Της Ελενης Μπιστικα

Πάνος Φειδάκης, ανάμεσα στο χρώμα και στο φως

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

H ξαφνική αποχώρηση του Πάνου Φειδάκη είχε κάτι από το πέταγμα των πουλιών, που τόσο τον μάγευε και που το ζωγράφιζε ξανά και ξανά. «Ελευθερία» το 'λεγε στον πίνακα του 1996, αυτό το φτερούγισμα με στόχο ψηλά και πέρα, με μόνο σύνορο το αχνό γαλάζιο του ουρανού. O Πάνος Φειδάκης, το γλυκό αγόρι των 46 χρόνων, με τα μπουκλωτά μαλλιά και το φωτεινό χαμογελαστό βλέμμα έφυγε από όλους, φίλους καρδιακούς, συνεργάτες στενούς και από την οικογένειά του χωρίς να πει λέξη. Πορεύθηκε μόνος του προς ένα δικό του γαλάζιο υγρό σύνορο, ανταλλάσσοντας την αναπνοή του με τη σιωπή. Αφησε όμως τις ασήκωτες πέτρες της ευθύνης να τις κουβαλούν μαζί με το «γιατί;», σε όλους όσοι τον είχαν γνωρίσει, σαν άνθρωπο και σαν ζωγράφο. Γιατί κανείς δεν μπορεί να πιστέψει ότι έφυγε απ' όλα όσα σήμαιναν πολλά για εκείνον. Ούτε ότι άφησε να τον καταβάλει μια βαθιά μελαγχολία, όταν μάλιστα, είχε φθάσει και αυτός ψηλά, σαν τους φίλους των πρώτων καιρών, έχοντας κερδίσει τον διαγωνισμό για τον σταθμό του μετρό του Μεγάρου Μουσικής, όπου τα πουλιά του θα κελαηδούσαν, πετώντας, δίπλα στο Μέγαρο, με νέο σύνορο τη μουσική. Είχε μάλιστα τελειώσει τα δύο τρίτα του έργου, «τον πίεζαν να κάνει γρήγορα, να το τελειώσει», μας λέει η κ. Ελσα Αϊδίνη της «Γκαλερί της Ερσης», που μαζί με την κόρη της Κάλια είχαν παρουσιάσει στην Κλεομένους 4, την ομαδική έκθεση «Ανθρωποι, Τοπία, Σπίτια» από φράση του Αρη Κωνσταντινίδη, αυτόν τον Γενάρη 2003 και όπου μετείχε και ο Πάνος Φειδάκης. Ενα από τα πουλιά του «ο Κοκκινολαίμης», που κάθε χειμώνα έρχεται, σαν πέσει χιόνι και χτυπάει το τζάμι θαρρετά, για κανένα ψίχουλο, «πέταξε» και ήρθε στην Κηφισιά. Σεμνός, τρυφερός και αληθινός σαν άνθρωπος και σαν καλλιτέχνης καθρεφτίζεται στο έργο του πιστά. Οι άνθρωποι του Αιγίου, της ιδιαίτερης πατρίδας του, όπου έκανε και μεγάλη ατομική έκθεση με επιμελητή τον Τάκη Μαυρωτά, στο εκεί Αρχαιολογικό Μουσείο, Αίθουσα «Μελίνα Μερκούρη» με τον Αλέκο Φασιανό να προλογίζει, από το Παρίσι 1997. Να εξηγεί πώς «αυτό που μου αρέσει είναι ότι αισθάνεσαι μια ευχαρίστηση όταν ζωγραφίζεις. Γι' αυτό αγαπητέ μου Πάνο και σε κάνω παρέα, γιατί εσύ λες την αλήθεια. Θυμάσαι που πηγαίναμε να ζωγραφίσουμε τοπία στον Υμηττό και κυνηγούσαμε τα σύννεφα να μη μας φύγουν; Αυτό που είναι καταπληκτικό είναι η αγάπη που αισθάνεσαι για τη φύση. Και η αλήθεια είναι ταπεινή. Οπως η αγάπη». Ηταν στην κηδεία του Πάνου Φειδάκη ο Αλέκος Φασιανός, μπήκε στην εκκλησία και έφυγε, αμίλητος. «Βουβή κηδεία» την είπε η Πέγκυ Ζουμπουλάκη που πήγε με την κόρη της Δάφνη «να αποχαιρετίσουμε τον τρυφερό, γλυκό Πάνο», του οποίου είχε παρουσιάσει τρεις εκθέσεις το 1995, 1996 και 1998. «Ηταν στενός μου συνεργάτης. Τώρα θα κάναμε μαζί μια ακόμη έκθεση. H Δάφνη πήγε στο ατελιέ του, είδε τα έργα του, κυρίως τοπία και είχαμε συμφωνήσει. Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι δεν θα τον ξαναδώ... Αυτό το πολύ τρυφερό και πολύ ευαίσθητο παιδί που πίστευε στη ζωγραφική και στον Θεό. Μου έφερε δώρο την εικονογράφηση που έκανε στο τροπάριο της Κασσιανής. Στα εκπαιδευτικά προγράμματα στην Κριεζώτου, ήταν ένα με τα παιδιά. Θα την κάνουμε στην έκθεσή του, πιστεύω».

