Home | Mobile | Newsletter | E-paper | RSS | Χρήσιμα | English Edition
Βρείτε μας:
Kυριακή, 18 Iανoυαρίου 2004
Επτά ημέρες
Σύνθετη Αναζήτηση | Αρχείο Εκδόσεων  
Επικαιρότητα
Οικονομία
Εντυπη
Απόψεις
Αφιερώματα
Επιστήμη
Τεχνολογία
Ταξίδια
Αγγελίες
Kιβωτός ζωής (I)
NIKOΣ ΠETPOY - MaPIa ΠETPOY

Eνα από τα λιγοστά ζαρκάδια που απέμειναν σε αυτήν τη θρακιώτικη γωνιά. Tα σκιερά, δροσερά δάση της περιοχής τούς προσφέρουν τροφή και καταφύγιο.

ΤO ΔaΣOΣ της Δαδιάς, στις υπώρειες της Pοδόπης περίπου εξήντα χιλιόμετρα βόρεια της aλεξανδρούπολης, είναι ένας μοναδικός για την Ελλάδα οικότοπος που διαμορφώθηκε στο πέρασμα των χρόνων από τον συνδυασμό μιας πληθώρας ιδιαίτερων συνθηκών. Eκεί, στο άκρο της Θράκης, οι ανατολικές απολήξεις του ορεινού όγκου της Pοδόπης και το υδάτινο σύστημα του Eβρου, με τους παραποτάμους και το Δέλτα του, συνέθεταν ένα ενιαίο οικοσύστημα που εκτεινόταν από τη θάλασσα ώς τις δυσπρόσιτες βουνοπλαγιές.

Eτσι, μέσα σε πολύ μικρή έκταση υπάρχει τεράστια ποικιλότητα επιμέρους ενδιαιτημάτων. Ταυτόχρονα, η επίδραση των βορείων ανέμων μεταβάλλει το κλίμα από υπομεσογειακό στα παράλια και τα χαμηλά σε ηπειρωτικό προς τα βουνά. aυτός ο έντονος ηπειρωτικός χαρακτήρας σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις και τους κατάλληλους οικολογικούς θώκους για είδη που σε άλλα σημεία γύρω στη Mεσόγειο είτε δεν συναντώνται είτε εμφανίζονται σε πολύ μεγαλύτερα υψόμετρα. Xαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι τα μαυρόπευκα, τα οποία βρίσκουμε στο δάσος της Δαδιάς σε πολύ χαμηλότερο υψόμετρο από οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Eλλάδας.

Eπιβλητική προβάλλει η σιλουέτα του λύκου πάνω στο χιονισμένο φόντο. Mοναχικοί ή σε αγέλες, οι λύκοι εμφανίζονται σταθερά στα βουνά της περιοχής, αλλά δεν υπάρχει ακριβής εκτίμηση για τον αριθμό τους. Τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται τακτικά κοντά στην ταΐστρα, ιδιαίτερα τους φθινοπωρινούς και χειμωνιάτικους μήνες.

Η περιοχή του Eβρου βρίσκεται στα όρια δύο μεγάλων ζωνών χλωρίδας και πανίδας, της ευρωπαϊκής και της ασιατικής, και πάνω σε έναν από τους κύριους διαδρόμους μετανάστευσης των αποδημητικών πουλιών. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι στην περιοχή συναντώνται είδη φυτών και ζώων που φτάνουν εκεί τα δυτικότερα όρια της εξάπλωσής τους και δεν εμφανίζονται αλλού στην Ευρώπη, αλλά και μεταναστευτικά είδη που σταματούν πρόσκαιρα ή περνούν τους κρύους μήνες του χειμώνα.

aνθρώπινες δράσεις και περιβάλλον

Ο τόπος ήταν παλαιότερα δύσβατος και δυσπρόσιτος και οι δράσεις των ανθρώπων όχι μόνο δεν είχαν εξαντλήσει το φυσικό περιβάλλον, αλλά συνέτειναν στο να αυξηθεί η ήδη σημαντική ποικιλότητα των βιοτόπων. Οι κτηνοτρόφοι ειδικά με τα κοπάδια τους έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαφοροποίηση της μορφολογίας του δάσους, αλλά και στη διατήρηση μεγάλων πληθυσμών γυπών που έβρισκαν άφθονη τροφή από τα νεκρά ζώα.

aπορία μπροστά στον φακό. Tα πατήματα και οι κυλίστρες τους στους λασπότοπους, τα ίχνη ξυσίματος πάνω σε κορμούς και στα σημεία που έχουν σκάψει ψάχνοντας για τροφή, προδίδουν την παρουσία των αγριόχοιρων στη Δαδιά, όπου διατηρούν σταθερό και μεγάλο πληθυσμό.

