Ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο, σε ένα απρόσμενα δροσερό για την εποχή Μανχάταν, κατευθυνόμουν προς το σημείο συνάντησης με τον Αμερικανό συγγραφέα Ντον Ντελίλο: δώδεκα το μεσημέρι, στο γραφείο της ατζέντισσάς του, ελάχιστα τετράγωνα ανατολικά του Σέντραλ Παρκ, στην 79η Οδό. Η κύρια αφορμή για τη συνέντευξη αυτή ήταν η μελλοντική έκδοση του τελευταίου του βιβλίου (από την Εστία, όπως και πολλά άλλα έργα του), η συλλογή διηγημάτων «Angel Esmeralda», που απέσπασε ιδιαίτερα εγκωμιαστικές κριτικές στην Αμερική. Μάλιστα, ένα από τα διηγήματα διαδραματίζεται στη σεισμόπληκτη Αθήνα του 1981 – όταν ο Ντελίλο ζούσε στην Ελλάδα. Συνολικά, έζησε περίπου τρία χρόνια στην Αθήνα, όπου έγραψε και ένα μυθιστόρημα, τα «Ονόματα».
 

Θεωρούμενος ως ένας από τους κορυφαίους εν ζωή Αμερικανούς συγγραφείς, ένας γνήσιος ανατόμος της εποχής μας, των φανερών μα και αφανών σχέσεων εξουσίας, με σπουδαία μυθιστορήματα στο ενεργητικό του, όπως «Ζυγός», «Υπόγειος κόσμος», «Λευκός θόρυβος», «Κοσμόπολις» (που προσφάτως μετέφερε στο σινεμά ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ), έχει τη φήμη του απρόσιτου ανθρώπου.

Γι’ αυτό, όσο απολαμβάνεις τέτοιες επαγγελματικές στιγμές, άλλο τόσο σε τρώει μια νευρικότητα.

Ο «πάγος» μέσα μου έσπασε όμως με το που βγήκα από το ασανσέρ, στον 14ο όροφο. Από την άκρη του διαδρόμου, μία γυναικεία φωνή με καλούσε με μια χαρακτηριστική νεοϋορκέζικη προφορά, από αυτές που σε κάνουν να νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε ταινία. Ηταν η Λόις Ουάλας, η ατζέντισσα του Ντελίλο – από τα παλαιά, σημαντικά ονόματα του κόσμου του βιβλίου της Νέας Υόρκης. «Από ’δω, από 'δω», φώναζε. «Κανονικά πρέπει να λέμε στους επισκέπτες ότι είμαστε μετά το διαμέρισμα με το σκυλί που γαβγίζει. Το καημένο το ζώο, το έχουν όλη μέρα μόνο του και κλαίει», είπε με μιαν ανάσα. Πράγματι, ένα σκυλί γάβγιζε πίσω από μια κλειστή πόρτα.

«Ο Ντον δεν έχει έρθει ακόμα», πρόσθεσε αμέσως μετά και τότε κατάλαβα ότι η Λόις δεν έβαζε σημεία στίξης στις προτάσεις της: «Πού θες να γίνει η συνέντευξη – πόσο καιρό είσαι στη Νέα Υόρκη – πήρες κι άλλες συνεντεύξεις – να σου φέρω κάτι να πιεις – δεν κάνει τόση ζέστη σήμερα» – κάπως έτσι. Πολυβόλο. Που όμως με έκανε να νιώθω άνετα.

