Του Τακη Καμπυλη

Ενστασεις

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Επί μήνες το γραφείο του τότε υπουργού ΠΕΧΩΔΕ Ευάγγελου Κουλουμπή ήταν αποδέκτης σεισμικών «προγνώσεων» ενός διοικητικού υπαλλήλου στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο. Που φαίνονταν αξιοσημείωτα «επιτυχείς». Κάποια μέρα ο κ. Κουλουμπής καλεί στο γραφείο του τον αείμνηστο Δρακόπουλο και του δείχνει τις «προγνώσεις». «Κάτι πρέπει να κάνουμε μ' αυτόν. Με έχει εντυπωσιάσει, να τον βοηθήσουμε να δούμε αν μπορεί να εξελιχθεί», είπε ο υπουργός στον επικεφαλής του Γεωδυναμικού.

Ο Δρακόπουλος, γελώντας, του αποκάλυψε πως επρόκειτο περί φάρσας! Οτι αυτός βρισκόταν πίσω από τον αποστολέα. Και ο υπουργός κατάλαβε. Ο Δρακόπουλος ήθελε να αποδείξει πως είναι πανεύκολη η «πρόγνωση» για οποιονδήποτε, αρκεί να είναι σχετικά ενήμερος με τη σεισμική ιστορία της Ελλάδας και δη της δυτικής (η πιο σεισμική περιοχή της Ευρώπης). Αλλά και πως οποιοσδήποτε που δεν είναι σεισμολόγος εύκολα εντυπωσιάζεται από γενικόλογες στον χώρο, στον χρόνο και στην ένταση, προγνώσεις.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα είναι προφανής: Πουθενά στον κόσμο οι σεισμολόγοι δεν ακολουθούν την τακτική που εγκαινιάστηκε το 1981 από την ομάδα ΒΑΝ, ήτοι της δημόσιας ανακοίνωσης «προγνώσεων». Και επίσης πουθενά στον κόσμο η τηλεόραση δεν μεταδίδει με χαρά αυτές τις «προγνώσεις». Για την ακρίβεια, αυτό -παγκοσμίως- συνέβη μόνο δύο φορές και κατά σύμπτωση αφορούσε την Ελλάδα: Οπως αναφέρει στην διπλωματική του εργασία ο Ηρακλής Κατσαλούλης (τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Επιστημών, Πανεπιστήμιο Αθήνας) «το 1988, ο Γάλλος καθηγητής ηφαιστειολόγος Αρούν Ταζιέφ, ο οποίος υπήρξε από το 1981 ώς το 1986 (υφ)υπουργός, υπεύθυνος για την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών, υποστήριξε στο γαλλικό τηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤΕΝ 2 το βράδυ της 1ης Σεπτεμβρίου ότι επίκειτο μεγάλος σεισμός στην περιοχή της Δυτικής Ελλάδας. Τα στοιχεία που έδωσε ο Γάλλος επιστήμονας στη δημοσιότητα ήταν τα εξής: ο σεισμός που αναμενόταν προβλεπόταν να έχει ένταση μεγέθους 5,3 ως 5,8 της κλίμακας Richter, επίκεντρο σε απόσταση 300 χιλιομέτρων βορειοδυτικά ή 240 χιλιόμετρα δυτικά της Αθήνας, ενώ το χρονικό παράθυρο ανάμεσα στην πρόβλεψη και τη γένεση του σεισμού ήταν από λίγες ώρες ώς 11 ημέρες (το συνηθισμένο δηλαδή χρονικό περιθώριο των προβλέψεων της μεθόδου), ενώ ήταν ρητή η διατύπωση ότι τα στοιχεία αυτά προήλθαν από ερευνητική εργασία της ομάδας ΒΑΝ».

ΒΑΝ καλεί Ουιέντα

Εντεκα χρόνια μετά, η ομάδα ΒΑΝ αναγκάστηκε μετά την αποτυχία της στον μεγάλο σεισμό της Αθήνας, να επιστρατεύσει τον Ιάπωνα καθηγητή Ουιέντα, ο οποίος μέσω της μεγάλης κυκλοφορίας Asahi Sinbum (12.000.000 φύλλα ημερησίως) πληροφορούσε πως ο σταθμός ΒΑΝ στη Λαμία είχε έγκαιρα καταγράψει σήματα για τον μεγάλο σεισμό, αλλά επειδή ο συγκεκριμένος σταθμός πρώτη φορά έδινε τέτοια στοιχεία «δεν κατέστη δυνατός ο προσδιορισμός του επικέντρου».

