Του Βασίλειου X. Πετράκου (1)

Αρχαιολογικές έρευνες στις Μυκήνες

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Το Μουσείο Μυκηνών έγινε με την πρωτοβουλία και την επιμονή του αειμνήστου γενικού γραμματέως της Αρχαιολογικής Εταιρείας Γεωργίου Μυλωνά. H κατασκευή του χρηματοδοτήθηκε από το Δημόσιο, αλλά και η Αρχαιολογική Εταιρεία διέθεσε δεκάδες εκατομμυρίων (1988-89) κατόπιν της αρνήσεως του ΥΠΠΟ μετά το θάνατο του Γ. Μυλωνά, εξοφλήσεως οφειλών στους κατασκευαστές. H κατασκευή του μουσείου υπήρξε το πρόσχημα για την εναντίον του Γ. Μυλωνά συκοφαντική επίθεση που τον οδήγησε στον θάνατο.

Πέραν, όμως, αυτών των δυσάρεστων, η έρευνα των Μυκηνών αποτελεί μία από τις μακρότερες και πλουσιότερες σε επιστημονικά αποτελέσματα ανασκαφές, της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.

Αρχισε με τον αρχηγέτη των Ελλήνων αρχαιολόγων Κυριακό Πιττάκη το 1840, συνεχίστηκε από τον Ερρίκο Σλήμαν ως ανασκαφή της εταιρείας το 1876. Τη μεγάλη και φημισμένη αυτή ανασκαφή επόπτευε και διηύθυνε ο πολύς Παναγιώτης Σταματάκης, έφορος και εκπρόσωπος της Αρχαιολογικής Εταιρείας. O Σταματάκης (+1884), άγνωστος εντελώς σήμερα στους Ελληνες αρχαιολόγους, υπήρξε εκείνος που εξασφάλισε την επιστημονική υπόσταση της άτακτης ανασκαφής του Σλήμαν. Εκείνος είχε τη γενική επίβλεψη και εποπτεία της, συγκέντρωνε τα ευρήματα και συνέτασσε τους αναγκαίους καταλόγους πάνω στους οποίους βασίζεται σήμερα η μελέτη των ευρημάτων του πρώτου ταφικού κύκλου των Μυκηνών. O Σταματάκης ακόμη ερεύνησε, το 1877, τον έκτο τάφο του πρώτου ταφικού κύκλου.

Την ανασκαφή ανέλαβε, δέκα χρόνια αργότερα, ο μεγάλος Χρήστος Τσούντας, έφορος της Αρχαιολογικής Εταιρείας, θεμελιωτής της προϊστορικής αρχαιολογίας στην Ελλάδα ο οποίος, με διακοπές, ερεύνησε τις Μυκήνες έως το 1909. O Τσούντας με τις εκθέσεις του στα Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας, τις εμβριθείς και πρωτοπόρες μελέτες για ζητήματα της αρχαιολογίας των Μυκηνών στην Αρχαιολογική Εφημερίδα, και με την έξοχη σύνθεση των ερευνών του, στο βιβλίο «Μυκήναι και Μυκηναίος Πολιτισμός» (1893), έδωσε επιστημονική υπόσταση και θεμέλια στερεά στη μελέτη μιας μεγάλης περιόδου της ελληνικής ιστορίας. Μεγάλο σταθμό στην έρευνα των Μυκηνών αποτελεί η ανασκαφή του δεύτερου ταφικού κύκλου των Μυκηνών. Βρέθηκε το 1951 από τον πρόωρα χαμένο Σεραφείμ Χαριτωνίδη και ερευνήθηκε τα επόμενα χρόνια από τον αείμνηστο Ιωάννη Παπαδημητρίου, έφορο των αρχαιοτήτων και κατόπιν προϊστάμενο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας (1958-1963). O Παπαδημητρίου δεν πρόλαβε να δημοσιεύσει το μεγάλο του εύρημα. Το έργο αυτό έφερε σε πέρας ο Γεώργιος Μυλωνάς με το δίτομο σύγγραμμά του «O ταφικός κύκλος B των Μυκηνών» (1973). O Μυλωνάς μας έδωσε ακόμη, πλην πολλών μελετών, το βασικό έργο του «H ακρόπολις των Μυκηνών» και τη σύνθεση «Mucenae and ΜyceneaΑge».