Πράκτορας;

Με οδήγησε σε ένα μικρό αλλά φωτεινό γραφείο. «Σε μία ώρα θα έρθω να διακόψω», είπε, όχι αυστηρά, όμως μία ώρα θα είχα μαζί του, όχι περισσότερο. Τη στιγμή που με ρωτούσε πώς είναι η σωστή προφορά της λέξης «Εστία» (του εκδοτικού οίκου του Ντελίλο στην Ελλάδα), εμφανίστηκε ο συγγραφέας. Με ένα πονηρό χαμόγελο, μου έσφιξε με απρόσμενη θέρμη το χέρι. «Είσαι Ελληνας», είπε γελώντας, «πώς και δεν ήρθες καθυστερημένος;». Δεν ήταν απόμακρος, αλλά πρόθυμος να απαντήσει σε οτιδήποτε (εκτός από το τι θέμα έχει το βιβλίο που δουλεύει τώρα). Όταν του είπα ότι στην Ελλάδα λένε πως τα τρία χρόνια που πέρασε στη χώρα μας ήταν πράκτορας της αμερικανικής κυβέρνησης, γέλασε δυνατά χωρίς να σχολιάσει. Γενικά, ανέδυε μιαν αίσθηση ήρεμης δύναμης. Με τη σταθερή, βραχνή φωνή του, ο Ιταλοαμερικανός από το Μπρονξ είναι πολύ καλός συνομιλητής.

Ξεκινήσαμε την κουβέντα μας από το τελευταίο του βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων «Angel Esmeralda». «Είναι όλα γραμμένα από το 1979 έως το 2011. Αποφάσισα να τα συγκεντρώσω σε ένα τόμο. Με ενδιαφέρον ανακάλυψα ότι δεν χρειάζονταν πολλές αλλαγές. Αν έχουν ένα κοινό σημείο, αυτό είναι η εμμονή. Μια εμμονή που κινητοποιεί τους χαρακτήρες, κάποια αισθήματα που τους καθηλώνουν, μια εικόνα. Για παράδειγμα, η Γη όπως τη βλέπει από το Διάστημα ένας αστροναύτης ή το υπερφυσικό όραμα ενός νεκρού κοριτσιού. Το διήγημα είναι ουσιαστικά ένα λεπτό από μια ολόκληρη ζωή. Είχα μιαν ιδέα και ήξερα από την αρχή ότι η ιδέα αυτή είναι διήγημα, όχι μυθιστόρημα. Είναι λίγο αλλόκοτο ίσως αλλά ποτέ δεν είχα μια ιδέα που να ξεκίνησε σαν διήγημα και να εξελίχθηκε σε μυθιστόρημα. Επίσης, ένα από τα πιο παράξενα πράγματα σχετικά με τα διηγήματα είναι ότι δεν είμαι σίγουρος αν μπορώ να διαφοροποιήσω την ποιότητα της γραφής από το πρώτο διήγημα στο πιο πρόσφατο. Με το μυθιστόρημα όμως μπορώ. Από το «Αμερικάνα» στο «Σημείο Ωμέγα», μπορώ να δω την εξέλιξή μου ως συγγραφέα. Ενα από τα διηγήματα διαδραματίζεται στην Αθήνα το 1981, όταν έγινε ο σεισμός. Ζούσα τότε με τη γυναίκα μου, στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας, «57 οδό Σουηδίας» (σ.σ. προφέρει την ονομασία στα ελληνικά). Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τις σκάλες μαζί με έναν τύπο από τον επάνω όροφο. Με κοιτάζει και μου λέει “γνωστός μου φαίνεσαι”. Αποδείχθηκε ότι είχε επισκεφθεί ένα ξενοδοχείο στην Κέρκυρα όπου ήμουν έξι μήνες πριν και με θυμήθηκε. Βρεθήκαμε λοιπόν να κάνουμε συστάσεις, ενώ το κτίριο έτρεμε ακόμα από τους μετασεισμούς. Ξέρετε, εγώ μεγάλωσα στο Μπρονξ, στη Νέα Υόρκη. Οι Νεοϋορκέζοι δεν ξέρουμε τι θα πει σεισμός».