Οι σεισμοί ήταν ανέκαθεν και ένα πολιτικό όπλο. Οχι μόνο στους ηρωικούς χρόνους (ο Θησέας δεν ήταν αγαπητός επειδή σκότωσε τον Μινώταυρο, αλλά επειδή είχε ικανότητα να προβλέπει τους σεισμούς), αλλά μέχρι και σχετικά πρόσφατα. Ο Μιτεράν είχε επενδύσει στους σταθμούς ΒΑΝ στα Πυρηναία, όπως είχε επιμείνει ο Ταζιέφ, δυστυχώς κι εκεί χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Επίσης, ήταν ανέκαθεν χώρος μεγάλων συζητήσεων οι οποίες πάντως παρέμεναν εντός επιστημονικής κοινότητας και ουδέποτε εκδηλώνονταν μέσω Ευαγγελάτου ή Τριανταφυλλόπουλου.

Το 1978 αποδείχθηκε μια κρίσιμη χρονιά για την ελληνική σεισμολογία. Ενας από τους επαρκέστερους σεισμολόγους, ο Βασίλης Παπαζάχος, έχασε την έδρα Σεισμολογίας του Γαλανόπουλου στην Αθήνα διότι ο πρώτος ήταν κομμουνιστής και ο δεύτερος φανατικός αντικομμουνιστής. Ο Γαλανόπουλος προτίμησε τον «κεντρώο» (ΠΑΣΟΚ) Δρακόπουλο κι ο Παπαζάχος ανηφορίζοντας στη Θεσσαλονίκη έπεσε πάνω στον μεγάλο σεισμό. Ετσι, λίγο μετά εξοπλίστηκε άρτια το Αριστοτέλειο και ο Βασίλης Παπαζάχος αξιοποίησε την υποδομή για να προχωρήσει την λεγόμενη «μεσομακροπρόθεσμη» μέθοδο.

Τρία χρόνια μετά, οι Αλκυονίδες, εκτός από φόβο, έφεραν στο προσκήνιο και την ομάδα ΒΑΝ. Μια ομάδα στην οποία ο Καίσαρ Αλεξόπουλος (ο επονομαζόμενος και «πατέρας της ελληνικής Φυσικής») προσέδωσε κύρος και το ειδικό βάρος που χρειαζόταν - έστω κι αν η συμμετοχή του θαλερού Καίσαρα ήταν απλώς τυπική.

Η ομάδα ΒΑΝ (δηλαδή ο Π. Βαρώτσος) ανοίγουν μέσω Αλεξόπουλου την πόρτα της Ακαδημίας και παρουσιάζουν τη μέθοδό τους. Δεν ήταν ακριβώς κάτι καινούργιο, με την έννοια ότι βασίστηκαν σε μια κατηγορία ηλεκτρικών σημάτων που είχε ανακαλύψει ο Ρώσος Σομπόλεφ (απ' όπου και το επιστημονικό τους όνομα). Στη φυσική των στερεών η απότομη σύνθλιψη παράγει ηλεκτρικά σήματα. Το πρόβλημα όμως είναι η ανάγνωσή τους. Η ομάδα ΒΑΝ έχει μια εξαιρετική έμπνευση: (Και) Εμπειρικά (!). Ετσι αποκλείεται η αξιολόγηση από την επιστημονική κοινότητα αλλά έχει μεγάλη σημασία η κοινή γνώμη. Το ΒΑΝ θα παίξει με τα Media και τα media με το ΒΑΝ. Τον Φεβρουάριο του 1981, ο Ευάγγελος Αβέρωφ διατάσσει να τοποθετηθούν σταθμοί ΒΑΝ σε στρατόπεδα. Σ' ένα από αυτά, στο ΚΕΜΧ Ναυπλίου «υπηρετεί» ο νεαρός σεισμολόγος (με εξαιρετικές σπουδές) Ακης Τσελέντης. (Πολλοί υποστηρίζουν ότι τότε ήταν σαφώς απέναντι στη μέθοδο που σήμερα υπερασπίζεται).

Μάχη μέσω ΤV

Μέχρι το 1997, το ΒΑΝ απορροφούσε περίπου το 80% του προϋπολογισμού του ΟΑΣΠ, ενός οργανισμού που -επίσης- ιδρύθηκε (και) για να «απορροφηθούν» σεισμολόγοι.

