ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Μάγια Τσόκλη: Επισκέψεις στα χώματα της μνήμης

Μάγια Τσόκλη: Επισκέψεις στα χώματα της μνήμης
Με την ευκαιρία της νέας προσφοράς της «Καθημερινής», η Μάγια Τσόκλη γράφει για τις αναμνήσεις που κρύβονται πίσω από κάθε επίσκεψη στις χαμένες πατρίδες


Είχα μια γιαγιά από την πλευρά της μητέρας μου, που την έλεγαν Γλυκερία Τοσούνογλου. Η οικογενειακή ιστορία την θέλει να κατάγεται από την Καππαδοκία. Ο πατέρας της μετακινήθηκε στη συνέχεια προς στη Πόλη όπου και πρόκοψε φαίνεται, ασχολήθηκε με τα κοινά, εγκαταστάθηκε στο Φανάρι, έστειλε τα κορίτσια στα καλά σχολειά να μάθουν Γαλλικά και πιάνο. Η Γλυκερία, πάνω στις πολιτικές αναταραχές, ερωτεύτηκε τον Γιάννη Καπλάνογλου, καραμανλή από την Καισάρεια (πιθανόν), κλέφτηκαν και πήγαν στη Θεσσαλονίκη. Εκεί γεννήθηκε η μητέρα μου. Ο παππούς ο Γιάννης πέθανε και την οικογένεια ανέλαβε ο αδελφός του, ο Σπύρος Καπλανίδης (επί το ελληνικότερον) που ήταν άνθρωπος ντόμπρος, άνθρωπος της πιάτσας. Αμόρφωτος μεν, του καθήκοντος δε. Το ξημέρωμα τον έβρισκε στη Κεντρική Λαχαναγορά, και το υπόλοιπο της ημέρας το πέρναγε με τάβλι, ούζο και Καρέλια άφιλτρα στο καφενείο. Μάγκας, που λένε, σκληρό καρύδι! Τα Τούρκικα ήταν η μητρική του γλώσσα, τα Ελληνικά τα έμαθε καλούτσικα, όλο δικές του λέξεις εφεύρισκε και μας έκανε να γελάμε με τη λαϊκή σοφία του και τις πολιτικές του πεποιθήσεις. «Κουμμουνισμός θα πει οικονομισμός», έλεγε. «Ολοι να κονομάνε!».

Της γιαγιάς Γλυκερίας η ζωή δεν εξελίχθηκε όπως τη φανταζόταν. Πέθανε ο άνδρας της, βρέθηκε να συζεί εξ ανάγκης με τον κάπως άξεστο κουνιάδο της και το χειρότερο… τα κορίτσια της, που σπούδασε στο Αρσάκειο με χίλια ζόρια, παντρεύτηκαν άφραγκους ζωγράφους! Το δράμα! Την αναπολούσε λοιπόν τη ζωή στη Πόλη. Αναπολούσε τα σαλόνια και τις δεξιώσεις, τα Γαλλικά που ακόμη θυμόταν, τα Τούρκικα που μιλούσε άψογα. Αναπολούσε τις απογευματινές εξόδους στο Φανάρι, τα Σαββατοκύριακα στην Πρίγκιπο, τη γλυκιά ζωή στο Βόσπορο, τις μυρωδιές του κάρβουνου, τις κρύες και υγρές νύχτες του χειμώνα. Ακόμα και τις δύσκολες συνθήκες της εγκατάστασης των Μικρασιατών αναλογιζόταν με νοσταλγία, γιατί τότε ήταν νέα και ερωτευμένη. Και προσπαθούσε να μιλήσει γι' αυτά.

