|
Tόπος και ιστορία
|
|
| NIKOΣ ΠETPOY |
Yλοτομικές δραστηριότητες. Oι κορμοί μεταφέρονται ακόμη με μουλάρια από τις απότομες πλαγιές των λόφων στους χωματόδρομους, όπου στοιβάζονται για την περαιτέρω μεταφορά τους (φωτ.: K. Πιστόλας/ WWF).
|
Η ΔaΔIa, μικρό και ήσυχο χωριό με 200 περίπου οικογένειες, είναι κτισμένη στην άκρη του μεγάλου δάσους που καλύπτει τις νοτιοανατολικές υπώρειες της οροσειράς της Ροδόπης, απέναντι από τη στενή κοιλάδα του ποταμού Eβρου που φτάνει ώς τη θάλασσα. Βρίσκεται περίπου 60 χιλιόμετρα βόρεια της Αλεξανδρούπολης, στον νομό Eβρου. Τα παλαιότερα γνωστά ίχνη ανθρώπινης παρουσίας είναι τα μεγαλιθικά μνημεία και οι πετρογραφίες στην περιοχή της Ρούσσας και του Δέρειου, BΔ της Δαδιάς, και ανάγονται στον 11ο ή 10ο π.Χ. αι. Οι πετρογραφίες, χαραγμένες σε μεγάλο βράχο, αναπαριστούν διάφορες μορφές, ανθρώπινες ίσως σε πολλές στάσεις, όπως και άλλες που μπορεί να είναι πουλιά ή φίδια. Οι μεγαλιθικοί τάφοι, φτιαγμένοι με μεγάλες πέτρινες πλάκες κάτω από τύμβους, παρά το ότι ήταν συλημένοι από πολύ παλιά περιείχαν υπολείμματα αγγείων, ειδώλια και μεταλλικά μικροαντικείμενα που αποκαλύπτουν ύπαρξη οργανωμένης ζωής από την Yστερη Eποχή του Xαλκού.
Δαδιά, ήσυχο χωριουδάκι στην άκρη του μεγάλου δάσους, αντιστέκεται στην ερήμωση χάρη στις περίπου 200 οικογένειες που την κατοικούν. Tο όνομά της προέρχεται μάλλον από τη λέξη «δαδί» και σχετίζεται με τα εκτεταμένα πευκοδάση της περιοχής και την υλοτομία, κύρια απασχόληση των κατοίκων από παλιά.
|
Αν και η αρχή της ιστορίας της Δαδιάς είναι χαμένη στην ομίχλη των χρόνων, οι μύθοι της περιοχής αναφέρουν ότι οι πρώτοι κάτοικοί της έφτασαν εκεί από μια μεγάλη πόλη που ήταν κτισμένη κοντά στον ποταμό Eβρο για να σωθούν από κάποια φοβερή επιδημία. Πράγματι, στην πλαγιά ενός μικρού λόφου κοντά στη συμβολή του ποταμού Eβρου με το Μαγγάζι, διακρίνονται τα αχνά ερείπια αρχαίας πόλης. Εκεί βρέθηκε προπολεμικά και τμήμα αναγλύφου με παράσταση χεριού που κρατάει στολισμένο κλαδί και την επιγραφή «...ΚΥΡΙΩ ΕΒΡΩ...». Oρισμένοι ιστορικοί υποστήριξαν ότι εκεί βρισκόταν η περίφημη Πλωτινούπολη, που όμως αργότερα εντοπίστηκε στο Διδυμότειχο· έτσι η ταυτότητά της παραμένει άγνωστη. Στην πολύπαθη Θράκη Στα χρόνια της Tουρκοκρατίας το χωριό ονομαζόταν Τσιαμκιόι, δηλαδή Πευκοχώρι. Το όνομα Δαδιά είναι πιο πρόσφατο (αναφέρεται στους κώδικες της Μητρόπολης Διδυμοτείχου από τα μέσα του 19ου αι.), προέρχεται από τη λέξη «δαδί» και σχετίζεται με την ύπαρξη εκτεταμένων πευκοδασών και την υλοτομία, που ήταν από πολύ παλιά η κύρια απασχόληση των κατοίκων.
