Γραφει ο Αντωνης Καρκαγιαννης

Το έτυμον της λέξεως «σκυλάδικο»

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Με συγχωρείτε που αυτές τις μέρες, με τα ψεύτικα ροδαλά αγγελούδια, τα στολισμένα πλαστικά δέντρα και τις γλυκανάλατες «άγιες νύχτες» θα σας απασχολήσω πάλι με τις λέξεις «σκυλάδικο» και «σκυλούδες», λέξεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν και χυδαίες αν κάποιος μεγάλος, πριν από πολλά χρόνια, δεν έλεγε ότι λέξεις χυδαίες δεν υπάρχουν. Υπάρχουν μόνο χυδαίες σκέψεις. Δεν ταιριάζουν με την κατάνυξη αυτών των ημερών, αλλά να είστε βέβαιοι ότι την ημέρα των Χριστουγέννων, μετά τη Θεία Λειτουργία και το πατροπαράδοτο γεύμα, πλήθη κόσμου θα κατακλύσουν όλα τα σκυλάδικα της περιοχής εντός της πόλεως και επί των εθνικών οδών.

Τη... διατριβή της περασμένης Τετάρτης περί της ετυμολογίας των λέξεων «σκυλάδικο» και «σκυλού» έτυχε να τη διαβάσει η κ. Κορίνα Κασσίου από την Ανω Κυψέλη και προτείνει την εκδοχή ότι η λέξη «σκυλάδικο» προέρχεται από τους ατάλαντους ερμηνευτές που «γαυγίζουν» αντί να τραγουδούν. Ομως, η εκδοχή αυτή δεν μου φαίνεται διόλου πειστική. Τη γνήσια καταγωγή αυτών των λέξεων μου αποκάλυψε τηλεφωνικώς φίλος από τον Πειραιά, επικαλούμενος τη διήγηση και την άποψη τρίτου κοινού φίλου, ο οποίος έχει ήδη εκλείψει, του αξέχαστου Μηνά, ταξιτζή το επάγγελμα, με μόνιμη επί πολλά χρόνια πιάτσα στην Τρούμπα, την εποχή που η κατ' άλλους κακόφημη περιοχή, με κεντρικό άξονα την οδό Φίλωνος, ζούσε μέρες μεγάλης και λαμπρής δόξας. Κατεστράφη, δυστυχώς, από την ενάρετη Δικτατορία και οι νεότεροι τη γνωρίζουν μόνο από κακέκτυπα κινηματογραφικού νεορεαλισμού, όπως το «Ποτέ την Κυριακή», η «Λόλα», τα «Κόκκινα φανάρια» κ.ά. Οφείλω ακόμη να σας πω ότι ο Μηνάς ήταν καμιά δεκαριά χρόνια πιο μεγάλος - έχει σημασία για την αφήγησή μας. Ιδού, λοιπόν, η ιστορία των λέξεων «σκυλάδικο» και «σκυλού».

Πριν από τον πόλεμο, στην περιοχή Αγίου Διονυσίου Πειραιώς, όπου και η ομώνυμη γέφυρα της σιδηροδρομικής γραμμής, ακριβώς πίσω από τη σημερινή παράταξη ταβερνών και σουβλατζίδικων, υπήρχε μεγάλο και άθλιο οικοδομικό συγκρότημα, με το όνομα Βούρλα. Λίγο μετά την εποχή στην οποία αναφέρεται η αφήγησή μας το συγκρότημα αυτό, καταλλήλως αλλά επιπολαίως μετασκευασμένο, λειτούργησε ως φυλακή, η περίφημη φυλακή των Βούρλων, η οποία έμεινε στην ιστορία γιατί από εκεί, το 1955, διανοίξαντες υπόγειο σήραγγα πενήντα μέτρων, απέδρασαν μέρα-μεσημέρι περίπου τριάντα πολιτικοί κρατούμενοι, στελέχη του τότε παρανόμου ΚΚΕ.

