ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Γιάννης Κυριακίδης, ο μέγας δάσκαλος του φωτορεπορτάζ της Θεσσαλονίκης

ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΖΙΜΑΣ

Πάει ένας χρόνος περίπου όταν νωρίς το πρωι χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού μου. Η φωνή γνώριμη: «Ελα, εγώ είμαι...».

«Τι έπαθες πρωι πρωι, στον ύπνο σου με είδες;».

«Πήρα να σου πω τον πόνο μου. Δεν χτυπάει πια το τηλέφωνο, δεν με παίρνει κανείς για ρεπορτάζ…».

«Τι τα θες τώρα αυτά, κοντεύεις τα ενενήντα, ξεκουράσου πια…».

«Αφού ξέρεις δεν μπορώ», είπε και με ένα βουβό κλάμα μου έκλεισε το τηλέφωνο.

Σχεδόν κάθε πρωί ο 89χρονος Γιάννης Κυριακίδης, σέρνοντας το κουρασμένο του κορμί, που όμως έχει μέσα του φυλακισμένο έναν αιώνιο έφηβο, πηγαίνει από το σπίτι του στο γραφείο στην οδό Τσιμισκή, την περίφημη «σπηλιά».

Εκεί, βυθίζεται στην πολυθρόνα και με τις μηχανές οπλισμένες με φίλμ (!) περιμένει το «ντριν» του τηλεφώνου με την ελπίδα ότι θα είναι κάποιος που θα τον στείλει να φωτογραφίσει.

«Με ξέχασαν όλοι, δεν γίνεται πια ρεπορτάζ, πάει κατά διαβόλου το συνάφι. Χάθηκαν τα στέκια, διαλύθηκαν και οι «αρκουδολόγοι»...», λέει και αναπολεί περασμένα μεγαλεία. Και όταν τον ρωτούν αν και τι φωτογραφίζει πλέον, απαντάει. «Κάθε μέρα από το μπαλκόνι του σπιτιού μου τραβάω τα ηλιοβασιλέματα στον Θερμαϊκό...».

Εβδομήντα χρόνια με μια φωτογραφική μηχανή στο λαιμό και μια σκάλα στο χέρι, ήταν το «μάτι» της Θεσσαλονίκης, ο φωτορεπόρτερ που αποτύπωσε με τον φακό του την καθημερινότητά της αλλά και τα κορυφαία γεγονότα που τη σημάδεψαν. «Εβγαλε την πίστη» σε όλους τους μεγάλους, από τον Ντε Γκώλ μέχρι τον Γκορμπατσώφ, από τον Κολιν Πάουελ και τον Μιλόσεβιτς έως τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, που βρέθηκαν μπροστά του, για να πετύχει «μια καλή εικόνα», και ουρλιάζοντας στα λαζογερμανικά «noch einmal”, ακόμη μια φορά δηλαδή, όταν συνειδητοποιούσε ότι είχε ξεχάσει να βάλει φιλμ.

Πάθος χωρίς όρια

Μέγας δάσκαλος για τους νεότερους, φωτορεπόρτερς και δημοσιογράφους, με δίχως όρια πάθος για τη δουλειά του, αθεράπευτα ρομαντικός λάτρεψε τη Θεσσαλονίκη, την οποία αρνήθηκε να εγκαταλείψει μολονότι οι επαγγελματικές προκλήσεις και προσκλήσεις ήταν μεγάλες. «Οταν η μεγάλη κυρία της ελληνικής δημοσιογραφίας Ελένη Βλάχου μου πρότεινε να δουλέψω στην «Καθημερινή» στην Αθήνα, αρνήθηκα. Την ευχαρίστησα για την τιμή που μου έκανε, αλλά της είπα δεν μπορώ, εδώ είναι η ζωή μου όλη».

Εκτός από σταυραετός στο φωτορεπορτάζ ο Γιάννης Κυριακίδης, ήταν και ένα μεγάλο παιδί που ζούσε για τις πλάκες. Τα μεσημέρια μετά τη δουλειά τα στέκια έπαιρναν φωτιά.

Η ταβέρνα της «Δόμνας», τα ουζερί του «καπετάν Βαγγέλη» και το «Καπηλειό», η «Αγορά» του Χρήστου Χατζηδιάκου γίνονταν θέατρα απίστευτων σκηνών, με πρωταγωνιστές τον Γιάννη Κυριακίδη και τους «Αρκουδολόγους», όπως αποκαλούσε τις γνωστές παρέες που τον προσφωνούσαν με την «κακιά λέξη». Μια φορά στον Καπετάν Βαγγέλη, ενώ η ομήγυρης ουζόπινε, έκαναν την εμφανισή τους νεκροκομιστές με ένα... φέρετρο, στην κορδέλα του οποίου αναγραφόταν το μικρό όνομα γνωστού παλαιστή που ήταν στην παρέα. Εξαλλος εκείνος ρώτησε ποιος το έκανε και όταν ο Κυριακίδης είπε εγώ, με ένα «ντιρέκτ» τον έστειλε στο νοσοκομείο.

«Οποιος δεν γνώρισε τον Γιάννη Κυριακίδη ως άνθρωπο, δεν γεύτηκε το άρωμα της πόλης, δεν γνώρισε τους πραγματικούς Θεσσαλονικείς, δεν ανακάλυψε τους μπαγιάτηδες, αυτούς που διαμόρφωσαν εν πολλοίς το προφίλ της», θα πει ο στενός του φίλος, γνωστός βιομήχανος και κατά τον Γιάννη «εγκέφαλος του χαλκείου» που σκάρωνε τις πλάκες, κ. Αντώνης Δούδος.

Αύρα άλλης εποχής

Προχθές το βράδυ το Μορφωτικό Ιδρυμα της ΕΣΗΕΜΘ, του πρόσφερε «αντίδωρο». Τίμησε τον «επίμονο Θεσσαλονικέα» τον «γεροπλάτανο» πλέον του φωτορεπορτάζ. Ηταν μια εκδήλωση που έφερνε την αύρα μιας άλλης εποχής, μέσω αυτών που ακούστηκαν.

Αλλοι του θύμισαν πώς πήγε ένα πρωί στη «σπηλιά» και βρήκε την πόρτα χτισμένη, μερικοί τον ρώτησαν πώς αισθάνθηκε όταν χτύπησε το κουδούνι και ανοίγοντας την πόρτα εμφανίστηκε ένας αρκουδιάρης με ζωντανή, αρκούδα και ντέφι, κ.ά.

Ο ίδιος έδειξε ότι το προχωρημένο της ηλικίας δεν σκότωσε το βιτριολικό και ενίοτε μακάβριο χιούμορ του. «Θέλω όταν κλείσω τα μάτια και με κατεβάζουν στον τάφο και σεις τα παλιόπαιδα από πάνω θα μουντζοκλαίτε, να μου δώσει ο θεός ζωή για ένα δευτερόλεπτο να σηκώσω το καπάκι, να φωνάξω «ουστ κοπρόσκυλα» και μετά να φύγω», είπε σε ατμόσφαιρα αποθέωσης…





Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