Στην Ελλάδα ο Ντελίλο έγραψε το μυθιστόρημα «Ονόματα», με υποτροφία Γκούγκενχαϊμ. «Στο μυθιστόρημα πέρασε πολύ εύκολα η καθημερινή ζωή στην Ελλάδα, κάτι πολύ σπάνιο για μένα. Το απόλαυσα αυτό. Καθόμουν σε κάποιο καφέ, άκουγα συζητήσεις και μετά αυτές περνούσαν στο βιβλίο, ήταν πολύ ωραίο, δεν μου συμβαίνει συχνά. Θυμάμαι επίσης πόσο με είχε μαγνητίσει το ελληνικό αλφάβητο. Πόσο πολύ με είλκυε η μορφή των ελληνικών γραμμάτων. Μάθαινα το ελληνικό αλφάβητο και το έβλεπα σαν τέχνη, ειδικά όταν επισκεπτόμουν αρχαία μνημεία κι επιγραφές στο Θησείο ή στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Πέρασα φυσικά και πολύ χρόνο στα ελληνικά μουσεία. Ταξιδέψαμε όμως και πολύ με τη γυναίκα μου: από την Ελλάδα, πήγαμε στην Ινδία, στην Αίγυπτο, στο Πακιστάν. Πολλά από αυτά τα μέρη έχουν περάσει στο μυθιστόρημα. Η Ελλάδα ήταν μεγάλη επιρροή, ωστόσο, δεν νομίζω ότι στο έργο μου υπάρχουν στοιχεία ελληνικής τραγωδίας. Ίσως υποσυνείδητα. Αν στ’ αλήθεια υπάρχει μια τραγωδία στα βιβλία μου, είναι η αμερικανική τραγωδία, με τη δολοφονία του Κένεντι στο επίκεντρο. Μετά από αυτό το γεγονός, όλα άλλαξαν στην Αμερική. Ξέρετε, άρχισα να γράφω μυθιστορήματα κάποια χρόνια μετά. Το 1966, τρία χρόνια μετά τη δολοφονία. Ποτέ δεν ήξερα ότι θα έγραφα πολύ αργότερα ένα μυθιστόρημα με θέμα τη δολοφονία του Κένεντι, το «Ζυγό». Αλλά και το πρώτο μου μυθιστόρημα, το «Αμερικάνα», τελειώνει με έναν χαρακτήρα να οδηγεί με νοικιασμένο αυτοκίνητο από το σημείο της δολοφονίας».

Η απώλεια της αισιοδοξίας

Η δολοφονία του Κένεντι, κεντρικό θέμα στο μυθιστόρημα «Ζυγός», μα και σε άλλα βιβλία του Ντελίλο, αποτελεί «ένα τεράστιο συλλογικό τραύμα για την Αμερική. Φέτος τον Νοέμβριο κλείνουν πενήντα χρόνια. Θα συμμετάσχω σε κινηματογραφικό φεστιβάλ στο Κολοράντο, όπου θα μιλήσω ενώ θα προβάλλεται παράλληλα το φιλμ του Ζαπρούντερ (σ.σ. το ερασιτεχνικό φιλμάκι που αποτύπωσε τη δολοφονία). Κρατάει μερικά δευτερόλεπτα αλλά με κάποιον τεχνικό θα εστιάσουμε σε ορισμένα του σημεία, θα τα αναλύσω και κατά κάποιο τρόπο θα το αναδείξουμε σαν μια ξέχωρη μορφή τέχνης. Θα διαβάσω και κάτι καθώς θα τρέχει το φιλμ. Βλέπετε, ένα γεγονός του 1963 συνεχίζεται. Σε παλαιότερη συνέντευξή μου είχα πει ότι με τη δολοφονία αυτή χάσαμε κάτι από την αντίληψή μας περί πραγματικότητας.

