Κώστας Θ. Καλφόπουλος ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ

Ποδόσφαιρο κι ομοφυλοφιλία

ΒΙΒΛΙΟ

Η αδρεναλίνη και η τεστοστερόνη θεωρούνται κατ’ εξοχήν «ανδρική υπόθεση», ειδικά όταν με το σφύριγμα της έναρξης το «παιγνίδι των σωμάτων» μπαίνει σε κίνηση, κοινώς «πέφτουν κορμιά» στο κυνήγι της στρογγυλής θεάς.

Το Σάββατο, 11 Ιανουαρίου, το νυχτερινό και το μεταμεσονύχτιο δελτίο ειδήσεων του ZDF είχαν πρώτο και κύριο θέμα την «υπόθεση Χιτσλσπέργκερ»: την ανοιχτή ομολογία (coming out) του πρώην παίκτη της Στουτγάρδης, του Βόλφσμπουργκ και της Εβερτον και διεθνούς άσου ότι είναι ομοφυλόφιλος. Δύο χρόνια αφότου εγκατέλειψε τους αγωνιστικούς χώρους και τα αποδυτήρια, ο Τόμας Χιτσλσπέργκερ δήλωσε ευθαρσώς στην ZEIT ότι «θέλει να μιλήσει ανοιχτά για την ομοφυλοφιλία του, στην προσπάθειά του να αναδείξει το θέμα, συμβάλλοντας στον διάλογο ανάμεσα στους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές», ενώ σε συνέντευξή του στην κυριακάτικη FAZ (12/1) υπογράμμιζε ότι δεν θέλει να γίνει «είδωλο του κινήματος των ομοφυλοφίλων».
Οι δηλώσεις του δεν έπεσαν σαν κεραυνός εν αιθρία, ακόμα κι αν «έπεσε» ο σέρβερ της ηλεκτρονικής έκδοσης της ΖΕΙΤ από τα «χτυπήματα» και τα σχόλια που ακολούθησαν. Τα ΜΜΕ της χώρας στο σύνολό τους, με εξαίρεση το κατ’ εξοχήν «όργανο του γερμανικού ποδοσφαίρου» Kicker, το οποίο άφησε ασχολίαστη την είδηση, υποδέχθηκαν την «αποκάλυψη» με όλες τις δεοντολογικές και επικοινωνιακές προϋποθέσεις που αναλογούν στο θέμα, ψύχραιμα και χωρίς προκαταλήψεις. Σε αυτό βοηθάει ιδιαίτερα μια «κουλτούρα της ανοχής», που χαρακτηρίζει τη γερμανική κοινωνία την τελευταία εικοσαετία, η κυρίαρχη πολιτική ορθότητα, αλλά και το γεγονός ότι οι «πρώτοι διδάξαντες» προέρχονται από τον χώρο του θεάματος και της πολιτικής.

Η ομοφυλοφιλία στο ποδόσφαιρο, όπως και στο στράτευμα και ευρύτερα σε ολοπαγείς ιδρυματικούς θεσμούς, αποτελεί μια κατ’ εξοχήν δομική, ταυτόχρονα όμως εγγενή αντίφαση στη νεοτερική κοινωνική ιστορία: πρόκειται για δύο αρχετυπικά προπύργια της ανδροπρέπειας (masculinity), που συγκροτούνται σε καθεστώς έμφυλης «μονοκαλλιέργειας» στη βάση της βίαιης ή συμβολικής σύγκρουσης, σε διπολικά ζεύγη αντιπαράθεσης (αγώνας-παιγνίδι, πόλεμοςμάχη, νίκη-ήττα, κυριαρχία-υποταγή), σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο της απόλυτης ανδρικής κυριαρχίας, όπου «δεν περισσεύει κανένας». Οπως και στον στρατό, έτσι και στο ποδόσφαιρο, το ανδρικό πρότυπο, ως κοινωνική κατασκευή, αλλά και ως έμφυλη πραγματικότητα, προϋποθέτει και επιβάλλει απόλυτα κανόνες ατομικής και συλλογικής βιοπολιτικής, που δεν επιδέχονται εύκολα «αποκλίνουσες» συμπεριφορές. Η αδρεναλίνη και η τεστοστερόνη θεωρούνται κατ’ εξοχήν «ανδρική υπόθεση», ειδικά όταν με το σφύριγμα της έναρξης το «παιγνίδι των σωμάτων» (όπως εύστοχα τιτλοφόρησε η FAZ το σχετικό της άρθρο με θέμα «ομοφυλοφιλία και ποδόσφαιρο») μπαίνει σε κίνηση, κοινώς «πέφτουν κορμιά» στο κυνήγι της στρογγυλής θεάς. Ταυτόχρονα «εξιτάρει» το (μέχρι πρότινος ανδροκρατούμενο) κοινό στις εξέδρες και, κυρίως, στα πέταλα των γηπέδων. Για περίπου μισό αιώνα (1920-1970), αφότου το ποδόσφαιρο «ξέφυγε» από τα αγγλικά κολέγια και τους παραδοσιακούς-αστικούς συλλόγους καθώς το «αγκάλιασε» η ευρωπαϊκή εργατική τάξη, ο ποδοσφαιριστής, προλεταριακής καταγωγής (από τα ορυχεία, τα εργοστάσια και τις εργατικές συνοικίες), είχε όλα τα τυπικά και ουσιαστικά γνωρίσματα του «μάτσο», του «ήρωα της εργατικής τάξης»: η ομοφυλοφιλία δεν ήταν μόνο αδιανόητη (ταξικά, κοινωνικά), αλλά και εξοβελιστέα (φραστικά), αφού ταυτιζόταν με το «θηλυπρεπές», την «αδυναμία», την έλλειψη μαχητικότητας, απαραίτητης σε κάθε πόλεμο και αγώνα.

Οι καιροί άλλαξαν, μαζί τους νοοτροπίες, συμπεριφορές, προκαταλήψεις και στερεότυπα. Ο χαρακτηρισμός του ποδοσφαίρου ως «το μπαλέτο της εργατικής τάξης» αποκτά στη σημερινή συγκυρία άλλο νόημα κι ο «Μπίλι Ελιοτ» μια καινούργια διάσταση.

Η «ομολογία» του Τ. Χιτσλσπέργκερ είναι όμως μια ειλικρινής και υπεύθυνη στάση, πέρα από σκοπιμότητες και υποκρισίες.
 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