Tα αιωνόβια δάση και οι βραχώδεις παρυφές των λόφων και των βουνών παρείχαν ιδανικές θέσεις φωλιάσματος για τα αρπακτικά πουλιά σε μικρή απόσταση από οικότοπους κατάλληλους για κυνήγι, ενώ τα θηράματα ήταν άφθονα, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της μετανάστευσης. Eτσι ευνοήθηκε η ανάπτυξη μεγάλων και υγιών πληθυσμών τους. Η ποικιλότητα των ειδών και η πυκνότητα φωλιάσματος ήταν μοναδικές στην Ευρώπη. Ως τα μέσα της δεκαετίας του 1970 σε έκταση 180 χιλιάδων τ.μ. στο δασικό σύμπλεγμα Δαδιάς - Λευκίμμης - Σουφλίου φώλιαζαν 160 ζευγάρια από 21 διαφορετικά είδη! Ευτυχώς, παρά τις πολλές, έκτοτε, αρνητικές παρεμβάσεις, το δάσος της Δαδιάς παραμένει από τις σημαντικότερες περιοχές για την ορνιθοπανίδα στην ήπειρό μας.

Tις τελευταίες δεκαετίες η επίταση και η συστηματοποίηση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, κυρίως η υλοτομία και η αναδάσωση, αποψίλωσαν μεγάλο μέρος των παλαιών δασών και επηρέασαν την άγρια πανίδα και χλωρίδα, με αποτέλεσμα να μειωθούν οι πληθυσμοί σπάνιων ειδών και να αλλάξει ο χαρακτήρας κάποιων οικοτόπων. Παράλληλα, η εντονότερη και διαφορετική κατά τόπους εκμετάλλευση της γης και η εγκατάλειψη της παραδοσιακής μορφής κτηνοτροφίας επέφεραν αλλαγές στη βλάστηση, με αποτέλεσμα σήμερα το δάσος να μεταπίπτει σταδιακά από πολύ αραιό στην περιοχή της Λευκίμμης και της Λίρας (ανατολικά και νότια) σε κλειστό και πυκνό δάσος προς τη Δαδιά και το Σουφλί (βόρεια και δυτικά). aλλοι παράγοντες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του δάσους είναι η δασική πολιτική για την εκμετάλλευση του πεύκου, η βοσκή, και σε κάποιο βαθμό οι πυρκαγιές, ιδιαίτερα οι εκτεταμένες φωτιές μετά τον Eμφύλιο.

Μικρός παραπόταμος του Eβρου διατρέχει το πυκνό δάσος. Τα ρυάκια και οι μικροί παραπόταμοι κυριολεκτικά σφύζουν από ζωή (βατράχια, σαύρες, φίδια, ψάρια κ.ά).

Πολύμορφο τοπίο

Οι καλλιεργημένοι αγροί στα χαμηλά δίνουν τη θέση τους σε λοφοσειρές που γίνονται πιο ψηλές και απότομες όσο προχωρεί κανείς προς τα βορειοδυτικά. Πολλές κοιλάδες, κύριες και δευτερεύουσες, κατατέμνουν την περιοχή δημιουργώντας τραχύ ανάγλυφο του εδάφους με πολλά διαφορετικά χαρακτηριστικά. Πετρώδεις, ξηροί λόφοι, ορεινά λιβάδια, πυκνά δασωμένες βουνοπλαγιές με ρυάκια που κυλούν αργά, καταπράσινες κοιλάδες γεμάτες φτέρες, ορμητικά ποτάμια με απότομες, βραχώδεις κοίτες, στενές ρεματιές πνιγμένες στους θάμνους, γυμνοί βράχοι και δροσερές, βαθιές, σκιερές λιμνούλες, εναλλάσσονται συνεχώς συνθέτοντας ένα πολύμορφο, διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο.

Τα μεγαλύτερα υψόμετρα βρίσκονται έξω από τα όρια της προστατευόμενης ζώνης προς τα δυτικά και βορειοδυτικά και είναι οι καλυμμένες με οξιές κορυφές πάνω από τις Τρεις Βρύσες: η Καλλιθέα, η Σάπκα και το Σιλό. Κοντά στη Δαδιά οι ψηλότερες κορυφές είναι το Κάψαλο, που προσφέρει ανεμπόδιστη θέα σε ολόκληρη την περιοχή, και η Μικρή και Μεγάλη Γκίμπραινα, ενώ μια σειρά χαμηλότερες κορυφές συμπίπτει με την περίμετρο του νότιου πυρήνα.

Xαλκοκουρούνα, ασάλευτη σαν γλυπτό σμιλεμένο από καθαρά χρώματα, ψάχνει για τροφή. Oι χαλκοκορούνες, μάλλον σπάνιες στην περιοχή της Δαδιάς, συνηθίζουν να κουρνιάζουν στα σύρματα και όταν μεταναστεύουν μπορεί κανείς να τις δει σε μεγάλα ή μικρά σμήνη πλάι στους δρόμους.

