Του Προκόπη Παυλόπουλου - κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της Νέας Δημοκρατίας,

Μιχαηλ Στασινοπουλος - O ανεξάρτητος Δικαστής

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Πέρασε ήδη πάνω από ένας χρόνος από την ημέρα που ο Μιχαήλ Στασινόπουλος έφυγε από τη ζωή. Πολυσχιδής και ευρυμαθέστατος, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, υπηρέτησε, με την ίδια πάντα συνέπεια που άγγιζε τα όρια της αυταπάρνησης, αφενός τη νομική επιστήμη, από τη θέση του ανώτατου δικαστικού λειτουργού και του ακαδημαϊκού δασκάλου. Και, αφετέρου, τη λογοτεχνία, κυρίως από τη σκοπιά του ποιητή και του δοκιμιογράφου. Ομως στην πρόσφατη ιστορία του τόπου ο Μχαήλ Στασινόπουλος πέρασε περισσότερο ως ο πρώτος -προσωρινός- Πρόεδρος της Δημοκρατίας που εγκαθιδρύθηκε και στέριωσε μετά το τέλος της επτάχρονης δικτατορίας, το 1974. Και είναι μάλλον βέβαιο ότι δεν θα γινόταν τόσο γνωστός ούτε θα αποκτούσε πολιτειακά αξιώματα -λόγω χαρακτήρος άλλωστε ουδέποτε επιδίωξε κάτι τέτοιο συνειδητά- εάν δεν ερχόταν αντιμέτωπος, σε μια κρίσιμη στιγμή κατά τη διάρκεια της δικτατορίας αυτής, με το δίλημμα να επιλέξει μεταξύ της επιτέλεσης του δικαστικού του καθήκοντος και της υποταγής στα κελεύσματα του αυταρχικού καθεστώτος.

Οι ιστορικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας

Ι. Ειδικότερα το δίλημμα αυτό προέκυψε τον Ιούνιο 1969, όταν το Συμβούλιο Επικρατείας, του οποίου Πρόεδρος τότε ήταν ο Μιχαήλ Στασινόπουλος, κλήθηκε να δικάσει υποθέσεις που αφορούσαν απολύσεις δικαστικών λειτουργών. Απολύσεις που, χωρίς καμιά αμφιβολία, οφείλονταν όχι στην ανεπάρκεια των λειτουργών αυτών να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, αλλά, τις περισσότερες τουλάχιστον φορές, στην αντίθεσή τους με το δικτατορικό καθεστώς και στην -άμεση ή έμμεση- συμμετοχή τους στον αντιδικτατορικό αγώνα.

Α. Πιο συγκεκριμένα, η τότε δικτατορική κυβέρνηση εξέδωσε τις προαναφερόμενες πράξεις απόλυσης των δικαστικών λειτουργών χωρίς κανένα σοβαρό νομικό έρεισμα και, μεταξύ άλλων, χωρίς να έχει τηρηθεί προηγουμένως το δικαίωμα ακρόασης. Οφείλω εδώ να επισημάνω ότι, την εποχή εκείνη, το δικαίωμα τούτο δεν έβρισκε συγκεκριμένο στήριγμα στην, ούτως ή άλλως, προβληματική, λόγω έλλειψης δημοκρατικής νομιμοποίησης, έννομη τάξη μας.

Β. Σ' επίπεδο συγκριτικού δικαίου αξίζει να τονισθεί ότι, πλην ελαχίστων περιπτώσεων ρητής νομοθετικής καθιέρωσης, το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης έβρισκε θέση στο πάνθεον των νομικών κανόνων ως γενική αρχή του διοικητικού δικαίου. Στη διαμόρφωση αυτής της γενικής αρχής είχε συντείνει, μεταξύ άλλων, αποφασιστικά και η αρχαία ελληνική σκέψη, όπως προκύπτει π.χ. από το απόσπασμα του όρκου των Ηλιαστών «και ακροάσομαι του τε κατηγόρου και του απολογουμένου ομοίως αμφοίν», ή και από το στίχο του Ευριπίδου στην τραγωδία «Ηρακλείδαι» (179 -180) «τις αν δίκειν κρίνοιεν... πριν αν αμφοίν μύθον εκμάθη σαφώς».

