Του Παντελη Μπουκαλα

Υποθεσεις

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Ισως φαίνεται υπερβολικό ν' ασχολούμαστε με την πιθανή λειτουργία του Τύπου ως γλωσσικού παιδαγωγού, όταν μοιάζει λογικότερο να καταπιαστεί κανείς με τη δημοσιογραφία ως ιδεολογικό «πατέρα του γένους», αφού αυτό κυρίως ενδιαφέρει, αν δρα σαν κατασκευαστής της κοινής γνώμης και σαν σπορέας, πραματευτής και συντηρητής προτύπων βίου, αξιακών συστημάτων, τρόπων σκέψης. Επειδή, ωστόσο, είναι δύσκολο να διαχωρίσουμε τη γλώσσα από τη σκέψη, τις λέξεις από το λόγο, παραμένει χρήσιμη η εξέταση του δημοσιογραφικού πεδίου ως ενός σχολείου γιγαντιαίων πλέον διαστάσεων και εικοσιτετράωρης λειτουργίας, το οποίο, χωρίς να έχει εξουσιοδοτηθεί ή να έχει νομιμοποιηθεί σχετικά, και χωρίς να διαθέτει πάντοτε την ανάλογη παιδεία και την απαιτούμενη υπευθυνότητα, μας καθηλώνει όλους στα θρανία του· εν αντιθέσει μάλιστα με το κανονικό σχολείο, όπου η αίσθηση του καταναγκασμού μπορεί να βραχυκυκλώσει τη γνωστική διαδικασία, το άτυπο μεγασχολείο χάρτινο, γυάλινο και ψηφιακό, χρωστάει τη μισή διεισδυτικότητά του στην ελευθερία, φαινομενική ή πραγματική, που διέπει τη σχέση μας μαζί του.

Ερευνες που να μετρούν την επίδραση των ΜΜΕ στην ελληνική γλώσσα δεν υπάρχουν, όπως υπογράμμιζε ο γλωσσολόγος Σπύρος Α. Μοσχονάς στο κείμενό του «Πόση επιρροή έχουν τα ΜΜΕ;», στην «Καθημερινή» της 20ής Απριλίου 2008. Από το ίδιο κείμενο αντλώ τη μνημονευόμενη διαπίστωση του πατέρα της κοινωνιογλωσσολογίας William Labov, κατά την οποία «όλα τα τεκμήρια οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η γλώσσα δεν επηρεάζεται συστηματικά από τα ΜΜΕ· επηρεάζεται κυρίως κατά τη συναναστροφή με τους ομοίους μας». Δεν μπορεί κανείς να μη συμφωνήσει. Η γλώσσα δεν μας δίνεται, έτοιμη και παγιωμένη, αλλά συν-κατακτάται· η ομιλία είναι πρωτίστως συνομιλία, είναι κοινωνία, αλλιώς δεν θα είχε κανένα νόημα ούτε η διαβεβαίωση του Πλάτωνα ότι «εμάνθανε το ελληνίζειν παρά των πολλών» ούτε η πίστη-εντολή του Διονύσιου Σολωμού, στον «Διάλογο», ότι «ο συγγραφέας μαθαίνει τες λέξεις από του λαού το στόμα», αφού «η φύση των πραγμάτων ηθέλησε να γεννιούνται τα λόγια από το στόμα όχι δύο και τριών ανθρώπων, αλλά από του λαού το στόμα».