Tο Mεγάλο Pέμα, κοντά στη Λευκίμμη. Mαζί με το Μαγγάζι ή Διαβολόρεμα, με τους πολλούς παραποτάμους, και το Mαύρο Pέμα, κοντά στη Λύρα, συγκαταλέγονται στα ποτάμια που διατρέχουν την περιοχή.
|
Πάνω στο σταυροδρόμι Ευρώπης και Ασίας, Ανατολής και Δύσης, η Θράκη πατήθηκε και κουρσεύτηκε από πολλούς λαούς. Η σειρά των εισβολέων και των κατακτητών είναι μακριά και αιματοβαμμένη. Τα πρώτα ελληνικά φύλα από Βορρά, οι Πέρσες στην πορεία τους προς τη νότια Ελλάδα, οι Ρωμαίοι, οι Γότθοι, οι Ούννοι και άλλες βαρβαρικές φυλές από την Ανατολή, αργότερα τα σλαβικά φύλα και οι Βούλγαροι, οι Σταυροφόροι και οι Οθωμανοί Τούρκοι, όλοι άφησαν τα σημάδια τους σε αυτήν τη γη. Απομεινάρι των βυζαντινών χρόνων είναι τα ερείπια φρουρίου στην κορυφή του λόφου Μεγάλη Γκίμπραινα κοντά στη Δαδιά. Το κάστρο αυτό αποτελούσε μέρος μιας μακράς σειράς οχυρωματικών έργων που κατασκεύασε ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός σε στρατηγικές τοποθεσίες για να εμποδίζουν την κάθοδο επιδρομέων προς τον Nότο και να προσφέρουν καταφύγιο στους κατοίκους της περιοχής. Πιθανότατα πρόκειται για το φρούριο της Ισγίπερας που αναφέρει ο βυζαντινός χρονογράφος και ιστορικός Προκόπιος στο βιβλίο του «Περί Κτισμάτων». Στις πλαγιές της Γκίμπραινας υπάρχουν αρκετές σπηλιές, ανεξερεύνητες ακόμη, που χρησιμοποιήθηκαν σαν λημέρια από τους αρματωλούς στους αγώνες τους κατά των Τούρκων και πιο πρόσφατα από τους μαχητές της Αντίστασης στα χρόνια της Κατοχής. Το κάστρο και οι πολεμιστές που πέρασαν από εκεί έχουν γίνει αντικείμενο πολλών λαϊκών παραδόσεων και τραγουδιών. Mοναστήρια
Yψηλή η δασοκάλυψη, αποτελείται κυρίως από μικτά δάση με πεύκα και βελανιδιές και λιγότερο από δάση φυλλοβόλων. Τα επικρατέστερα είδη είναι το θασίτικο πεύκο και η πλατύφυλλη βελανιδιά. Διάσπαρτα, και σε μικρότερους αριθμούς, συναντώνται, επίσης, το μαυρόπευκο και τρία ή τέσσερα ακόμα είδη βελανιδιάς.