Πολλά από τα ποτάμια κατεβάζουν νερό όλο τον χρόνο, όπως το Μαγγάζι ή Διαβολόρεμα με τους πολλούς παραποτάμους, που διασχίζει πανέμορφες κοιλάδες και βγαίνει από τους λόφους κοντά στη Δαδιά, το Μαύρο Ρέμα κοντά στη Λίρα και, πιο νότια, το Μεγάλο Ρέμα κοντά στη Λευκίμμη.

Πεύκα και βελανιδιές

Η δασοκάλυψη στην περιοχή είναι υψηλή, κυρίως από μικτά δάση με πεύκα και βελανιδιές και λιγότερο από δάση φυλλοβόλων. Τα επικρατέστερα είδη σε όλη την περιοχή είναι το θασίτικο πεύκο και η πλατύφυλλη βελανιδιά, ενώ διάσπαρτα και σε μικρότερους αριθμούς συναντώνται το μαυρόπευκο και τρία ή τέσσερα ακόμα είδη βελανιδιάς. Στους λόφους και τα βουναλάκια ανάμεσα στη Λευκίμμη και τη Δαδιά, αλλά και δυτικότερα, στο κέντρο περίπου της προστατευόμενης περιοχής, υπάρχουν εκτεταμένα πευκοδάση. Σε θέσεις όπου η βοσκή έχει σταματήσει, τα νεαρά πεύκα μεγαλώνουν ταχύτατα και συχνά σχηματίζουν αδιαπέραστο τείχος σε ύψος 2-3 μ. Σε άλλα σημεία, ιδιαίτερα στις ρεματιές, ανάμεσα στα πεύκα φυτρώνουν διάφορα φυλλοβόλα και αείφυλλα πλατύφυλλα είδη.

Τα μαυρόπευκα αυξάνονται σε αριθμό όσο προχωράμε βορειοδυτικά και σχηματίζουν μερικές αμιγείς συστάδες στην περιοχή του μεγάλου πυρήνα, ενώ σε όλες τις άλλες θέσεις εμφανίζονται μεμονωμένα ή σε μικρές ομάδες. Στα χαμηλά, τα δρυοδάση έχουν σε μεγάλο βαθμό αποψιλωθεί. Εκεί οι βελανιδιές συναντώνται σε μικρές συστάδες ή λωρίδες, συνήθως ανάμεσα ή πλάι σε καλλιεργημένες εκτάσεις. Σε μεγαλύτερα υψόμετρα, όπου η αποψίλωση με φωτιές και η βοσκή έχουν σταματήσει, τα δάση βελανιδιάς έχουν φθάσει σε ώριμο στάδιο και είναι συχνά ανάμικτα με άλλα φυλλοβόλα είδη.

Η Melitaea cinxia συναντιέται κυρίως σε λιβάδια και στα ξέφωτα του δάσους και πετά από τον Απρίλιο ώς τον Αύγουστο.

Ευτυχώς σε ορισμένα μέρη, όπως γύρω από την Πεσσάνη ή στις πλαγιές κοντά στις Τρεις Βρύσες, διατηρούνται ακόμα τα «αρχαία», χορταριασμένα, πυκνά δάση βελανιδιάς, επειδή η ευρύτερη περιοχή της Πεσσάνης έχει χαρακτηριστεί βοσκότοπος και έτσι δεν έγινε εκμετάλλευσή τους ή αναδασώσεις.

Kάτω από θεόρατα δέντρα

Εκεί, κάτω από γέρικα, θεόρατα δένδρα, φυτρώνει πλήθος μικρότερα αειθαλή και φυλλοβόλα δενδράκια και θάμνοι: γαύροι, φράξοι, αγριόκεδροι, μαζί με κουμαριές, σορβιές, κράτεγους, αγριοτριανταφυλλιές και βάτα που το φθινόπωρο γεμίζουν κατακόκκινους καρπούς, πλούσια τροφή για πολλά πουλιά και μικρά θηλαστικά που φωλιάζουν στον, κατά τόπους αδιαπέραστο, αυτό υποόροφο. Πυκνές κληματίδες, γιασεμιά και αγιοκλήματα τυλίγονται στους κορμούς και φουντωμένες, τεράστιες φτέρες σκεπάζουν το έδαφος στα πιο σκιερά μέρη.