Είμαι περίεργος να δω στην επέτειο του Νοεμβρίου, σε ποιο βαθμό θα μιλήσουν όσοι πιστεύουν ότι δεν ήταν μόνον ένας ο δολοφόνος αλλά ότι ήταν οργανωμένη δολοφονία. Βλέπετε, ήμουν στο μέσον της όλης διένεξης: ποτέ δεν τράβηξα τους συνωμοσιολόγους διότι στο «Ζυγό», έχουμε μόνο του τον Οσβαλντ να πυροβολεί. Ακόμα αναρωτιόμαστε: ξέρουμε πράγματι τι συνέβη εκείνη τη μέρα;»

Σύμφωνα με τον Ντελίλο, αυτό είναι ένα παράδοξο ερώτημα, διότι «η δολοφονία του Κένεντι κινηματογραφήθηκε, φωτογραφήθηκε τη στιγμή που συνέβαινε. Όμως, όλα είναι ρευστά. Η δύναμη της εικόνας έχει αποτελέσει βασικό στοιχείο της μυθοπλασίας μου. Δεν είμαι σίγουρος σήμερα, με τα iPhone, τα iPad κ.λπ. αν θα συνεχίσει η εικόνα να έχει αυτή τη δύναμη. Ολες αυτές οι συσκευές θα την καταστήσουν πιο ανώδυνη. Μπορεί να κυριαρχήσει ακόμα περισσότερο στην καθημερινότητα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα είναι πιο δυνατή. Πάντως, μετά τη δολοφονία του Κένεντι ξεκίνησε μια παράνοια. Ηρθε και το Γουότεργκεϊτ και ο κόσμος άρχισε να πιστεύει ότι η πραγματικότητα είναι κάτι περίεργο. Όμως, η εποχή–κλειδί σε ό,τι αφορά την παράνοια είναι ο Ψυχρός Πόλεμος. Μια εποχή μαζικής παράνοιας. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου νομίζω ότι υπάρχει περισσότερο ατομική παράνοια, αλλά όχι η μαζική υστερία που είχαμε τότε. Ο κόσμος σήμερα σκέφτεται τον εαυτό του και την οικογένειά του, δεν σκέφτεται σε εθνικό επίπεδο».

Η 11η Σεπτεμβρίου πέρασε στο έργο του Ντελίλο με το μυθιστόρημα «’ν θρωπος σε πτώση». «Όταν συνέβη, ήμουν εδώ. Λίγες μέρες μετά, κατάφερα να κατέβω στο νότιο Μανχάταν, είδα τα μπλόκα και την καταστροφή, κράτησα σημειώσεις κι έγραψα ένα άρθρο αλλά τότε δεν ήξερα ότι θα έγραφα μυθιστόρημα, τον «’νθρωπο σε πτώση». Σε αυτό το βιβλίο, προσπάθησα να μετατρέψω την επικαιρότητα σε λογοτεχνία αγκομαχώντας από τη μία πρόταση στην άλλη. Είχα αποφασίσει ότι δεν θα έγραφα γι’ αυτό το γεγονός από απόσταση. Ηθελα οι ήρωές μου να βρίσκονται μέσα στους πύργους. Αυτή είναι η ανατροφή του Μπρονξ: να χτυπάς κατά μέτωπο. Ίσως έχει να κάνει και με το γεγονός ότι οι γονείς μου ήταν μετανάστες. Κατά κάποιο τρόπο, ακολουθώ τον δρόμο τους. Ήρθαν σε αυτήν τη χώρα για μια καλύτερη ζωή, δούλεψαν σκληρά και τα κατάφεραν. Θα μπορούσα να έχω περάσει μια ζωή γράφοντας για το ιταλικό Μπρονξ, αλλά πολύ συνειδητά αποφάσισα να εξερευνήσω την Αμερική μόνος και να ανοίξω το πεδίο μου.

Και σήμερα, η Αμερική αλλάζει. Ισως ήδη ζούμε σε έναν μεταποκαλυπτικό κόσμο ύστερα από την 11η Σεπτεμβρίου. Στον 21ο αιώνα, η πίστη των Αμερικανών ότι έχουν το μέλλον στα χέρια τους έχει αρχίσει να φθίνει. Ισως αυτό να είναι το στίγμα της Αμερικής στον νέο αιώνα: η απώλεια της αισιοδοξίας. Δεν θα πω αν αυτό είναι σημάδι ωριμότητας. Δεν είμαι έτοιμος να μας δώσω ένα τέτοιο εύσημο».