Τις ανασκαφές των Μυκηνών συνέχισε, μετά τον Παπαδημητρίου, ο Γεώργιος Μυλωνάς μέχρι του θανάτου του (1988), έχοντας ως συνεργάτη, από το 1984, τον καθηγητή και ακαδημαϊκό Σπύρο Ιακωβίδη, ο οποίος από το 1988 συνεχίζει ως διευθυντής τις εκεί έρευνες. O Σπύρος Ιακωβίδης παρασκευάζει ήδη τη δημοσίευση των ερευνών του Μυλωνά και των δικών του, έχει δε παραδώσει στην Αρχαιολογική Εταιρεία για εκτύπωση τον πρώτο τόμο.

Θα είναι παράλειψη αν δεν μνημονευθούν οι έφοροι των αρχαιοτήτων Φώτης Πέτσας και Νικόλαος Βερδελής, οι οποίοι έκαναν ανασκαφές στις Μυκήνες με εντολή της Αρχαιολογικής Εταιρείας (1950, 1958-1963). Μεγαλύτερη παράλειψη ακόμη θα ήταν αν ξεχνούσαμε την αείμνηστη Αγνή Σακελλαρίου η οποία με το έργο της «Οι θαλαμωτοί τάφοι των Μυκηνών ανασκαφής Χρήστου Τσούντα, 1887-1898» (1985), ολοκλήρωσε μέρος της πολυετούς έρευνας του Τσούντα.

Μια θαυμάσια εικόνα των Μυκηνών και του μυκηναϊκού πολιτισμού, ως και των ερευνών των συνεργατών της Αρχαιολογικής Εταιρείας και των ξένων συναδέλφων, παρέχει το μεγάλο βιβλίο της συμβούλου της Εταιρείας κ. Ντόρας Βασιλικού «O Μυκηναϊκός Πολιτισμός» (1995), βασικό βοήθημα για κάθε μελετητή της μυκηναϊκής αρχαιολογίας. Ενα νέο βιβλίο της εταιρείας (2002), καρπός συνεργασίας με την Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή, υπό τη διεύθυνση του ακαδημαϊκού κ. Σπύρου Ιακωβίδη, είναι ο μνημειώδης, σε μεγάλο σχήμα, «Ατλας των Μυκηνών», με έχρωμους γεωγραφικούς-τοπογραφικούς χάρτες της περιοχής Μυκηνών στους οποίους σημειώνεται κάθε αρχαίο (τάφοι, δρόμοι, οικοδομήματα) που γνωρίζουμε από τις πολυετείς αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή. Σε σειρά χαρτών εικονίζονται, με λεπτομέρειες για πρώτη φορά, τα λείψανα της ακροπόλεως Μυκηνών. Δεν παραλείπω να μνημονεύω ότι στις Μυκήνες έκανε έρευνες, κατά το παρελθόν, η Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή διά του AlaWace κ.ά. με σημαντικά αποτελέσματα, ως και η Εφορεία των Αρχαιοτήτων Ναυπλίου.

Με το άρθρο μου αυτό θέλησα να θυμίσω ότι το Μουσείο Μυκηνών, ως και οι μυκηναϊκές αίθουσες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου περιέχουν ευρήματα που οφείλονται στους κόπους Ελλήνων, κυριότατα, ερευνητών, στων οποίων τις ανασκαφές και τις μελέτες οφείλεται μεγάλο μέρος των σημερινών επιστημονικών-ιστορικών γνώσεών μας για την απώτερη περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Ακόμη θυμίζω ότι η πρώτη έκθεση των ευρημάτων της ανασκαφής Σλήμαν-Σταματάκη έγινε, το 1877, από την Αρχαιολογική Εταιρεία, σε αίθουσες του Πολυτεχνείου.

Η Αρχαιολογική Εταιρεία επί 163 χρόνια προσφέρει συνεχώς στην επιστήμη τα αγαθά αποτελέσματα των προσπαθειών της και η αναγνώριση του έργου της αυτού, που δυστυχώς παρασιωπάται, αποτελεί τη μόνη ανταμοιβή.

(1) O κ. Βασίλειος X. Πετράκος είναι γενικός γραμματεύς της Αρχαιολογικής Εταιρείας, ακαδημαϊκός.

Έντυπη