Τιτίκα Δημητρούλια ΤΙΤΙΚΑ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΙΑ

Ενδιαφέρουσα μα πρόωρη προσπάθεια

ΒΙΒΛΙΟ

ΚΩΣΤΑΣ ΑΚΡΙΒΟΣ Αλλάζει πουκάμισο το φίδι εκδ. σελ.

Διάβασα με μεγάλη προσοχή το νέο βιβλίο του Κώστα Ακρίβου με τον τίτλο που συνοψίζει τη λογοτεχνική πρότασή του για την έξοδο από την κρίση: η Ελλάδα να αλλάξει πουκάμισο σαν το φίδι και να προχωρήσει με το νέο της δέρμα μπροστά. Διαβάζω με προσοχή, όπως και πολλοί άλλοι, όλα τα βιβλία που προτείνουν αναγνώσεις και ερμηνείες της κρίσης, ειδικά καθώς εντάσσονται στη μεγάλη συζήτηση για τον ρόλο και τη λειτουργία του καλλιτέχνη μέσα στην ιστορική πραγματικότητα που τον περιβάλλει: αν πρέπει να γράφει για τον καιρό του και τι σημαίνει, πώς «γράφω για τον καιρό μου» μέσα στην Ιστορία που οι πράξεις μου διαμορφώνουν... Πολλά τα θεωρώ βιασμένα, σαν να γράφονται υπό την πίεση ενός καταναγκασμού που αντικατέστησε τις προσδοκίες μεγαλείου της προηγούμενης δεκαετίας, ενός καταναγκασμού που συνδέεται και πάλι με το προσκήνιο και την επικαιρότητα. Απλουστεύσεις θα πει κανείς και θα έχει δίκιο, κάθε συγγραφέας και μια περίπτωση. Εκτός από την αναλυτική κριτική, όμως, υπάρχει και η αεροπορική κριτική, όπως έλεγε ο Γιώργος Θεοτοκάς, για να απολογηθώ σε κλίμα γενιάς του ’30 μαζί με τον Ακρίβο, χωρίς την οποία «η αναλυτική κριτική κινδυνεύει να ξεχαστεί μέσα σε λεπτομέρειες και να χάσει την επαφή της πραγματικότητας». Ετσι κι αλλιώς, πάντα ξεχωρίζουν όσοι είναι να ξεχωρίσουν.

Το νέο βιβλίο του Ακρίβου λοιπόν είναι ένα ταξίδι στην Ελλάδα προς αναζήτηση της αληθινής Ελλάδας, αυτής που μπορεί να νικήσει την κρίση. Επτά τα ταξίδια του συγγραφέα-αφηγητή του μυθιστορήματος, ο οποίος ψάχνει την ουσία του ελληνικού και τη βρίσκει στο σμίξιμο, το κράμα, το ανακάτεμα των αιμάτων, των λέξεων, των αξιών, αλλά και στον αξιωματικό σεβασμό της διαφορετικότητας –μοτίβο στο έργο του συγγραφέα. Το κείμενο είναι αυτοβιογραφικό ή μάλλον βιωματικό, ο συγγραφέας καταθέτει όχι μόνο όσα έζησε, αλλά και όσα άκουσε και όσα διάβασε, όσα τον άλλαξαν μέσα του... Τα πολυάριθμα παραθέματα σημαίνουν δε πολύ περισσότερα, σε επίπεδο αφηγηματικού σχεδίου, από όσα λένε: είναι σαφέστατη επιλογή η σύνδεση με την εναγώνια και ποικίλη αναζήτηση ταυτότητας στον Μεσοπόλεμο, με το ταξίδι του Στρατή Δούκα στη Μακεδονία, με την επιζήτηση ορισμού της ελληνικότητας στη γενιά του ’30, αλλά κι αργότερα, μετά τον εμφύλιο, και στο ξένο βλέμμα και στα λόγια των πολλών ανθρώπων που έψαξαν να τη διατυπώσουν. Η πλοκή είναι χαλαρή, η ιστορία ενός συγγραφέα που ζει την κρίση ενώ φοβάται ότι έχει στερέψει, κι αναζητάει έμπνευση και μαζί απαντήσεις στα βουνά και τα λαγκάδια της Ελλάδας, στις πόλεις και τα χωριά, τα πανηγύρια και τις σκήτες. Μικρές ιστορίες, παραθέματα, φωτογραφίες συνθέτουν την αφήγηση του οδοιπορικού του ανάμεσα στην αλήθεια και τη μυθοπλασία: ξεχασμένοι και παρεξηγημένοι συγγραφείς, όπως ο Ποταγός ή ο Μπεράτης, πορτολάνοι, δερβίσηδες, ιστορικά πρόσωπα, όπως ο Παλαμήδης, το αρχαιοελληνικό παρελθόν και κλέος υπό ποικίλες οπτικές γωνίες, παρένθετες ειδήσεις για τα μνημόνια, φωνές φίλων, αφοσιωμένες επιμελήτριες, άνθρωποι με αξίες και άλλοι πλανημένοι.

Τα στοιχεία όμως δεν δένουν μεταξύ τους, η απάντηση για τη σημερινή Ελλάδα που θα βρει τον δρόμο της πέρα από το χρήμα δεν πείθει μέσα στον διδακτισμό και την έντονη αυτοαναφορικότητά της. Βαραίνουν τα παραθέματα, αλειτούργητες μένουν οι φωτογραφίες, το εύρημα του άγνωστου που σχολιάζει το έργο του συγγραφέα δεν δημιουργεί το αναμενόμενο σασπένς. Ενδιαφέρουσα προσπάθεια, αλλά πρόωρη, καθώς η εμπειρία της κρίσης δεν έχει προλάβει να μετασχηματιστεί αισθητικά, ούτε η ερμηνεία της να αποκτήσει πολιτικό βάρος.

ΥΓ.: Στο σημείωμα για τον Ρίτσο, της προηγούμενης Κυριακής, δεν είναι του Desnos οι στίχοι για την ελευθερία, αλλά του Char, στον οποίο αφιερώνει το ποίημα «Συνάντηση» ο Ρίτσος. Ο δαίμων του συνειρμού.
 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