ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Γιάννης Κακλέας: «Εγώ δεν είμαι κουλτουριάρης»

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

 Στον αριθμό 260 της οδού Πειραιώς, στις εγκαταστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών, το καλοκαίρι που μας πέρασε ο Γιάννης Κακλέας ανέβασε το έργο «Μερσιέ και Καμιέ» του Σάμιουελ Μπέκετ. Ηταν μια παράσταση διάρκειας 24 ωρών, τολμηρό εγχείρημα δουλεμένο με πάθος, «μια εμπειρία που θα θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή, επειδή με ξαναγύρισε στα βαθιά, παλιά μου λημέρια», μας είπε ο ίδιος.

Στο 166 του ίδιου δρόμου βρίσκεται το Pantheon Theater, πρώην «Αθηνών Αρένα», ένα «μουσικό και όχι μόνον θέατρο» όπως αυτοπροσδιορίζεται, στο οποίο παίζεται η μουσικοθεατρική παράσταση «Ενα ή Κανένα» με την Αννα Βίσση και τον Αντώνη Ρέμο. Σκηνοθέτης, ο Γιάννης Κακλέας. Τα έχει αυτά η Πειραιώς: Καταφέρνει να στεγάζει από τη μία την καλλιτεχνική πρωτοπορία της διεθνούς εναλλακτικής σκηνής και από την άλλη τα μεγαλύτερα ονόματα της εγχώριας λαϊκής κουλτούρας, όλα στην ίδια πλευρά του δρόμου. Αυτή είναι και η γοητεία της.

Ο σκηνοθέτης όμως, πώς καταφέρνει να ταιριάζει τα παραπάνω σε μια προσωπική διαδρομή; Τι συνδέει τον φεστιβαλικό Μπέκετ με το οπτικοακουστικό υπερθέαμα του Pantheon, που ανεβαίνει σε μια θεατρική χρονιά στην οποία υπογράφει άλλες δύο παραστάσεις, εξίσου ανόμοιες μεταξύ τους – εμπορικά δε πολύ επιτυχημένες: το μιούζικαλ «Το κουρδιστό πορτοκάλι», ένα σκληρό σχόλιο πάνω στη βία και τη δύναμη της εξουσίας και το κομψό μπουλβάρ «Ψύλλοι στα αυτιά» του Ζορζ Φεϊντό;

Τον αναζητήσαμε και τον βρήκαμε να δουλεύει πυρετωδώς για την προετοιμασία μιας ακόμη παράστασης, του «Συρανό ντε Μπερζεράκ» με τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο στον κεντρικό ρόλο. Παραμονή του νέου χρόνου ήπιαμε καφέ σε ένα παλιομοδίτικο ζαχαροπλαστείο και πιάσαμε μεγάλη συζήτηση: Πώς συνδέονται μεταξύ τους 110 τόσο διαφορετικές θεατρικές παραστάσεις, πώς περνούν σχεδόν 30 χρόνια σκηνοθετικής δουλειάς από το Παγοποιείο Φιξ και την ομάδα «Θέαμα» στον Τεχνοχώρο μέχρι τη ροκ όπερα «Δαίμονες» στο Παλλάς. Και τελικά, τι κάνει ένας άνθρωπος του θεάτρου που δεν πίνει, ούτε καπνίζει πλέον σε έναν από τους «ναούς» της νυχτερινής διασκέδασης στην οδό Πειραιώς.

– Σε μια πρώτη ματιά, οι φετινές σκηνοθετικές σας επιλογές μοιάζουν εξαιρετικά ετερόκλητες. Εσείς τι θα λέγατε γι’ αυτό;

– Η κλισέ απάντηση είναι ότι είμαι σκηνοθέτης των άκρων. Από τότε που ξεκίνησα την καριέρα μου, είχα μια ανοιχτή διάθεση να δοκιμάζω. Αγαπάω παθολογικά το θέατρο, όλα τα είδη του, από το μιούζικαλ και την επιθεώρηση μέχρι την πιο αφαιρετική πειραματική απόπειρα. Πιστεύω ότι το θέατρο είναι ένα, και η αξία του κρίνεται από την ποιότητα του θεατρικού κειμένου, σε όποιο είδος και αν ανήκει. Με ενδιαφέρει να χάνομαι με τις παραστάσεις και όχι να επιβεβαιώνω κάθε φορά τον εαυτό μου. Δεν σκηνοθετώ σίγουρα πράγματα, από τον 24ωρο Μπέκετ που υπήρξε μια εκστατική διαδικασία για μένα, έως την απόλυτα διασκεδαστική εμπειρία του «Ενα ή Κανένα» με την Αννα Βίσση και τον Αντώνη Ρέμο, στην οποία γεύομαι μια διαφορετική επικοινωνία μέσα από τραγούδια που δεν ακούω καν.