Τμήματα της οροσειράς της Ροδόπης, στα βόρεια και δυτικά της Δαδιάς, κατοικούνται από Πομάκους που ζουν κυρίως από την κτηνοτροφία και μικρής κλίμακας γεωργία. H αδιάκοπη χρήση της γης από τους Πομάκους έχει δημιουργήσει ένα ομοιόμορφο, σχετικά υποβαθμισμένο, τοπίο με αραιά δάση βελανιδιάς που εναλλάσσονται με χορτολιβαδικές εκτάσεις. Σε πολλά σημεία η έντονη βοσκή έχει οδηγήσει σε μεγάλη διάβρωση των εδαφών. Οι περισσότερες βελανιδιές είναι κλαδεμένες με ένα ιδιόμορφο, χαρακτηριστικό τρόπο, γιατί οι Πομάκοι χρησιμοποιούν τα κλαδιά για καυσόξυλα αλλά και για τροφή των ζώων τον χειμώνα. Σε αυτήν την περιοχή -ιδίως γύρω από τα χωριά- αφθονούσαν οι στραβολαίμηδες (ένα σπάνιο είδος δρυοκολάπτη)· τα τελευταία όμως χρόνια οι αριθμοί τους έχουν μειωθεί κατά πολύ.

Λαγόγυρος, ένα συμπαθητικό τρωκτικό που συναντάται μόνο στην ευρύτερη κοιλάδα του ποταμού Αξιού και στην κοιλάδα του Eβρου. aετογερακίνες, βασιλαετούς, γερακίνες και άλλα αρπακτικά, τον θεωρούν εκλεκτή λεία.

Η υπόλοιπη περιοχή καλύπτεται από μικτό δάσος φυλλοβόλων με επικρατέστερο είδος την ασιατική οξιά, αλλά και γαύρους, σκλήθρα, διάφορα είδη σφενδαμιών, φλαμουριές, κρανιές και βελανιδιές. Οι λυγερές, ορθόκορμες οξιές σκεπάζουν τα ψηλότερα σημεία και μόνο σκόρπιες ακτίνες του ήλιου κατορθώνουν να φθάσουν ώς το παχύ στρώμα φύλλων και πεσμένων κορμών που σαπίζουν στο έδαφος. Στα σκιερά, δροσερά αυτά δάση, όπου το ρυθμικό χτύπημα του μαύρου δρυοκολάπτη αντηχεί υπόκωφα μέσα στην πρωινή ομίχλη, βρίσκουν καταφύγιο τα λιγοστά ζαρκάδια που απομένουν στην περιοχή.

Περπατώντας στις απότομες πλαγιές ο οδοιπόρος συχνά θα συναντήσει πατήματα από αγριογούρουνα, τις κυλίστρες τους σε λασπωμένα μέρη, ίχνη ξυσίματος σε κορμούς και τα σημεία που έχουν σκάψει, ψάχνοντας για τροφή. Αν και τα αγριογούρουνα είναι σημαντικό θήραμα για τους κυνηγούς της περιοχής, οι πληθυσμοί τους είναι σταθεροί και μάλιστα σχετικά μεγάλοι. Στα περισσότερα βουνά υπάρχουν λύκοι, δεν υπάρχει όμως σαφής εκτίμηση για τον αριθμό τους. Τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται τακτικά κοντά στην ταΐστρα, ιδιαίτερα τους φθινοπωρινούς και χειμωνιάτικους μήνες και υπήρξαν φορές που κάποιοι επισκέπτες στο παρατηρητήριο είχαν την ιδιαίτερη τύχη να δουν μεμονωμένα άτομα ή ακόμα και μικρές αγέλες.

Eνα ακόμη από τα μικρά ζώα του δάσους. Mαζί με τα ερπετά και τα τρωκτικά, ο σκαντζόχοιρος, βρίσκει καταφύγιο στα μπλεγμένα κλαδιά, τα χόρτα και τα βάτα για να προφυλαχθεί από τα αρπακτικά που καραδοκούν.

Από τις παρυφές των δασών ώς τα όρια των καλλιεργημένων εκτάσεων αναπτύσσεται μεσογειακή μακκία, που έχει πυκνώσει πάρα πολύ στις θέσεις που δεν βόσκουν πλέον κοπάδια. Τα χαρακτηριστικά είδη της μακκίας, παλιούρια, κότινοι, φυλίκια, λιγούστρα, γαύροι, τσαπουρνιές, μεγαλώνουν μαζί με κουμαριές, αγριοσορβιές και βελανιδιές.

Δημοσίευση : 18 Iανoυαρίου 2004

ΤΟ ΔΑΣΟΣ
ΤΗΣ ΔΑΔΙΑΣ
 
Tόπος και ιστορία
Δάσος Δαδιάς: διαχείριση και προστασία
Kιβωτός ζωής (I)
Kιβωτός ζωής (II)
Bασίλειο των αρπακτικών πουλιών
Mαυρόγυπας, το έμβλημα της Δαδιάς
Mαγευτικοί περίπατοι
OΔHΓOΣ TAΞIΔIOY
Όροι χρήσης | Προστασία προσωπικών δεδομένων | Company profile | Eπικοινωνία | Site map | Προσφορές
© 2012 H KAΘHMEPINH All rights reserved.