Το οικοδομικό συγκρότημα λέγεται ότι ανήκε στην οικογένεια του πρέσβεως και κατόπιν υπουργού Εξωτερικών και πρωθυπουργού, του Παναγιώτη Πιπινέλη, φίλου, συνεργάτη και υποτακτικού της βασιλικής οικογενείας και τελικώς, της χούντας, όταν κατά κει γύρισε ο άνεμος. Το κτίριο, λοιπόν, αυτό πριν από τον πόλεμο νοικιαζόταν σε ωραίες και λιγότερο ωραίες κυρίες, οι οποίες στα μικρά δωμάτια που κατόπιν έγιναν κελλιά φυλακής, ασκούσαν ευδοκίμως το αρχαιότερο των επαγγελμάτων. H περιοχή είχε τότε αίγλη και φήμη, κάθε βράδυ δε, προσήλκυε πλήθος επισκεπτών πάσης τάξεως και ηλικίας, κυρίως ναυτεργάτες, ναύτες και στρατιώτες, αλλά και μεσοαστούς, θλιβερούς εργένηδες, κουρασμένους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους.

Οι εγκατεστημένες στο συγκρότημα Πιπινέλη, δηλαδή στα Βούρλα κυρίες, επειδή ακριβώς διέθεταν τα στοιχειώδη σύνεργα του επαγγέλματος, ήτοι στέγη και κλίνη, δούλευαν με τιμές σχετικώς υψηλές και κατά κάποιο τρόπο αποτελούσαν τη διακεκριμένη τάξη της περιοχής. Υπήρχαν όμως και οι άλλες, εκείνες που με την πάροδο του χρόνου, τον μόχθο και τις άλλες ταλαιπωρίες του επαγγέλματος, είχαν χάσει τα νιάτα και την ομορφιά (αν τα είχαν ποτέ) και αναγκάζονταν να δουλέψουν με τη φτωχή πελατεία σε τιμές τόσο χαμηλές, που δεν επέτρεπαν ενοικίαση στέγης και κλίνης στο συγκρότημα των Βούρλων. Εθεωρούντο δευτέρας και τρίτης κατηγορίας και μαζί με τη φτωχή ανδρική πελατεία περιεφέροντο στα γύρω σοκάκια και χαμαιτυπεία, όπως οι αγέλες των αδέσποτων σκύλων. Γι' αυτό και τους κόλλησαν το προσωνύμιο «σκύλες» και «σκύλους» τους πελάτες. Είχαν και το προσωνύμιο «λαμαρίνες», επειδή η ερωτική συναλλαγή ολοκληρωνόταν, άνευ στέγης και κλίνης, πίσω από τις λαμαρίνες της γέφυρας του Αγίου Διονυσίου. Εδώ η περιγραφή του Μηνά ήταν πολύ ρεαλιστική και σκληρή και γι' αυτό την παραλείπω.

Πώς όμως από τη γέφυρα του Αγίου Διονυσίου φτάσαμε στα καλλιτεχνικά «σκυλάδικα» της εθνικής οδού και άλλων ευπρεπεστέρων περιοχών, με λαμπερά ονόματα, τα οποία τόσο συχνά εμφανίζονται στις τηλεοπτικές οθόνες, αλλά και τόσο συχνά οι τηλεοπτικοί αστέρες μας και γενικώς η άρχουσα ανωτέρα τάξη εμφανίζονται και λικνίζονται σε αυτά τα «μαγαζιά»; Εδώ είναι που μεσολαβεί η Τρούμπα, αλλά και θεμελιώδεις κανόνες της... γλωσσολογίας και ιδού πώς, κατά την αφήγηση πάντοτε του αξέχαστου Μηνά:

Στην Τρούμπα, μετά τον πόλεμο, άνοιξαν μερικά «καλά μαγαζιά», με καλλιτέχνιδες πρώτης κατηγορίας και δημοφιλείς, το θυμάστε και από τον ελληνικό σινεμά. Τα ονόμαζαν «καμπαρέ», αλλά η ακριβής υπόστασή τους παραμένει αδιευκρίνιστη. Σημασία έχει ότι σε αυτά είχε συγκεντρωθεί η καλή ποιότητα της περιοχής, όπως, λίγα χρόνια πριν, η καλή ποιότητα στην περιοχή Βούρλων, είχε συγκεντρωθεί στο... μέγαρο Πιπινέλη. Ετσι διαμορφώθηκε η πρώτη αναλογική σχέση σημαινομένων μεταξύ Βούρλων και Τρούμπας.

