέλτα D, «Less Aesthetics More Ethics». 3. Γιάννης Μεταξάς, Επενδυτής, «Ανελεύθερη Γραφή». 4. Ιός της Κυριακής, εφημ. «Ελευθεροτυπία», «Ο πόλεμος του σπρέι Αντάρτες Τοίχων». |