Ο Ντον Ντελίλο θυμάται πολύ καλά πότε παραδέχθηκε ότι ήταν συγγραφέας. «Νομίζω ότι το έχω πει ξανά ότι ήμουν στα μισά του πρώτου μου βιβλίου, του «Αμερικάνα», το δούλευα δύο χρόνια ήδη όταν για πρώτη φορά είπα στον εαυτό μου «είσαι συγγραφέας», παρότι ήξερα ότι χρειαζόμουν κάπου δύο χρόνια ακόμα για να το τελειώσω και δεν ήμουν καθόλου βέβαιος ότι θα βρω εκδότη. Ωστόσο, τότε άρχισα να θεωρώ τον εαυτό μου συγγραφέα, για πρώτη φορά στη ζωή μου. Μέσα από προτάσεις. Η πρόταση είναι το παν. Βρίσκω συνδέσεις ανάμεσα στις λέξεις, στο πώς δείχνουν πάνω στο χαρτί, πώς συνδυάζονται, ακόμα και στον αριθμό των συλλαβών. Πολλές φορές δακτυλογραφώ μόνο μία παράγραφο και μετά αλλάζω σελίδα. Σήμερα το πρωί, για παράδειγμα, πριν έρθω εδώ, έγραψα μια παράγραφο επτά γραμμών και αυτό ήταν. Ακόμα κι αν πολύ συχνά είναι 3-4 γραμμές, αλλάζω σελίδα. Βλέπω πιο καθαρά τις λέξεις και μου δίνει μια πιο καθαρή αίσθηση του πώς συνδυάζονται μεταξύ τους οι λέξεις».

Σε όσους λένε ότι το μυθιστόρημα πεθαίνει, ο Ντελίλο απαντά ότι «υπάρχουν νεότεροι συγγραφείς εξαιρετικά ταλαντούχοι, τους οποίους ο κόσμος διαβάζει. Η Λόις μού έδωσε ένα αδημοσίευτο μυθιστόρημα ενός νεαρού ο οποίος έχει μια πολύ προχωρημένη ιδέα γύρω από το τι μπορεί να κάνει ένα μυθιστόρημα. Πάντοτε το μυθιστόρημα ήταν ένα είδος περιθωρίου. Ποτέ δεν με απασχόλησε αυτό. Είμαι πολύ ευτυχής που είμαι μέρος αυτού του κόσμου και ας βρίσκεται στο περιθώριο. Έτσι ξεκίνησα: από ένα δωμάτιο, δίχως εισόδημα».

Προτού ασχοληθεί αποκλειστικά με το γράψιμο όμως, ο Ντον Ντελίλο έκανε ένα πέρασμα από την Μάντισον ’βενιου, της Νέας Υόρκης, όπου εργάστηκε ως κειμενογράφος σε διαφημιστική εταιρεία. «Ακριβώς την εποχή στην οποία διαδραματίζεται το «Mad men». Έχω ακούσει πολλά για τη σειρά αλλά δεν την έχω δει. Πάντως δεν χρειαζόταν να φοράω κοστούμι. Έγραφα απλώς κλεισμένος σε ένα γραφείο. Ακούω ότι παρουσιάζει κάποιους διαφημιστές σαν επίδοξους συγγραφείς. Η αλήθεια είναι ότι θυμάμαι ελάχιστους εκεί μέσα που ήθελαν να γίνουν συγγραφείς ή δημοσίευαν διηγήματα στο New Yorker και οι άλλοι τους ζήλευαν. Δεν ήταν αυτή η εμπειρία που είχα εγώ».