Στην αρχή τα «καλά μαγαζιά» της Τρούμπας δούλευαν με τα παρεπιδημούντα στρατεύματα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, η οποία όμως διήγε περίοδο έσχατης παρακμής και ένδειας. H δουλειά ήταν λίγη και ακόμη λιγότερο το χρήμα. O μεγάλος πλούτος στην οδό Φίλωνος και τις γύρω παρόδους έπεσε λίγο αργότερα με τους Αμερικανούς ναύτες και πεζοναύτες του 6ου Στόλου, ο οποίος κάθε τόσο ναυλοχούσε στα πειραϊκά και φαληρικά ύδατα. O Μηνάς υπήρξε αυτόπτης μάρτυς των ιστορικών γεγονότων εκείνης της νύχτας του 1958, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Αϊζενχάουερ διέταξε αιφνιδίως τον ναυλοχούντα στα ανοιχτά του Πειραιώς 6ο Στόλο να πλεύσει ολοταχώς προς τον Λίβανο και να αποβιβάσει πεζοναύτες. Τα στρατεύματα όμως είχαν από νωρίς εκείνο το βράδυ διασκορπιστεί στην οδό Φίλωνος και στις γύρω παρόδους και χρειάστηκε η αμερικανική στρατονομία, τις πρωινές ώρες εκείνης της νύχτας, να οργανώσει ολόκληρη επιχείρηση στην Τρούμπα, για να συγκεντρώσει το στράτευμα. Πετούσαν έξω από τα «μαγαζιά» και τα άλλα «σπίτια» τους ημιθανείς από τη νυχτερινή κραιπάλη ναύτες και πεζοναύτες, τους φόρτωναν σαν σάκους με σιτάρι σωρηδόν στα καμιόνια και κατ' ευθείαν... στον Λίβανο. Αξέχαστες εποχές...

Με τον 6ο Στόλο, στην Τρούμπα έπεσε μεγάλη ζήτηση και πλούτος και για να ικανοποιηθεί η ζήτηση, όπως συμβαίνει πάντα και με όλα τα προϊόντα και υπηρεσίες, δίπλα στα καλά και ακριβά «μαγαζιά» άνοιξαν και μερικά πολύ δεύτερα και φθηνότερα και ανταγωνιστικά έβγαλαν «κράχτες» στο λιμάνι, εκεί που αποβιβάζονταν οι ναύτες και πεζοναύτες όταν είχαν «έξοδο». Τότε ήταν που διαμορφώθηκε η δεύτερη και κρίσιμη για το θέμα μας αναλογική σχέση «σημαινομένων» μεταξύ Βούρλων και Τρούμπας. Και αμέσως ακολούθησε η πάντα πιο σημαντική αναλογική σχέση των «σημαινόντων»: Κατ' αναλογία με τις «σκύλες» και τους «σκύλους» της γέφυρας του Αγίου Διονυσίου τα δεύτερα μαγαζιά της Τρούμπας ονομάσθηκαν «σκυλάδικα» και οι καλλιτέχνες «σκυλούδες».

Από την περιπέτεια αυτή «σημαινόντων και σημαινομένων» φαίνεται ότι παρασύρθηκε ο Γιώργος Μπαμπινιώτης και στο Λεξικό του, χαρακτηρίζει «χαμηλής ποιότητας» τη μουσική, τους καλλιτέχνες και τους θαμώνες των σκυλάδικων.

Έντυπη