Ομως εμείς ήμασταν άνθρωποι μοντέρνοι, άνθρωποι του δυτικού κόσμου, του ευρωπαϊκού πολιτισμού, της εξέλιξης. Δεν μας ενδιέφεραν οι συναισθηματικές σκέψεις μιας γιαγιάς Γλυκερίας, που αδυνατούσε να κοιτάξει προς το μέλλον, πόσω μάλλον να εκτιμήσει την Arte Povera! Προσωπικά μόνο το μπαούλο στο σαλόνι με ενδιέφερε, γιατί περιείχε θησαυρούς πολίτικους και μια ικανότητα συνεχούς ανανέωσης. Μη σας τα πολυλογώ, το χάσμα όλο και μεγάλωνε, μέχρι που κάποια στιγμή η γιαγιά έπαψε να προσπαθεί. Ισως με τον καιρό να ξέχασε κι αυτή το παρελθόν ή να χρειάστηκε να το ξεχάσει για να επιζήσει. Ετσι κι αλλιώς αδυνατούσε να κατανοήσει τον δικό μας τρόπο ζωής, μας είχε ικανούς για όλα! Πώς αλλιώς να εξηγήσω το εσπευσμένο τηλεγράφημα που έστειλε στο Βερολίνο μόλις έλαβε μια φωτογραφία μου στο ζωολογικό κήπο αγκαλιά με ένα λιονταράκι: «Πήρατε λιοντάρι στο παιδί; Στοπ Δώστε το αμέσως πίσω! Στοπ Θα πληγωθεί όταν το ζώο μεγαλώσει και θα χρειαστεί να το αποχωριστεί! Στοπ».

Τα χρόνια πέρασαν, η γιαγιά πέθανε - και μαζί της όλες οι πολύτιμες αναμνήσεις του Ελληνισμού της Πόλης. Και μετά ξεκίνησε η τηλεοπτική μου ζωή, τα γυρίσματα στην Ελλάδα, οι συνεχείς αναφορές στις Χαμένες Πατρίδες, οι αναμνήσεις ξένων ανθρώπων που άρχισαν να με συγκινούν και να με γεμίζουν τύψεις για τη αδιάφορη προς τη γιαγιά συμπεριφορά μου. Κάπως έτσι ξεκίνησαν τα ταξίδια και τα γυρίσματα στους τόπους που ως Eλληνες αγαπήσαμε και που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην Ιστορία μας. Στην Πόλη, την Αλεξάνδρεια, το Κάιρο, την Ιμβρο, τα μικρασιατικά παράλια, τον Πόντο, το Σινά… Αυτές οι εκπομπές λοιπόν που προσφέρει η «Καθημερινή» και που ήδη συντροφεύουν τις Κυριακές μας είναι ένας φόρος τιμής στη γιαγιά Γλυκερία και σε όλες τις γιαγιάδες, κάτι σαν συγγνώμη. Με την τρυφερότητα, τον σεβασμό και το ενδιαφέρον που εμπνέει η ηλικία και το παρελθόν, με την αποστασιοποίηση που φέρνει μοιραία ο χρόνος που κύλησε, με την αντικειμενικότητα που προσπαθεί να καταφέρει αυτή η δημοσιογράφος…

Τα επεισόδια
Μια σύντομη ξενάγηση στους επτά «τόπους που αγαπήσαμε»
Επιμέλεια: Ντ.Κ., Κ.Β.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ



Το πρώτο επεισόδιο της σειράς έχει ως θέμα την Πόλη των Ελλήνων, της νοσταλγίας και των πληγωμένων ψυχών. Αλλά και τη σύγχρονη πραγματικότητα της Ιστανμπούλ των 15 εκατομμυρίων κατοίκων, που την καθιστούν μια από τις πολυπληθέστερες πόλεις του κόσμου. Οι βόλτες στις ιστορικές γειτονιές που όλοι γνωρίζουμε από διηγήσεις και που έχουν αλλάξει δραματικά με την έλευση των εποίκων από την Ανατολή εναλλάσσονται με σύγχρονες περιγραφές από τη μητρόπολη με τις πολλές αλήθειες και τις διαφορετικές πραγματικότητες.