Το νεκροταφείο της Βούλας είναι ψηλά, έχει θέα μακριά. Ηταν σε αυτήν τη βουβή κηδεία -γιατί όλοι ρωτούσαν μέσα τους «Γιατί;» και απάντηση δεν υπήρχε- οι ζωγράφοι, συμφοιτητές του στη Σχολή Καλών Τεχνών -εργαστήριο Γιάννη Μόραλη, Δημήτρη Δ. Μυταρά και Γ. Μαυροΐδη- ο Εδουάρδος Σακαγιάν με τη γυναίκα του ζωγράφο Αννα Μαρία, ο Σπύρος Κουρσάρης, ο Στέφανος Δασκαλάκης, ο Χρήστος Μποκόρος, ο Χρήστος Μαρκίδης, ο Νίκος Στεφάνου, ο Αλέξης Βερούκας, ο Γιάννης Κόττης, η Μαριλίτσα Βλαχάκη, η Ζωή Ψαρρού, η Ελσα Ζαχαράκη, ο Κώστας Παπατριανταφύλλου. Ηταν εκεί η Ελσα και η Κάλια Αϊδίνη, η Αντωνία Δημητρακοπούλου από τον «Αστρολάβο». Σιωπή και τα κλάματα της μάνας του, η συντριβή της οικογένειάς του, των αδελφιών του. Ηταν παντρεμένος, είχε τρία παιδιά, ένα αγόρι και δύο κοριτσάκια. «Οσο μεγάλωνε ο Πάνος, τόσο έμοιαζε με τα παιδιά του - ίδια ψυχή», λέγει η Ελσα Αϊδίνη. O Αλέκος Φασιανός δεν έλυσε τη σιωπή του, αν και τον αναζητήσαμε. Στον κορνιζά τους, στην Ευτυχίδου, εκεί που ήταν άλλοτε η γέφυρα του Ιλισού, τους συναντούσαμε. Μαγείρευαν κανένα μεσημέρι, στην γκαζιέρα, στο κατσαρόλι κριθαράκι με ντομάτα και ένα κρεμμύδι - λιτό φαγητό. Γύρω τα έργα τους, πουλιά, σφήκες πετούσαν, ποδηλάτες έτρεχαν, τα άξια δημιουργικά χέρια τους άνοιγαν δρόμους στη ζωγραφική, καθώς ετοίμαζαν τις εκθέσεις τους. Και γελούσαν, σαν παιδιά. Τώρα σιωπή. Βαριές οι πέτρες της ευθύνης, θα τις κουβαλάμε, γιατί κανείς δεν κατάλαβε πόσο πολύ κουρασμένος ήταν, όταν έλεγε, τελευταία «θα πάρω τα βουνά». Σαν τα πουλιά, έφυγε, με σύνορο, τον ουρανό και τη θάλασσα. Σαν τον «Βουτηχτή» του...

Έντυπη