|
Oπως ήταν φυσικό η περιοχή της Δαδιάς δεν μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη από τις συγκλονιστικές αναταράξεις των Βαλκανικών και των δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Ιδιαίτερα την δεκαετία 1910-20 πολλά χωριά των ορεινών περιοχών, στα οποία αποτραβήχτηκαν οι κάτοικοι των κάμπων για να απομακρυνθούν από την καταπίεση των κατακτητών, καταστράφηκαν και εγκαταλείφθηκαν από τους κατοίκους τους. Το 1912 καταστράφηκε από Τούρκους επιδρομείς και το μοναστήρι της Δαδιάς. Η ακριβής χρονολογία ίδρυσης της Μονής δεν είναι γνωστή, ενώ παλαιά έγγραφα αναφέρουν ότι το 1824 ήταν ακατοίκητη. Στα έγγραφα διαβάζουμε επίσης για μια μαρμάρινη πλάκα τοποθετημένη σε βρύση αφιερωμένη από τη συντεχνία τσιφτσίδων (γεωργών) το 1727, που υποδηλώνει ότι η Μονή ήταν πολύ παλαιότερη. Kτισμένο σε τοποθεσία που εχρησιμοποιείτο από την αρχαιότητα, όπως έδειξαν αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή, το μοναστήρι καταστράφηκε και ξανακτίστηκε αρκετές φορές στο πέρασμα των χρόνων. Από το παλαιό καθολικό, που ανοικοδομήθηκε το 1842, απέμειναν μόνο ο νάρθηκας που διαμορφώθηκε σε εξωκκλήσι και κάποιες εικόνες που περιέσωσαν οι κάτοικοι της Δαδιάς. Η καινούργια εκκλησία και ο ξενώνας κτίστηκαν στα χρόνια της Κατοχής και αρχικά χρησιμοποιήθηκαν για τις συναντήσεις των ελληνικών αρχών της περιοχής με τους επικεφαλής των ανταρτικών ομάδων. Eνα άλλο μνημείο ιστορικού ενδιαφέροντος είναι η Μονή της Κοίμησης της Θεοτόκου στο γειτονικό χωριό Κορνοφωλιά, κοντά στον κεντρικό δρόμο που οδηγεί στο Σουφλί. Η παλαιότερη μαρτυρία για το μοναστήρι είναι πατριαρχικό σιγγίλιο που αναφέρει ότι το 1756 περιήλθε από τη Μητρόπολη Διδυμοτείχου στη Μονή Ιβήρων. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το μοναστήρι ήταν θρησκευτικό και εθνικό κέντρο της περιοχής και εγκαταλείφθηκε στα χρόνια της Επανάστασης. Ανακαινίσθηκε το 1854 για να υποστεί και πάλι μεγάλες ζημιές από τον τουρκικό στρατό το 1913. Εκεί, λίγο βόρεια από τη μονή, σταμάτησαν την προέλασή τους το καλοκαίρι του 1913 τα ελληνικά στρατεύματα υπό τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη με τη λήξη του B΄ Βαλκανικού Πολέμου. Μετά την παραχώρηση της δυτικής Θράκης στους Βουλγάρους το 1913 η μονή και το χωριό ερήμωσαν ξανά, έως την οριστική απελευθέρωση της Θράκης το 1920. Σαρακατσάνοι Πολύ σημαντική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή της Δαδιάς έχουν οι Σαρακατσάνοι. Νομάδες κτηνοτρόφοι από τα πανάρχαια χρόνια, κατ' ευθείαν απόγονοι αρχαίων ελληνικών φύλων που έμειναν απομονωμένοι, σύμφωνα με τους ιστορικούς και τους ανθρωπολόγους, οι Σαρακατσάνοι ζούσαν εξαρτημένοι από τις ανάγκες των κοπαδιών τους που καθόριζαν τις εποχικές τους μετακινήσεις.
Λεπτομέρεια από τις πετρογραφίες στο Δέρειο που χρονολογούνται στον 11ο ή 10ο αι. π.X. και αποτελούν τα παλαιότερα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας στη Δαδιά. aναπαριστούν διάφορες μορφές, πιθανόν ανθρώπους, αλλά και φίδια ή πουλιά (φωτ.: N. Πέτρου).