Οι προσβάσεις του ΒΑΝ αλλά και των «απέναντι» σεισμολόγων στα media αποκτούν πρωτοφανείς διαστάσεις και η χώρα άναυδη παρακολουθεί συζητήσεις για τα κύματα Coulomb! Κάθε έννοια επιστημονικής αξιολόγησης έχει πεταχτεί στα σκουπίδια, και κάθε δημοσιογράφος, π.χ. Ευαγγελάτος, μπορεί να αναστατώνει ολόκληρες περιοχές (όπως προχτές την Κεφαλονιά) κερδίζοντας τηλεθέαση αφού έχει την κάλυψη μιας «επιστημονικής αποκάλυψης». Ετσι δημιουργήθηκε ένα ψευδο-μέτωπο που νομιμοποιείται από δήθεν επιστημονικές έρευνες και όπου, οι μεν εισπράττουν σε τηλεθέαση, οι δε διατηρούνται «ζωντανοί» στο παιχνίδι των ερευνητικών προγραμμάτων.

Το πρωτοφανές για τη διεθνή επιστημονική παράδοση σκηνικό μετατρέπεται ουσιαστικά σε μόνιμη κατάσταση με αποτέλεσμα να εμφανίζεται από τηλεοράσεως σε περιοδικότητα αντίστοιχη του σεισμικού φαινομένου. Δυστυχώς, ένας σημαντικός επιστήμονας, όπως ο Π. Βαρώτσος, επέλεξε την οδό που ο ίδιος κατήγγειλε. (Αν και τα τελευταία χρόνια επέλεξε την πολιτική των αντιπροσώπων. Οι οποίοι επίσης βρέθηκαν στην ανάγκη να τον ακολουθήσουν, πιθανώς εκτιμώντας [ορθά;] πως το ελληνικό κατεστημένο της σεισμολογίας δεν τους άφηνε άλλο χώρο.) Οπως καταλήγει και στην έρευνά του ο Ηρακλής Κατσαλούλης, «τα μέλη της ομάδας ΒΑΝ ακολούθησαν μια νέα τακτική προπαθώντας από την αρχή να αποσπάσουν το ενδιαφέρον περισσότερο της κοινής γνωμής παρά της αντίστοιχης επιστημονικής κοινότητας, παρουσιάζοντας στο κοινό τις προβλέψεις τους που θεωρούσαν επιτυχημένες.

Αυτή η τακτική, η οποία προκαλούσε όλα αυτά τα χρόνια την αντίδραση των άλλων επιστημόνων, είχε ως αποτέλεσμα τα μέλη της ομάδας ΒΑΝ να αποκτήσουν λόγο για την αντισεισμική πολιτική, παρά το γεγονός ότι δεν ανήκαν στον επιστημονικό κλάδο που αποτελούσε την επιστημονική αυθεντία για την αντιμετώπιση των σεισμών. Σε αυτό ίσως έπαιξε ρόλο το γεγονός ότι την εποχή της εμφάνισης της μεθόδου αυτής η αυθεντία δεν ήταν σχηματοποιημένη σε κρατικούς θεσμούς. Η διθυραμβική υποδοχή της θεωρίας από τον Τύπο στα πρώτα χρόνια της παρουσίας της δεν συνοδεύτηκε από συζητήσεις για το πώς θα έπρεπε να αξιοποιηθούν τα αποτελέσματα που προέκυπταν αλλά και ποια θα ήταν τα μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν σε περίπτωση ενός συναγερμού».

Σε κάθε σοβαρή κοινωνία, καμία θεωρία δεν αντλεί τη νομιμοποίησή της από την λεγόμενη κοινή γνώμη. Ούτε και η (τηλεοπτική) δημοσιογραφία αναλαμβάνει να αποφανθεί για την αναγνωσιμότητα των προσεισμικών φαινομένων. Εκτός αν υπάρχουν χορηγοί…

Ιnfo

-Βασίλης Παπαζάχος - Κατερίνα Παπαζάχου, «Οι σεισμοί της Ελλάδας», Θεσσαλονίκη 2003, εκδόσεις Ζήτη.

-Carl - Henry Geschwind, «California Earthquakes Science, Risk and the Politics of Hazard Mitigation», Johns Hopkins University Press, Baltimore, 2001.

-Tsuneji Rikitake, «Earthquake Prediction», Elsevier Scientific Publishing Company, Amsterdam, 1976.

* Η βιβλιογραφία προέρχεται από την ερευνητική δουλειά του κ. Ηρακλή Κατσαλούλη.

Έντυπη