Του Χριστόφορου Ματιάτου - Δικηγόρου

Οι Αγγλοϊόνιοι, ένας κώδικας και ο Πατριάρχης

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Το κράτος ήταν μικρό. Το όνομά του όμως ήταν κάπως μακρύ: «Ηνωμένα Κράτη των Ιονίων Νήσων» (απαντάται και ο λιγότερο μεγαλοπρεπής ενικός). Εχαιρε επίσης της βρετανικής προστασίας, ή μάλλον την υφίστατο. Και ο Διονύσιος Σολωμός, στον Υμνον εις την Ελευθερίαν, χαρακτήριζε το καθεστώς που βίωναν τότε οι Επτανήσιοι «Ψεύτρα Ελευθεριά».

Πάντως, το κράτος αυτό είχε αξιόλογες επιδόσεις σε πολλούς τομείς. Κάποτε, αποφάσισε να εκσυγχρονίσει τη νομοθεσία του. O χρόνος, οι ιστορικές περιπέτειες, οι ξένες παρουσίες είχαν δημιουργήσει ένα προβληματικό, νομικό χάος. Το βασικό στρώμα της νομοθεσίας αυτής ήταν βενετσιάνικο. Και δεν ήταν πάντοτε για πέταμα. Μια παραίνεση προς τους δικαστές, που υπάρχει στον πρόλογο των Ενετικών Στατούτων, διατηρεί κάποια διαχρονική αξία: «να δικάζωσι καθώς φανή δίκαιον και επιεικές εις την αυτών πρόνοια, τον Θεόν έχοντες προ των οφθαλμών του νοός αυτών, ώστε εν τη ημέρα της αυστηράς κρίσεως να δυνηθώσιν ενώπιον του φοβερού δικαστού να δώσωσι άξιον λόγον». (H μετάφραση είναι του Ερμάννου Λούντζη). Ηταν όμως προφανές ότι «νόμους αβεβαίους και γενομένους εκ της παρελεύσεως του χρόνου ακαταλλήλους προς τας χρείας του λαού», έπρεπε να αντικασταστήσουν άλλοι πιο σύγχρονοι, όπως έλεγε και το προοίμιο της πράξεως που καθιέρωσε τη νέα νομοθεσία.

Αυτή περιελάμβανε και αστικό κώδικα (κατά την ορολογία και την ορθογραφία της εποχής: «Πολιτικός Κώδηξ»). Υπενθυμίζεται πως το ελληνικό κράτος χρειάσθηκε πάνω από έναν αιώνα για να αξιωθεί να αποκτήσει κάτι τέτοιο. Είναι, λοιπόν, προς τιμήν της Επτανήσου ότι το επέτυχε σχετικά σύντομα. Βέβαια, ο Ιόνιος Κώδικας σε πολλά σημεία ακολούθησε από αρκετά κοντά τον γαλλικό και εκείνον του Βασιλείου των Δύο Σικελιών. (Αντίθετα από ό,τι μπορεί να νομιστεί, δεν πρόκειται για κλωνοποίηση του ομώνυμου νησιού. Στην κατακερματισμένη μεσαιωνική Ιταλία συνυπήρξαν κάποτε δύο βασίλεια της Σικελίας. Το ένα την κατείχε, το δε άλλο στη νότια Ιταλία τη διεκδικούσε. Και κάποια στιγμή, τα δύο βασίλεια ενώθηκαν. H ιστορία αυτή φέρνει στη μνήμη την υπόθεση του ονόματος της Μακεδονίας. Εφόσον όμως ενδείκνυται, ύστερα από δέκα χρόνια, να ξεχάσουμε κάτι που μας αφορά άμεσα, δεν υπάρχει λόγος να θυμόμαστε αλλότρια, εξαιρετικά ετεροχρονισμένα θέματα). Εν πάση περιπτώσει, καθηγητής του γράφοντος στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χαρακτήριζε τον Ιόνιο Κώδικα αξιόλογο νομοθέτημα για την εποχή του, και είχε δίκιο.

Το κείμενό του είχε κάποιες διατάξεις, που ίσως δεν ήταν ευχάριστες σε εκκλησιαστικούς κύκλους. Σύμφωνα με το άρθρο 805:

«Πάσα μεταξύ ζώντων, η ενδιάθηκος διάταξις, γενομένη προς όφελος εκκλησιών, μοναστηριών και άλλων θρησκευτικών καταστημάτων, δεν έχει ουδεμίαν ισχύν.