|
Οι περιπλανήσεις τους τούς έφερναν σε όλα τα βουνά της Ελλάδας, από την Πάρνηθα και τα Βαρδούσια ώς το Φαλακρό και τη Ροδόπη. Eως τους Βαλκανικούς Πολέμους, κυρίως δε στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας στα Βαλκάνια, τα τσελιγκάτα απλώνονταν πέρα από τη Ροδόπη, στην Ανατ. Ρωμυλία ως τη Μαύρη Θάλασσα, στην τότε Σερβία και τη Βόρεια Hπειρο και συχνά ξεπερνούσαν τα Δαρδανέλια και έφταναν μέχρι την Πέργαμο της Μ. Ασίας. Πατρίδα των Σαρακατσάνων τα βουνά, σημείο σταθερό στις μετακινήσεις τους τα μέρη του «ξεκαλοκαιριού». Κάθε καλοκαίρι έφτιαχναν τα «κονάκια» τους -τις ξύλινες καλύβες που χρησιμοποιούσαν για κατοικία, τα μαντριά και κάθε άλλη απαραίτητη κατασκευή- στο ίδιο πάντα βουνό, ή τουλάχιστον στην ίδια περιοχή, και μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις άλλαζαν τόπο. Αντίθετα, τον χειμώνα κατευθύνονταν όπου μπορούσαν να βρουν καλύτερα ή φτηνότερα βοσκοτόπια. Εγκατεστημένοι συχνά σε ακατοίκητες περιοχές, ζούσαν σχετικά απομονωμένοι από την περιβάλλουσα κοινωνία, καλύπτοντας τις ανάγκες τους με τα πιο απλά μέσα και ακατέργαστα υλικά που απλόχερα τους προσέφερε η φύση - πάνω από όλα το ξύλο, την πέτρα, τα βότανα, το μαλλί και το δέρμα των ζώων. Με τη σειρά τους οι Σαρακατσάνοι άφησαν ανεξίτηλα τα σημάδια της παρουσίας τους στον τόπο, καθώς τα κοπάδια τους, βοσκώντας συστηματικά τις ίδιες περιοχές, διαμόρφωσαν τη βλάστηση και το τοπίο. Σήμερα πια οι λίγες οικογένειες που απομένουν στην περιοχή έχουν εγκατασταθεί μόνιμα στα χωριά και πολλοί δεν ασχολούνται με την κτηνοτροφία.
Kαλλιέργειες σουσαμιού. Στα χαμηλά υψόμετρα και κυρίως γύρω από τα χωριά, η γη καλλιεργείται παντού. aπέραντα χωράφια με καλαμπόκια, σιτηρά και ηλιοτρόπια φθάνουν μέχρι τα ριζά των λόφων (φωτ.: K. Πιστόλας/ WWF).
|
Συνέπειες Κατά τις δεκαετίες του '50 και του '60 το φαινόμενο της αστυφιλίας κορυφώθηκε στην Ελλάδα με σημαντικές μετακινήσεις πληθυσμού προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, ιδιαίτερα από τις φτωχότερες και πιο απομακρυσμένες επαρχίες. Η ακριτική περιοχή της Δαδιάς δεν απετέλεσε εξαίρεση. Εκείνη την περίοδο πολλά χωριά έχασαν μεγάλο μέρος του πληθυσμού τους και μαζί τη ζωτικότητα και την ικανότητά τους να αναπτυχθούν. Μεταξύ 1961 και 1971 ο συνολικός πληθυσμός του νομού Eβρου μειώθηκε κατά 7,5%. Η γεωργική παραγωγή μειώθηκε αντίστοιχα, ενώ ελαττώθηκαν δραματικά οι αριθμοί των εκτρεφόμενων ζώων, γεγονός που έμελλε να έχει σημαντικές συνέπειες για τους πληθυσμούς των αρπακτικών πουλιών. Ακόμη και αυτή η επιγραμματική αναφορά στην ιστορία και τις συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή αρκεί για να δείξει γιατί ο πληθυσμός παρέμεινε μικρός και συγκεντρωμένος, χωρίς να επεκτείνεται πέρα από τους οικισμούς ώς και τη δεκαετία του '70. Eως τότε η χρήση της γης και η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων παρέμειναν περιορισμένες και ήπιες και έτσι η επίδραση του ανθρώπου πάνω στη φύση δεν είχε προκαλέσει την εξάντληση του περιβάλλοντος που θα αναμέναμε από τη μακραίωνη παρουσία του. Αντίθετα είχε συντελέσει στην αύξηση της ήδη σημαντικής ποικιλότητας των βιοτόπων που υπήρχαν εκεί. |