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ

Το ταξίδι για το επεισόδιο που συνοδεύει το σημερινό φύλλο αρχίζει με το πέρασμα του Ελλησπόντου από την ευρωπαϊκή Τουρκία στο Τσανάκ-Καλέ, όπου κάνουμε μια γνωριμία με την πόλη και τους ανθρώπους της. Μετά θα επισκεφθούμε την Τροία, θα περάσουμε από την Ασσο, την ελληνική πόλη που κτίστηκε τον 7ο π.Χ. αιώνα. Από εκεί θα περάσουμε από το όρος Ιδη για την Κυδωνία ή Αϊβαλί, τα Μοσχονήσια ή Εκατόνησοι και τη Σμύρνη. Το Αϊβαλί (Ayvalik) ήταν πνευματικό κέντρο πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή με ονομαστή παιδεία και δράση που διακόπηκε. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών εδώ ήρθαν να μείνουν πολλοί Τουρκοκρητικοί. Στη Σμύρνη η κ. Ρήγα με την αφήγησή της θα «ζωντανέψει» άλλες εποχές.

Συνεχίζουμε το ταξίδι για τον Κιρκιντζέ (πατρίδα της Διδώς Σωτηρίου), την αρχαία Εφεσο και το Κουσάντασι. Θα επισκεφθούμε τη λίμνη Μπάφα στους πρόποδες του Λάτμου. Θα δούμε τα ερείπια της αρχαίας Ηράκλειας που παρήκμασε λόγω του κλεισίματος του λιμανιού και τα πολλά μοναστήρια και ασκηταριά της περιοχής που δημιουργήθηκαν τον 8ο μ.Χ. αιώνα και «έζησαν» μέχρι την εισβολή των Σελτζούκων το 1072 μ.Χ. Το ταξίδι θα συνεχιστεί με στάση σε Εύρωμο, Λάβρανδα, Αλικαρνασσό (Βodrum) και θα τελειώσει με επίσκεψη στο Φετχιέ (αρχαία Τελμησσός) και το θέρετρο στο Oludeniz.

ΠΟΝΤΟΣ

Μια περιήγηση στις χαμένες πατρίδες του Πόντου που γνώρισαν μεγάλη ακμή στα τέλη του 19ου αιώνα. Το ταξίδι ξεκινάει από την Τραπεζούντα με μια καλή παρέα Ποντίων από τη Θεσσαλονίκη που επισκέπτονται την περιοχή για να γνωρίσουν το προγονικά τους χώματα. Μαζί τους θα επισκεφθούμε τις ερειπωμένες πια Μονές Βαζελώνος (270 μ.Χ.) και Παναγίας Σουμελά (386 μ.Χ.), που λεηλατήθηκε και καταστράφηκε από τους Τούρκους το 1922, και θα διασχίσουμε τις Ποντικές Αλπεις, με τοπία οργιαστικής βλάστησης, για να φτάσουμε στα ορυχεία αργύρου της Χαλδίας. Ηταν τα ορυχεία αυτά ο κύριος λόγος που επέτρεψαν στους Πόντιους να αναπτυχθούν με προνόμια και χωρίς διωγμούς μέχρι την εποχή των Νεοτούρκων. Η περιήγησή μας θα περάσει από την Αμάσεια, την πατρίδα του Στράβωνα, κτισμένη στις όχθες του ποταμού Ιρι και πρώτη πρωτεύουσα του βασιλείου του Πόντου, καθώς και από την Κερασούντα. Η τελευταία «ευθύνεται» για το όνομα των κερασιών που λάτρεψε ο Ρωμαίος στρατηγός Λούκουλλος, αν και η μεγάλη της παραγωγή είναι τα φουντούκια.

ΙΜΒΡΟΣ

Σε αυτό το επεισόδιο θα ταξιδέψουμε στην Ιμβρο, το ελληνικό νησί, που μαζί με την Τένεδο παραχωρήθηκε στην Τουρκία με τη Συνθήκη της Λωζάννης. Θα ακούσουμε τις αφηγήσεις των ελάχιστων Ελλήνων για το πώς ήταν η ζωή τους και πώς άλλαξε με την εγκατάσταση ανοιχτών αγροτικών φυλακών με βαρυποινίτες, με τη δήμευση ελληνικών περιουσιών, με το κλείσιμο των ελληνικών σχολείων.