Μολοντούτο επιτρέπεται να διαθέση τις προς όφελος των ειρημένων ηθικών σωματείων άπαξ και εις χρήματα μέχρι της ποσότητος δέκα στερλινών λιτρών».

Κανέν όφελος

Το δε άρθρο 804 όριζε πως: «...οι λειτουργοί της θρησκείας, οι παρασταθέντες εις... νόσον (από την οποία πέθανε κάποιος), δεν δύνανται να απολαύσωσι κανέν όφελος εκ των μεταξύ ζώντων ή ενδιαθήκων διατάξεων, αι οποίαι έγινον υπέρ αυτών κατά την διάρκειαν ταύτης της νόσου».

Αφορμή όμως για σοβαρές εμπλοκές έδωσαν κάποιες μεταρρυθμίσεις περί γάμου και διαζυγίου. Επειδή αυτές ήσαν κάπως πιο φιλελεύθερες απ' ό,τι συνήθιζε τότε να δέχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία, έκριναν οι αρχές της Επτανήσου σκόπιμο να εξασφαλίσουν προκαταβολικά τη σύμφωνη γνώμη του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Απεσταλμένος της Αγγλοϊονίου Κυβερνήσεως στάλθηκε στην Πόλη στα 1838 για να επιτύχει την έγκριση του Γρηγορίου του ΣΤ΄ του Φορτουνιάδη.

Ο Πατριάρχης Γρηγόριος υπήρξε απόλυτα αρνητικός στο αίτημα των Επτανησίων. Φαίνεται να είχε αυξημένη καχυποψία, στα όρια της φοβίας, στις νέες ιδέες και στις ξενόφερτες επιρροές. Ηθελε την παιδεία, τους δασκάλους και τα βιβλία κάτω από εκκλησιαστικό έλεγχο. Για να επιτύχει από τον σουλτάνο την έγκριση μέτρων προς αυτήν την κατεύθυνση, προχώρησε σε ενέργειες κάπως αμφιλεγόμενες. Συνεργάτης του, Επτανήσιος κληρικός, «εκ θερμοτάτης ευσεβείας διαπνεόμενος, αλλά και εκ προκαταλήψεως ενίοτε αγόμενος», επίσης δε «σχεδόν αυτοδίδακτος», «ερειδόμενος επί του φιρμανίου του πορθητού, καθ' ο ο Πατριάρχης δέον να εγγυάται περί της υποταγής των Ρωμαίων υπηκόων τω Σουλτάνω, εν συνεννοήσει μετά του Πατριάρχου υποβάλλει διά τούτο τω Σουλτάν Μαχμούτ, ότι κλονιζομένης της πίστεως του υπηκόου, ο πατριάρχης αδυνατεί περαιτέρω να εγγυάται την υποταγή των χριστιανών και χρεία λήψεως σοβαρών μέτρων». Και ο σουλτάνος ενέκρινε τα μέτρα.

Οσον αφορά τα Επτάνησα, ο Πατριάρχης, καθοδηγούμενος ίσως από τον συνεργάτη του Επτανήσιο κληρικό, είχε την εντύπωση πως ήταν ένας χώρος όπου η Ορθοδοξία κινδύνευε από ολέθριες εξ Εσπερίας επιδράσεις. Φαίνεται δε να μην ήταν ιδιαίτερα ευτυχής με τον τρόπο εκλογής των Αρχιερέων της Επτανήσου, που εκλέγονταν από τους κληρικούς κάθε νησιού. Και ναι μεν ο πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας στην Κωνσταντινούπολη ζητούσε την επικύρωση της εκλογής και την άδεια χειροτονίας από τον Πατριάρχη, η διαδικασία όμως αυτή μπορούσε να παρακαμφεί.

Η άρνηση του Πατριάρχη να αποδεχθεί το αίτημα της Αγγλοϊονίου Κυβερνήσεως εκδηλώθηκε με έντονο, πανηγυρικό και δυσάρεστο τρόπο. Πήρε τη μορφή εγκυκλίου, τυπωμένης για να διαβαστεί στις εκκλησίες της Επτανήσου. Ενας μόνον όμως από τους αρχιερείς επέτρεψε την ανάγνωσή της από του άμβωνος. (Σημειώνεται πως κατά την περίοδο εκείνη της ξένης και ετερόδοξης προστασίας, είχαν ληφθεί μέτρα ώστε το καθένα από τα Επτάνησα να έχει τον αρχιερέα του).