Υπάρχει, βέβαια, κι εκείνη η γοητευτική ιστορία με τον Ψαμμήτιχο, όπως την καταγράφει ο Ηρόδοτος, που μνημονεύει τι σοφίστηκε ο Αιγύπτιος φαραώ για να ανακαλύψει ποια είναι η αρχαιότερη φυλή (άρα και γλώσσα) στον κόσμο: Πήρε στην τύχη δυο νεογέννητα και ανέθεσε σε έναν βοσκό να τα αναθρέψει, μαζί με τα κοπάδια του, δίχως ποτέ να τους μιλήσει (σε άλλη εκδοχή του μύθου, την ανατροφή την ανέλαβαν γυναίκες που πρώτα τούς είχε κοπεί η γλώσσα). Στα δυο τους χρόνια λοιπόν, μόλις ξεπέρασαν το στάδιο των «ασήμων κνυζημάτων» (των άνευ νοήματος νηπιακών λέξεων), τα παιδιά είπαν και ελάλησαν ταυτόχρονα προς τον βοσκό τη λέξη «βεκός». Κι επειδή την είπαν και την ξαναείπαν, ο Ψαμμήτιχος πρόσταξε να ερευνήσουν πόθεν η μη κοινή λέξη και τίνος λαού. Και ανακάλυψαν ότι «βεκός» έλεγαν το ψωμί οι Φρύγες, άρα, συμπέρανε ο Ψαμμήτιχος, ο αρχαιότερος λαός ήταν ο φρυγικός. Μόνο που οι ενστάσεις γι' αυτήν την αποδεικτική διαδικασία διατυπώθηκαν ήδη από την αρχαιότητα, από σχολιαστές που θεώρησαν «εύηθες» το να πιστέψουμε ότι το πείραμα του φαραώ έχει μία μόνο ερμηνεία· «ακούοντες γαρ οι παίδες βληχωμένων των προβάτων, ως αν από της φύσεως ενεργούμενοι προς το έναρθρον την φωνήν απέστρεψαν» - τα παιδιά, λέει, άκουγαν μόνο το βέλασμα των προβάτων, της μόνης «κοινωνίας» τους, κι αυτόν τον ήχο μιμήθηκαν, μ' αυτόν δοκίμασαν να επικοινωνήσουν.

Για να φύγουμε πάντως από την ήπειρο του μύθου, αυτό που θα μπορούσε ενδεχομένως να σημειωθεί, όσον αφορά την κοινωνική συνάφεια και τη γλωσσοπλαστική της λειτουργία, είναι, με τη μορφή ερωτήματος, το εξής: Πόσο στ' αλήθεια ανταμώνουν σήμερα οι άνθρωποι, και μάλιστα τα παιδιά, εγκλωβισμένα όπως είναι στα διαμερίσματά τους (ή «εγκλώβιστα», όπως ακούστηκε να λέει στην τηλεόραση, αθέλητος χαριτωμένος γλωσσουργός, ένας περιπτεράς, συνάπτοντας το «εγκλωβισμένος» με το «έγκλειστος»); Πόσος κόσμος υπάρχει γύρω τους, δραστικός, όταν το χέρι και το μυαλό τους παραμένει κολλημένο στο κινητό ή στο γκέιμ-μπόυ ακόμα και την ώρα του διαλείμματος, σαν συνέχεια των ωρών που περνούν μπροστά στην τροφό τηλεόραση ή μέσα στο Ιντερνετ; Αυτή η κάποια άρνηση του κοινωνικού, αυθόρμητη ή μιμητική, κατά το παράδειγμα των γονέων που σβήνουν τη γλώσσα τους μπροστά την αναμμένη τηλεόραση, η οποία λειτουργεί πια σαν μέγα πρόσχημα νομιμοποιητικό της βουβαμάρας, μάλλον στερεί προσωρινά πόρους γλώσσας από τα παιδιά, από κάποια παιδιά. Αυτό δεν σημαίνει ότι μένουν άγλωσσα ή λεξιπενικά, αλλά ότι στην περίπτωσή τους είναι περισσότερο πιθανό, όταν κληθούν να αφηγηθούν κάτι, να αφεθούν στην ευκολία των κλισέ με τα οποία τα βομβαρδίζει η «τηλεοπτική γλώσσα».