Θα δούμε τα παλιά ελληνικά χωριά, που κάποτε αριθμούσαν χιλιάδες Ελληνες, και θα παρακολουθήσουμε αποσπάσματα από τη Λειτουργία του Δεκαπενταύγουστου, με πρωτοστατούντα τον εξ Ιμβρου καταγόμενο Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο. Και βέβαια θα δούμε τη θυσία του ταύρου για το Κουρμπάνι, το εθιμικό τραπέζι του πανηγυριού για όλους τους παρευρισκομένους.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ



Οταν στα 23 του χρόνια και έπειτα από μια νικηφόρα πορεία στη Μικρά Ασία και την Παλαιστίνη ο Μέγας Αλέξανδρος έφτασε στην Αίγυπτο, άρχισε να αναζητεί και το πλέον κατάλληλο μέρος για να φτιάξει την πόλη του. Χρειαζόταν μια πρωτεύουσα ισάξιά του, αλλά και ένα λιμάνι σε στρατηγική θέση που να του επιτρέπει την εύκολη επικοινωνία με την υπόλοιπη αυτοκρατορία. Κάπως έτσι βρέθηκε σε ένα μικρό ψαροχώρι με ένα μεγάλο φυσικό λιμάνι, όπου μπροστά του απλωνόταν ολόκληρη η Μεσόγειος. Εδώ αποφάσισε να χτίσει την Αλεξάνδρεια, χαράσσοντας με αλεύρι τα σύνορά της και αναθέτοντας στον μηχανικό Δεινοκράτη την οικοδόμησή της και στον Κλεομένη την οικονομική επιμέλεια. Λίγους μήνες μετά ο Αλέξανδρος έφυγε για την Ανατολή για να μην επιστρέψει ποτέ στη μεγαλύτερη πόλη που έφερε το όνομά του, αλλά και στη σημαντικότερη πόλη της ελληνιστικής περιόδου, με τα τέσσερις χιλιάδες παλάτια, τα μεγαλειώδη μνημεία όπως το Σεράπειον, τα πνευματικά ιδρύματα, όπως το μουσείο και η βιβλιοθήκη, αλλά και ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου, τον Φάρο της Αλεξάνδρειας.

Η Αλεξάνδρεια καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε πολλές φορές. Στη σύγχρονη ιστορία της, ο Καβαλιώτης Μεχμέτ Αλί ή Μοχάμετ Αλι, ως κυρίαρχος της Αιγύπτου, είναι αυτός στον οποίο οφείλεται η αναγέννηση της πόλης. Ο ίδιος θέσπισε ευνοϊκούς νόμους για το ξένο κεφάλαιο και κάλεσε στην Αλεξάνδρεια τους Ευρωπαίους και κυρίως τους Ελληνες φίλους του. Ετσι δημιουργήθηκε η ελληνική παροικία. Μια παροικία που σήμερα αριθμεί περί τα χίλια μόνο μέλη και η οποία ωστόσο μέχρι το πρώτο μισό του 20ού αιώνα γνώρισε μεγάλες δόξες. Η Μάγια Τσόκλη συναντάει Ελληνες της Αλεξάνδρειας, συνομιλεί μαζί τους και εκείνοι με τη σειρά τους θυμούνται ιστορίες από τα παλιά. Περπατώντας μέσα στο κοιμητήριο διαβάζει ονόματα όπως Τοσίτσας, Αβέρωφ, Μπενάκης, Ράλλης και τόσα άλλα, κατανοώντας τη σημασία που έπαιξε η παροικία στην ιστορία και τον πολιτισμό της σύγχρονης Ελλάδας. Αναζητάει την Αλεξάνδρεια του Καβάφη, του Ντάρελ, του Τσίρκα.