Γ. Στην Ελλάδα το ζήτημα της γενικής αρχής του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης ελάχιστα είχε απασχολήσει τη θεωρία και τη νομολογία. Κατά τη διάρκεια όμως των ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δικών του Ιουνίου 1969, που όπως τονίσθηκε αφορούσε τις απολύσεις των δικαστικών λειτουργών, το ζήτημα ετέθη, και μάλιστα με ιδιαίτερα πρωτότυπο τρόπο, από έναν από τους προσφεύγοντες, και συγκεκριμένα τον κατοπινό -επί δημοκρατικής περιόδου- πρόεδρο του Αρείου Πάγου Μαργέλο. Αγορεύοντας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ο προσφεύγων είχε τονίσει: «Οταν οι πρωτόπλαστοι ημάρτισαν, ο Θεός, ο Παντοδύναμος, δεν τους ετιμώρησεν αμέσως, αλλά τους εκάλεσε προηγουμένως ν' απολογηθούν: Διατί αμαρτήσατε; Και μόνον κατόπιν της απολογίας των, τους ετιμώρησε. Από τότε λοιπόν ενεφυτεύθη εις την φύσιν του ανθρώπου το δικαίωμα να υπερασπίζη τον εαυτόν του πριν κριθή, και κατέστη το πρωταρχικόν δικαίωμά του. Δι' αυτό λέγουν ότι το δικαίωμα της υπερασπίσεως είναι αρχαίον, όσον και ο άνθρωπος». Στη συνέχεια της αγόρευσής του ο Μαργέλος διευκρίνισε ότι με τις σκέψεις του αυτές αναφερόταν στο νομολογιακό προηγούμενο της από το 1723 απόφασης αγγλικού δικαστηρίου, η οποία αφορούσε υπόθεση του δόκτορος Bentley, που ήταν τότε πρύτανης του Πανεπιστημίου του Cambridge, σύμφωνα με την οποία: «Θείος και ανθρώπινος νόμος αναγνωρίζει στον καθένα που κρίνεται τα δικαίωμα να υπερασπίζεται τον εαυτό του... Ο Θεός δεν έβγαλε απόφαση κατά του Αδάμ πριν τον καλέσει για να υπερασπισθεί τον εαυτό του. - Αδάμ, είπε ο Θεός, γιατί αμάρτησες; Εφαγες ή όχι τον απαγορευμένο καρπό του δέντρου;»

Δ. Καθοδηγούμενο από τον πρόεδρό του Μιχαήλ Στασινόπουλο, το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε, παρά τις προκλητικές πιέσεις και απειλές των δικτατόρων, τις απολύσεις των δικαστικών λειτουργών, κρίνοντας ότι με το ν' απολυθούν χωρίς να υπάρχει προηγούμενη ακρόασή τους παραβιάσθηκε γενική αρχή του δικαίου, η οποία εγγυάται το δικαίωμα υπεράσπισης ενώπιον των διοικητικών αρχών. Ετσι πήραν τη θέση τους στην πολιτική και νομική μας ιστορία οι αποφάσεις ΣτΕ 1811-1831/1969, το κρισιμότερο σκεπτικό των οποίων έχει ως ακολούθως: «Επειδή το δικαίωμα ακροάσεως παντός κρινομένου προσώπου αποτελεί γενικωτέραν και θεμελιώδη αρχήν του δικαίου, διασφαλίζουσαν το στοιχειώδες δικαίωμα της υπερασπίσεως και εφαρμοστέαν εν πάση ευνομουμένη Πολιτεία.. .».

Ε. Η συνέχεια είναι λίγο ως πολύ γνωστή: μετά την έκδοση των ιστορικών αυτών αποφάσεων, οι οποίες εκτός από νομικό μνημείο συνιστούν και κορυφαία πράξη αντίστασης κατά της δικτατορίας, ο Μιχαήλ Στασινόπουλος απολύθηκε από τη θέση του προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό. Μετά τη μεταπολίτευση, το 1974, η Βουλή των Ελλήνων, αναγνωρίζοντας τη μεγάλη προσφορά του στη Δημοκρατία και στη Δικαιοσύνη, τον εξέλεξε πρώτο, προσωρινό, πρόεδρο της νεοπαγούς Δημοκρατίας. Η επιλογή του προσώπου και η αντίστοιχη πρόταση ανήκαν στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Μετά το τέλος της θητείας του και ώς το τέλος της ζωής του ο Μιχαήλ Στασινόπουλος εργάσθηκε ακατάπαυστα, αφήνοντας ένα τεράστιο όσο και πρωτοποριακό, νομικό και λογοτεχνικό, έργο. Εμεινε πάντα μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, γιατί κάθε τάση επίδειξης και επιζήτηση προβολής ήταν ξένη προς την έμφυτη σεμνότητα του χαρακτήρα του.