Σας ξαφνιάζει αυτό; Επειδή έχετε συνηθίσει οι καλλιτέχνες να ασχολούνται με ένα μόνον πράγμα. Παλιότερα, αν ένας σκηνοθέτης εναλλακτικού θεάτρου έκανε τέτοιες επιλογές, θα ήταν καταραμένος. Αλλά εγώ δεν είμαι κουλτουριάρης. Και γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια τις απόψεις που καταδυναστεύουν τους ανθρώπους και δεν τους αφήνουν να δημιουργήσουν, επειδή οι γύρω τους έχουν μια προειλημμένη απόφαση για το ποιοι είναι. Δεν ετεροκαθορίζομαι. Κάνω αυτό που γουστάρω και όχι ό,τι οι άλλοι περιμένουν από εμένα.

Ενα πολιτιστικό πραξικόπημα

– Σε ποιο θεατρικό χώρο νιώθετε ότι ανήκετε;

– Είναι φανερό ότι ανήκω στο εναλλακτικό θέατρο. Ο,τι και να πει κανείς –ασχέτως αν του αρέσουν ή όχι οι δουλειές μου– μπορεί να διακρίνει πως η ψυχή μου είναι στην πλευρά της ανατροπής. Από εκεί και πέρα υπάρχουν διασκεδαστικά ταξίδια που πρέπει να κάνω, προκειμένου να γυρίζω ακόμη πιο φρέσκος στη βάση μου. Πιο επίμονος και πιο φανατικός. Η κριτική που ίσως δεχτώ για τη συγκεκριμένη στάση δεν με απασχολεί. Ας μου προσάψουν ότι είμαι απρόβλεπτος, ακόμη και απρόσεκτος στις επιλογές μου, αλλά όσοι ξέρουν πώς δουλεύω, γνωρίζουν ότι δίνομαι ολοκληρωτικά. Ποτέ στη ζωή μου δεν έστησα αυτό που λέμε στο θέατρο «αρπαχτή».

– Αρα αυτές οι 110 παραστάσεις που δεν συνδέονται ακριβώς μεταξύ τους, είναι προϊόντα της αγάπης σας για την αναζήτηση και το ταξίδι;

– Και της πλήξης. Πλήττουν οι άνθρωποι ξέρετε, και πρέπει να βρίσκουν τρόπους να ευχαριστιούνται. Εγώ είμαι επικούρειος σκηνοθέτης, όχι νηστίσιμος. Και ελπίζω επίσης όχι βουλιμικός. Θέλω όμως να βρίσκω ηδονές μέσα από τη δουλειά μου. Εχω ένα πληθωρικό μυαλό που δεν μπορεί να περιοριστεί σε μικρά πλαίσια. Δεν λειτουργώ με σχέδια, λειτουργώ με αγάπες. Και είμαι έρμαιο των ερώτων μου. Αγαπώ ανθρώπους, βλέμματα, συζητήσεις και αισθήματα. Αρνούμαι να είμαι διανοούμενος. Ημουν και θέλω να παραμείνω βιωματικός καλλιτέχνης, επειδή πιστεύω ότι η νόηση δεν είναι ανώτερη του ενστίκτου, των αισθήσεων, του σώματος. Συνεπώς δεν διαχωρίζω το θέατρο σε μεγάλο και μικρό, εμπορικό και ποιοτικό, σοβαρό και ελαφρύ. Αν αυτό που κάνω με ευτελίζει, θα το πληρώσω από την εκτίμηση του κόσμου. Αν είναι άξιο του ονόματος και της καριέρας μου, είμαι περήφανος. Και εγώ παίρνω το ρίσκο και δέχομαι να πληρώσω και το τίμημα. Υπάρχει πιο εκτεθειμένος θεατρικός σκηνοθέτης στην ελληνική αγορά από μένα;

– Στοίχημα είναι και η μουσικοθεατρική παράσταση του Pantheon Theater;

– Είναι σκανδαλώδες για μερικούς, αλλά για μένα υπήρξε μια πρόταση που δεν μπορούσα να αρνηθώ. Οταν σε μια άθλια νυχτερινή Αθήνα –της οποίας δεν υπήρξα ουδέποτε θαμώνας– ένας «ναός» του παρακμιακού ξεφαντώματος μεταβάλλεται σε θέατρο και μάλιστα εξαιρετικό, ήθελα να είμαι παρών. Γιατί αυτή είναι μια πράξη πολιτισμού. Προτείνουμε διασκέδαση χωρίς να χάνεται ο έλεγχος, χωρίς λουλούδια στην πίστα και χυδαίες εκρήξεις θαυμασμού. Και αν με αυτή την παράσταση αλλάξει ο τρόπος της νυχτερινής διασκέδασης, θα είμαι και λίγο περήφανος. Διότι είναι προβοκατόρικη κίνηση να ανατρέψεις, να εκπολιτίσεις. Ομως νομίζω ότι μετά το πρώτο σοκ, όλοι μένουν ευχαριστημένοι. Οι θεατές ακούνε και σέβονται τους καλλιτέχνες επί σκηνής, και οι ίδιοι νιώθουν συγκινημένοι, επειδή δεν είναι πια το άλλοθι του μεθυσμένου καταναλωτή. Για τους ανθρώπους που η νύχτα είναι μέρος της δουλειάς τους, αυτό μπορεί να αποτελεί ένα πολιτιστικό πραξικόπημα.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