Μπάμπης Παπαδημητρίου ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Αγώνας δρόμου έως την 25η Μαΐου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ενα μήνα πριν από τις εκλογές για την ανάδειξη των εκπροσώπων της χώρας μας στο νέο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Τετάρτη 23 Απριλίου, η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat) θα ανακοινώσει τις δημοσιονομικές επιδόσεις των κρατών-μελών της Ενωσης. Στις ημέρες που θα ακολουθήσουν θα γραφτεί ο επίλογος της μεγάλης περιπέτειας που ξεκίνησε με την τρομακτική κρίση του ελληνικού χρέους.

Θα ήταν λογικό αν η προετοιμασία για τις συζητήσεις εκείνης της κρίσιμης περιόδου, αλλά και όσα θα διαμειφθούν μέχρι τότε, λάβει «εθνικό» χαρακτήρα. Μου υπενθυμίζουν όλοι πως κάτι τέτοιο αποτελεί ουτοπία, ιδιαίτερα επειδή βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο, αλλά και επειδή ο επικεφαλής της εσωτερικής μείζονος αντιπολίτευσης ιππεύει ήδη το μικρό αλογάκι της ευρωπαϊκής άκρας αριστεράς.

Οι στενοί κομματικοί υπολογισμοί κατέστρεψαν την ευκαιρία του Μαρτίου 2009, όταν ο Καραμανλής ζήτησε τη διακριτική συμπαράταξη των υπολοίπων μήπως και προλαβαίναμε, την τελευταία στιγμή, το ξέσπασμα της κρίσης στις πλάτες της πατρίδας.

Παρόμοιες στενόχωρες εκτιμήσεις απέτρεψαν, τον Ιούνιο 2011, τον Αντώνη Σαμαρά να συναινέσει στην εκπόνηση κοινής λύσης με τον παραπαίοντα Γιώργο Παπανδρέου. Με τις ίδιες προτεραιότητες ο Σαμαράς επέμεινε στη διάλυση της διαπαραταξιακής κυβέρνησης Παπαδήμου και έσπρωξε τη χώρα στις διπλές εκλογές του 2012.

Σε καθεμιά από τις περιστάσεις αυτές, η κρίση γιγαντώθηκε, η χώρα οπισθοχώρησε, η οικονομία διολίσθησε, η λιτότητα για τους πολλούς έγινε βαρύτερη. Οι εταίροι γνωρίζουν πολύ καλά ότι η Ελλάδα δικαιούται περισσότερα από μια τελευταία ευκαιρία. Οποιοσδήποτε σοβαρός αναλυτής στις μεγάλες αγορές κεφαλαίου, κυρίως στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη, αντιλαμβάνεται τι άλλαξε με το ελληνικό χρέος από τότε, την άνοιξη 2010, όταν αρνήθηκαν να αναχρηματοδοτήσουν το ελληνικό χρέος, που ήδη ξεπερνούσε τα 300 δισ. ευρώ.

Οι αγορές είναι πρακτικές. Γνωρίζουν ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος βρίσκεται στα 320 δισ. παρά την πληρωμή 64 δισ. για τα ελλείμματα της τετραετίας (18,5 για πρωτογενή ελλείμματα και 45,5 για τόκους). Γνωρίζουν ότι απ' αυτά, μόνον τα 60 δισ. (30 προς το ΔΝΤ και 30 που έμειναν από το PSI) χρειάζονται πραγματική αναχρηματοδότηση. Τα υπόλοιπα αποτελούν ένα «εσωτερικό χρέος», ένα είδος «συλλογικής μετοχικής συμμετοχής» των κρατών της Ζώνης του Ευρώ, το οποίο θα διευθετηθεί με τον καταλληλότερο τρόπο, ώστε η εξόφλησή τους να γίνεται μέσω της μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας.

Γνωρίζουν επίσης ότι τα δημοσιονομικά στοιχεία της Ελλάδας είναι πολύ καλά. Το πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα έχει εξαλειφθεί, παρά την κατάρρευση των διαθέσιμων εισοδημάτων. Το διεθνές ισοζύγιο συναλλαγών είναι θετικό, ενώ κανείς δεν το περίμενε! Οι τράπεζες ανακτούν ταχύτατα την ευρωστία τους, ενώ επανέρχεται το ενδιαφέρον ξένων επενδυτών. Η ανταγωνιστικότητα στην παραγωγή συγκρίνεται με υποδεέστερες χώρες λόγω της αφόρητης λιτότητας και της τεράστιας ανεργίας στον επιχειρηματικό τομέα. Διαρθρωτικές προσαρμογές, που πήραν δεκαετίες σε άλλα κράτη, θεσμοθετούνται με ρυθμό εξουθενωτικό.

Οι σωστοί αναλυτές αγορές σκέφτονται πρακτικά: αν η Ελλάδα δεν είχε βγει από τις αγορές, με τα σημερινά της στοιχεία, όπως τα συνοψίσαμε στην προηγούμενη παράγραφο, θα είχε πρόβλημα να δανειστεί όσα της χρειάζονται; Προφανώς όχι! απαντούν χωρίς δισταγμό.

Ισως γι' αυτό, ορισμένοι από τους μεγάλους διοργανωτές των αγορών κεφαλαίου, θα ήθελαν να επισπευσθεί η επιστροφή της Ελλάδας στην κανονικότητα. Χρειάζεται όμως να έχουν γίνει οι συζητήσεις με την τρόικα, με την τεχνοκρατία των Βρυξελλών, με τους συμβούλους των κυβερνήσεων, ιδιαίτερα στο Βερολίνο. Θα μπορούσαν να έχουν προβλέψει, κατά την εκπόνηση του δεύτερου μνημονίου και τα 11 δισ. που λείπουν μέχρι το τέλος της συμφωνίας, δηλαδή τον Δεκέμβριο 2015. Η υπόθεση θα είχε κλείσει αν υψηλοί κυβερνητικοί κύκλοι, απερίσκεπτοι και χωρίς εμπειρία, δεν είχαν προλάβει να καταστρέψουν τις καλές σχέσεις που έχτισε ο πρωθυπουργός με τις πρωτεύουσες της Ευρωζώνης. Τώρα πρέπει να προλάβει, πριν ανοίξουν οι κάλπες της 25ης Μαΐου, να ξανακάνει τη διαδρομή ώστε να κατοχυρώσει μια συναινετική ευρωπαϊκή υπόσχεση, στο πνεύμα των αποφάσεων του 2012.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