Δεν είναι βέβαια ενιαία και μονότροπη η δημοσιογραφική γλώσσα, αν μπορούμε να της αποδώσουμε καν τέτοιο όνομα, και δεν επηρεάζουν με τον ίδιο τρόπο, προς την ίδια κατεύθυνση και το ίδιο κοινό οι ποικίλες εκδοχές της. Εχω πάντως την εντύπωση ότι μαζικότερα δεν επιδρά η γραπτή αλλά η αδιαλείπτως εκπεμπόμενη προφορική γλώσσα, τηλεοπτική και ραδιοφωνική, είτε εμφανίζεται χαλαρωμένη και ελευθερόστομη, οιονεί μάγκικη ορισμένες φορές, είτε ασφυκτιά μέσα στα στερεότυπά της. Την επίδραση αυτή μπορούμε ώς ένα βαθμό να την αναγνωρίσουμε, στο μικρόκοσμό του ο καθένας, στο λεξιλόγιο και στις εικόνες που χρησιμοποιούν τα παιδιά για να περιγράψουν ένα ματς που είδαν, ποδοσφαιρικό ή μπασκετικό. Και δεν ενδιαφέρει τόσο ότι πολλά μαθαίνουν να λένε «απέκρουση» την «απόκρουση» επειδή έτσι την ακούνε συνεχώς από ποδοσφαιριστές-σχολιαστές (θα φταίει φαίνεται εκείνο το «απέκρουσε», που εκλαμβάνεται σαν μήτρα), όσο το ότι, για να δώσουν επισημότητα, αναπαράγουν μηχανικά την αρμαθιά των αθλητικών κοινοτοπιών και κατά κάποιον τρόπο μένουν έξω από την ίδια τη συγκίνησή τους, αφού για να την αποδώσουν και να τη μεταφέρουν, κρεμιούνται από ξένα, ετοιματζίδικα σχήματα.

Οταν έχουν περάσει πια την πρώτη παιδική τους ηλικία, στη διάρκεια της οποίας το παιχνίδι ελευθέρωνε τη γλώσσα τους και η συναναστροφή νομιμοποιούσε νεόπλαστα του είδους «χλατσωτό τρίποντο» ή «αιρμπολάτη βολή», αρπάζονται από τα στερεότυπα της προφορικής αθλητικής γλώσσας, της μόνης που μπορεί να συναγωνιστεί σε αριθμό κλισέ την πολιτική ρητορεία. Ακόμα και οι ίδιοι οι σπορτκάστερ ασφυκτιούν μέσα στο ιδιόλεκτό τους. Είναι μάλιστα τόση η αγωνία ορισμένων να ξεφύγουν από το βραχνά των κλισέ που, για να δώσουν υποτίθεται κύρος στα λεγόμενά τους, γλιστράνε όλο και πιο συχνά σε «καθαρευουσιανισμούς» του είδους «ο τάδε παίκτης απώλεσε την ευκαιρία» (θαρρείς και το «απώλεσε» είναι βαρύτερο από το «έχασε») ή σε σχήματα (παρα)λόγου του τύπου «το σημερινό παιχνίδι δεν χρήζει βαθμολογικού ενδιαφέροντος» - και ο νοών, ας νοήσει ό,τι καταφέρει. Είτε μικρός είσαι πάντως είτε μεγάλος, μπάσκετ δεν μπορείς να παρακολουθήσεις αν δεν ξέρεις αγγλικά, στην ΝΒΑ εκδοχή τους, ή αν δεν χαμηλώσεις τη φωνή, υιοθετώντας περίπου τη μέθοδο που συστήνει, για τους δικούς του λόγους και με άλλη αφορμή, ο ποιητής Νίκος Φωκάς στο «Ραδιόφωνο» του 1993, ένα από τα «Κοχυβαδάκια», τα «γλωσσοκεντρικά ποιήματά» του: «Χαμήλωσα στο ελάχιστο τον ήχο / κι οι πρόστυχες φωνές αυτοστιγμεί / ακούγονται σαν ψίθυρος σεμνές· / σαν ψίθυρος μαζί με τις φωνές / οι γλωσσικοί βιασμοί κι οι ξενισμοί / που δεν απαριθμούνται σ' ένα στίχο. // Διότι αν πρέπει να 'χω τέτοια γλώσσα / με σόου, τζάκποτ, ζάπινγκ και τιβί / την καταργώ καλύτερα εντελώς / κι ας μείνει μόνο ως ψίθυρος απλός / μιας πίστης υπενθύμιση ακριβή / καθώς κοιτώ τα σύννεφα στην Οσσα».

Αλλά δεν γίνεται πια να κλείσουμε κανένα κουμπί γιατί δεν βρισκόμαστε έξω από κανένα κουτί· μέσα τους είμαστε.

Έντυπη