Η Αγγλοϊόνιος Κυβέρνηση αντιμετώπισε πάντως ένα σοβαρό πρόβλημα. H επιμονή της να προωθήσει τις μεταρρυθμίσεις της στο Αστικό Δίκαιο θα προκαλούσε έντονες αντιδράσεις σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Οι αντιδράσεις αυτές δεν θα περιορίζονταν στο θρησκευτικό πλαίσιο, αλλά θα ξεχείλιζαν και στο εθνικό, θα λάβαιναν δηλαδή ενωτικό χαρακτήρα. Φρονίμως ποιούσα, φρόντισε ο κώδικας, στην τελική του μορφή, να ορίζει ότι «O γάμος τελείται κατά τους κανόνας και τους τύπους της επικρατούσης ορθοδόξου εκκλησίας» (άρθρ. 142) και «H περί διαζυγίου αίτησις..., εισάγεται εις το εκκλησιαστικόν δικαστήριον...» (άρθρ. 201). (Οι διατάξεις πάντως για τον περιορισμό των δωρεών προς την Εκκλησία παρέμειναν).

Η επέμβαση όμως του Πατριάρχη δεν επρόκειτο να μείνει χωρίς συνέπειες για τον ίδιο. O πρέσβης της Μεγάλης Βρετανίας στην Κωνσταντινούπολη διαμαρτυρήθηκε γι' αυτήν στην Υψηλή Πύλη, στο όνομα των Ηνωμένων Κρατών των Ιονίων Νήσων. Την εποχή εκείνη η Υψηλή Πύλη έτεινε να κοντύνει, οι μεντεσέδες της είχαν τα μαύρα τους χάλια, το δε Διβάνιον ήταν πολύ λιγότερο αναπαυτικό από άλλοτε. Δεν υπήρχε, λοιπόν, ούτε η διάθεση ούτε η δυνατότητα να μην δοθεί ικανοποίηση στο αίτημα να επιβληθούν κυρώσεις «δι' όσα έπραξεν ο Πατριάρχης κατά της Ιονίου Κυβερνήσεως και Προστασίας, εκδούς εγκύκλιον υβριστικήν και στασιώδη εν τω Ιονίω Κράτει κατά παρεκτροποήν δικαιοδοσίας και καθηκόντων».

Τον Φεβρουάριο του 1840 ο Πατριάρχης δικάστηκε από ένα ειδικό, ιδιότυπο δικαστικό συμβούλιο, αποτελούμενο από ανώτατους Οθωμανούς αξιωματούχους. H δίκη είχε κάποια καφκικά στοιχεία. O Γρηγόριος δέχθηκε ερωτήσεις του είδους: «Με ποιο λοιπόν δικαίωμα σεις, οι πιστοί υπήκοοι της Υψηλής Πόρτας, επεμβαίνετε στα καθήκοντα ξένης κυβερνήσεως διορίζοντες ιερείς χωρίς την άδεια της Κυβερνήσεως αυτής;» ή «Με έκπληξη είδαμε στη μετάφραση της επιστολής ότι έπρεπε να προτιμώνται για χειροτονία αμαθείς ιερείς. Ποίον θα ήταν απ' αυτούς το όφελος;». Οποιες κι αν ήσαν οι απαντήσεις του Πατριάρχη, δεν εμπόδισαν την εκθρόνισή του. Και η Υψηλή Πύλη πληροφόρησε σχετικά τους Βρετανούς, προσθέτοντας ότι αυτό συνέβη επειδή «εμεταχειρίσθη εν ύφος αντιβαίνον εις τας σχέσεις καλής φιλίας, τας ευτυχώς υφισταμένας μεταξύ της Υψηλής Πόρτας και της κυβερνήσεως της Αυτής Βρετανικής Μεγαλειότητος, και ότι κατ' αυτόν τον τρόπον υπερέβη τα όρια της εκκλησιαστικής αυτού εξουσίας».

Κλασικοί αγωνιστές

Η Αγγλοϊόνιος Κυβέρνηση καταδίωξε με τη σειρά της Επτανησίους, που κατά τα γεγονότα αυτά είχαν εκδηλωθεί εναντίον της. Οι περισσότεροι ήσαν κλασικοί αγωνιστές κατά της αγγλικής προστασίας υπήρχαν, όμως, και κάποιοι με κάπως οριακές και προβληματικές προσωπικότητες. Για έναν από αυτούς γράφτηκε ότι ήταν «ανήρ μετριοτάτης παιδεύσεως, θρησκομανής, υποκείμενος εις ασκητικάς εξάψεις και εσκοτισμένον έχων τον νουν εκ της ενδελεχούς αναγνώσεως της δυσπέπτου των συναξαρίων ύλης και της ασχολίας αυτού περί την εξήγησιν των χρησμών του Αγαθαγγέλου».