Ο απόηχος

ΙΙ. Αξίζει, νομίζω, τον κόπο να επιχειρήσει κανείς μιαν -έστω και μερική- αποτίμηση της επιρροής των ιστορικών αυτών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλά και της προσωπικότητας του Μιχαήλ Στασινοπούλου, στη μετέπειτα πορεία της πολιτικής και θεσμικής μας ζωής.

Α. Κατά πρώτο λόγο, οι αποφάσεις αυτές συνέτειναν στη ρητή συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης. Η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος του 1975 ορίζει ειδικότερα ότι «το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται εις βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του». Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι, παρά τη συνταγματική αυτή κατοχύρωση, το Συμβούλιο της Επικρατείας οριοθέτησε στη συνέχεια εξαιρετικά συσταλτικά την έκταση εφαρμογής του δικαιώματος αυτού, προφανώς φοβούμενο την πλειάδα ακυρώσεων διοικητικών πράξεων για τυπικούς λόγους. Συγκεκριμένα, πάντα κατά την ως άνω νομολογία, το δικαίωμα ακρόασης πρέπει να τηρείται, ουσιαστικά, μόνο προκειμένου περί ατομικών διοικητικών πράξεων που εκδίδονται με βάση την υποκειμενική συμπεριφορά εκείνου τον οποίον αφορούν. Παράξενη μοίρα των κανόνων δικαίου... Οταν στηριζόταν σε μια απλή γενική αρχή το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης είχε μεγαλύτερη θεσμική εμβέλεια απ' ό,τι όταν πια απέκτησε συνταγματική κατοχύρωση και καθιέρωση!

Β. Κατά δεύτερο λόγο, θα ήταν αναμενόμενο, τώρα που η Δημοκρατία έχει πια εμπεδωθεί, το αίσθημα ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών, ιδίως απέναντι στη εκτελεστική εξουσία, να είναι δεδομένο και αυτονόητο. Κι όμως, κάποια φαινόμενα που, ατυχώς, πολλαπλασιάζονται γεννούν απαισιόδοξες σκέψεις, οι οποίες εύχομαι να μην επαληθευθούν: πραγματικά ολοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια, κατά την επιλογή εκείνων που στελεχώνουν τις κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης, παρατηρείται, εκ μέρους της κυβέρνησης, το παρακμιακό φαινόμενο να παρακάμπτονται συστηματικά οι αρχαιότεροι δικαστικοί λειτουργοί, ακόμη και όταν διαθέτουν τεράστια πείρα και αδιαμφισβήτητο κύρος, και να προτιμώνται νεώτεροι, οι οποίοι έχουν προηγουμένως δώσει διαπιστευτήρια πολιτικής νομιμοφροσύνης, θητεύοντας χρόνια ολόκληρα σε γραφεία υπουργών ή και στο γραφείο του ίδιου του πρωθυπουργού. Και το παρακμιακό αυτό φαινόμενο είναι τόσο περισσότερο οδυνηρό, όσο περνά σήμερα απαρατήρητο, καλυμμένο από την εκκωφαντική σιωπή συνταγματολόγων, συνταγματολογούντων και δημοσιογράφων, οι οποίοι σε προηγούμενα χρόνια και υπό άλλα κυβερνητικά σχήματα έθεταν την «προοδευτική» συνείδησή τους σε εγρήγορση για πολύ πιο ασήμαντες παρεκβάσεις από τα θεσμικώς καθιερωμένα.

Υπό τα δεδομένα αυτά, και αναλογιζόμενος κανείς την προσφορά του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Μιχαήλ Στασινοπούλου στα δύσκολα εκείνα χρόνια, δεν μπορεί παρά να συλλογισθεί μελαγχολικά, ρίχνοντας μια ματιά σε σημερινές πτυχές της πολιτικής και θεσμικής μας ζωής, που εύχομαι να μείνουν εξαίρεση και γρήγορα να εκλείψουν: «O tempora, o mores» και «Sic transit gloria mundi»!

Έντυπη