Όταν του ζητάω να σχολιάσει την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματός του «Cosmopolis», από τον Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, σχολιάζει: «Είδα την ταινία και μου άρεσε πολύ. Ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ είναι ένας εξαιρετικά σοβαρός, αντισυμβατικός σκηνοθέτης. Το «Cosmopolis» είναι η ιστορία της ζωής ενός άνδρα μέσα σε μια μέρα. Είναι χρηματιστής, είναι εκατομμυριούχος αλλά καταλήγει στη γειτονιά όπου μεγάλωσε, στο κουρείο που είχε ο πατέρας του όταν ήταν μικρός. Στο Χελς Κίτσεν. Κάπου εκεί συνειδητοποιεί το αδιέξοδό του. Όταν πάει να γίνει πιο ανθρώπινος».

Στο τέλος αυτής της συνάντησης, κουβεντιάσαμε με τον Ντον Ντελίλο για την αγαπημένη του τζαζ. «’κουγα πολλή τζαζ τη δεκαετία του ’50. Είχα έναν μεγαλύτερο ξάδελφο κι έφερνε στο σπίτι δίσκους. ’κουγα μαζί του κι έλεγα “Θεέ μου, τι είναι αυτό”. ’ρχισα να συχνάζω στα τζαζ κλαμπ του Μανχάταν. Στο Village Vanguard – το οποίο υπάρχει ακόμα! Είχα ακούσει εκεί τον Μπιλ Εβανς, τον Τελόνιους Μονκ – υπήρχε κι ένα ακόμα που λεγόταν Jazz Gallery, θαυμάσιο. Ακόμα ακούω πολύ τζαζ εκείνης της εποχής. Δεν τελείωσε ποτέ για μένα. Εσείς ακούτε τζαζ; Ναι; Χαίρομαι που το ακούω. Ξέρετε, το ροκ εν ρολ με ενδιέφερε περισσότερο σαν ένα κοινωνικό φαινόμενο. Βέβαια, πολλά τραγούδια ήταν εκπληκτικά αλλά το ροκ εν ρολ δεν είχε αυτό τον αντίκτυπο μέσα μου, αυτή τη διάρκεια που είχε μέσα μου η τζαζ».

«Ζήτω η Ελλάδα»

Λίγο πριν κλείσει η ώρα, εμφανίστηκε η Λόις. «Ακούω γέλια», είπε μπαίνοντας, «άρα πήγε καλά». «Φινίτο», της είπε χαμογελαστός ο Ντελίλο – ο οποίος έσφιξε μετά τη γροθιά του και μου είπε με έμφαση: «Ζήτω η Ελλάδα» (Long live Greece!). «Μαθαίνω τι περνάνε οι Ελληνες, παρακολουθώ τα γεγονότα και θλίβομαι πολύ. Εύχομαι από την καρδιά μου να ξεπεράσετε όλα σας τα προβλήματα». Μου ευχήθηκε καλή τύχη – αν και την τελευταία κουβέντα την είπε η δαιμόνια Λόις: «Προτού βγεις έξω, θέλεις να πας στην τουαλέτα μήπως;». Αρνήθηκα όσο πιο ευγενικά μπορούσα. «Χαίρομαι που ήρθες», είπε, ξεπροβοδίζοντάς με. «Καλά να περάσεις τις υπόλοιπες μέρες στη Νέα Υόρκη». Βγήκα στο διάδρομο. Το σκυλί από το διπλανό διαμέρισμα είχε σταματήσει να γαβγίζει.

Βιβλία και διακρίσεις

Ο Ντον Ντελίλο γεννήθηκε στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης το 1936. Εχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα και θεατρικά έργα. Είναι ο πρώτος Αμερικανός που τιμήθηκε με το Jerusalem Prize, το 1999, για το συνολικό του έργο. Αλλες σημαντικές διακρίσεις: National Book Award για το μυθιστόρημα «Λευκός θόρυβος»,

PEN/Faulkner Award for Fiction για το «Μάο ΙΙ», ενώ το μυθιστόρημα «Υπόγειος κόσμος» απέσπασε το Howells Medal της Αμερικανικής Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών ως το σημαντικότερο λογοτεχνικό έργο των τελευταίων ετών. Στη χώρα μας τα βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις της Εστίας και τις εκδόσεις Χατζηνικολή.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