Μετά τις περιπέτειές του με τις αρχές των Ιονίων Νήσων, το άτομο αυτό κατέφυγε στο Βασίλειο της Ελλάδος. Εγινε παράγων της Φιλορθοδόξου Εταιρείας που φιλοδοξούσε να κάνει τον Οθωνα Ορθόδοξο, να επιτύχει την εκ νέου υπαγωγή της ελληνικής Εκκλησίας στο Πατριαρχείο και άλλα τινά. Ασχολήθηκε ακόμη με το να τηλεκατευθύνει τον μοναχό Παπουλάκο ή Παπουλάκη που προκάλεσε ένα θρησκευτικό κίνημα στην Πελοπόννησο με ανάλογους στόχους, αλλά και προεκτάσεις κατά της τεχνολογικής εξελίξεως (των ατμοπλοίων π.χ. που γι' αυτόν ήταν διαβολικά δημιουργήματα), κίνημα διανθισμένο με ποικίλα θαύματα. Εδέησε τελικά να εκστρατεύσει εναντίον του μοναχού ο ελληνικός στρατός άδοντας:

Αγύρτη Παπουλάκη,

Ανίσως και πιασθής,

Στον τρίγκο της «Ματθίλδης»

Ευθύς θα κρεμασθής.

(Η «Ματθίλδη» ήταν γολέττα του B. Ναυτικού, με το όνομα αδελφής του Οθωνα, που αποκαταστάθηκε ως μεγάλη δούκισσα της Εσσης). O Παπουλάκος πιάστηκε, δεν κρεμάσθηκε και η τάξη αποκαταστάθηκε. O Επτανήσιος φιλορθόδοξος εταίρος και μέντωρ του μετά τις εμπειρίες του με τους κατασταλτικούς αγγλοϊονίους μηχανισμούς, γνώρισε και εκείνους της οθωνικής Ελλάδος, πράγμα που σήμαινε πως πήγαινε λίγο γυρεύοντας. Στα Επτάνησα, πάντως, από την 1η Μαΐου του 1841 «τη εξουσία της Αυτού Υψηλότητος του Προέδρου και της Εκλαμπροτάτης Γερουσίας, τη συναινέσει και γνώμη της Ευγενεστάτης Βουλής... και τη επιδοκιμασία της Αυτού Εξοχότητος του Λόρδου Μεγάλου Αρμοστού της Προστάτιδος Βασιλίσσης», ίσχυε ο Πολιτικός (Αστικός) Κώδηξ.

Είχε βέβαια προηγηθεί ένα μαλλιοτράβηγμα μεταξύ της Εκλαμπροτάτης Γερουσίας και της Ευγενεστάτης Βουλής ως προς τις αμοιβαίες αρμοδιότητες στη συζήτηση και ψήφιση της νομοθεσίας αυτής. Οι δικηγόροι του Βρετανικού Στέμματος ερωτηθέντες, απεφάνθησαν πολύ σοφά, ότι τα δύο σώματα ήταν συναρμόδια. H αδυναμία του ελληνικού κράτους να συντάξει Αστικό Κώδικα, επέτρεψε στον Ιόνιο Κώδικα να επιζήσει της Ενώσεως και να εξακολουθήσει να υφίσταται μέχρι το 1946. (Σημειώνεται ότι όλη αυτή η νομοθετική εργασία γράφτηκε ιταλικά και μεταφράστηκε ελληνικά αρκετά χρόνια αργότερα).

Η περιπέτεια πάντως του Πατριάρχη Γρηγορίου του ΣΤ΄, που κατά κάποιο τρόπο υπήρξε παράπλευρη απώλεια της συντάξεως του Ιόνιου Κώδικα, υποδηλώνει ίσως ότι τα βασικά προβλήματα του προσώπου και του θεσμού, δεν ήταν η άσκηση κάποιων προσθέτων αρμοδιοτήτων ή η δυνατότητα περισσοτέρων παρεμβάσεων, αλλά άλλα, δυστυχώς πιο άμεσα και οδυνηρά.

Έντυπη