Η πόλη όμως δεν έχει μόνο δυτικό παρελθόν, αλλά και ένα δυναμικό ανατολικό παρόν. Η Μάγια Τσόκλη ξεναγείται στη νέα βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας και μαζί με τον γνωστό αρχιτέκτονα Αουάντ επισκέπτεται εντυπωσιακά νεοκλασικά μέγαρα.

ΚΑΪΡΟ



Είναι η μεγαλύτερη πόλη της Αφρικής, μετρώντας περισσότερους από 15 εκατομμύρια κατοίκους, αλλά και από τις πιο ζωντανές και πολύβουες πόλεις του κόσμου. Η Μάγια Τσόκλη μάς ταξιδεύει στην πρωτεύουσα της Αιγύπτου, στο Κάιρο το ισλαμικό, το εμπορικό, το φαραωνικό και το λαϊκό. Αλλά και στο Κάιρο το ελληνικό. Τι κι αν η ελληνική παροικία συρρικνώθηκε και αριθμεί πια μόλις 1.600 μέλη. Κάποτε, η ελληνική κοινότητα ήταν πολύ μεγαλύτερη και δυνατή.

Η Ηλιούπολη βρίσκεται βορειοδυτικά της πόλης και είναι μια περιοχή που δημιουργήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα για να στεγάσει τους αποικιοκράτες Γάλλους. Σήμερα, μεταξύ άλλων, μένουν εδώ οι περισσότερες ελληνικές οικογένειες του Καΐρου - τουλάχιστον οι πιο εύπορες. Το δε ένα και μοναδικό πια ελληνικό σχολείο στεγάζεται στο κτίριο του Σπετσεροπουλείου ορφανοτροφείου, με τους περισσότερους μαθητές του να είναι αραβόφωνοι από μεικτούς γάμους.

Κάιρο σημαίνει πυραμίδες. Το μόνο από τα Επτά Θαύματα του αρχαίου κόσμου που επέζησε ώς τις μέρες μας, φλερτάροντας πια με τα τελευταία κτίρια της πυκνοκατοικημένης πόλης. Και η αιτία που φέρνει ετησίως στην Αίγυπτο εκατομμύρια τουρίστες, από τους οποίους περιμένουν να ζήσουν εκατοντάδες Αιγύπτιοι. Εδώ το 75% του πλούτου συγκεντρώνεται στα χέρια του 5% του πληθυσμού.

ΣΙΝΑ



Στο τελευταίο επεισόδιο της συλλογής ταξιδεύουμε στο Θεοβάδιστον Ορος, στο Σινά. Η «ξεναγός» μας δείχνει το φοβερό τοπίο, πέτρα πάνω στην πέτρα όσο φθάνει η ματιά του ανθρώπου. Μας παίρνει μαζί της να επισκεφθούμε το επιβλητικό μοναστήρι, αφιερωμένο στην Αγία Αικατερίνη, οχυρό φρούριο που η παράδοση θέλει να έχει κτισθεί από την Αγία Ελένη. Απειροι θησαυροί εικόνων και χειρογράφων, μεταξύ των οποίων και το περίφημο χειρόγραφο του Ιωάννου της Κλίμακος. Μας δείχνει την Καιομένη Βάτο και μας οδηγεί στη σκληρή οδοιπορία προς την Αγία Κορυφή όπου ο Μωυσής παρέλαβε τον Νόμο από τα χέρια του Θεού. Το τοπίο από την κορυφή είναι συγκλονιστικό.

Η Μάγια Τσόκλη συνομιλεί με τον αρχιεπίσκοπο Δαμιανό, αλλά και επισκέπτεται τα γειτονικά ασκηταριά και τα χωριά των Βεδουίνων.

Το Σινά, ένα μέρος πραγματικά μοναδικό, σημείο συνάντησης τριών θρησκειών, του Ιουδαϊσμού του Χριστιανισμού και του Μωαμεθανισμού, είναι ένα ταξίδι ψυχής και όχι αναψυχής όπως πολύ ωραία το δείχνει το «Ταξιδεύοντας».


Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