Του David Ignatius - Αρθρογράφου της Washington Post

«Είμαι μία εκπαιδευτικός που λοξοδρόμησε»

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Είναι πάντα άψογα ντυμένη, φορά χρυσή αλυσίδα και το κομψό ταγέρ χρώματος «aubergine» που είναι τόσο της μόδας. Εβδομάδα σφραγισμένη από την Ημέρα των Ευχαριστιών και αυτή δείχνει ξέγνοιαστη, πράγμα ξένο προς τη συνήθη συμπεριφορά της. Οι σκέψεις της είναι στραμμένες στη ζωή μετά την 20ή Ιανουαρίου.

Η Κοντολίζα Ράις είναι ίσως το πιο πειθαρχημένο άτομο σε μια πόλη εργασιομανών σαν την Ουάσιγκτον. Υπήρξε πάντα μια τέλεια νεαρή γυναίκα, ευχάριστη προς τους άλλους, που πάντα μένουν εντυπωσιασμένοι. Η μητέρα της, η Αντζελίνα, τη συμβούλευε ποτέ να μην εμφανίζεται πρόχειρα ντυμένη, διότι αυτό κάνει άσχημη εντύπωση, χαλάει την εικόνα. Αυτό τουλάχιστον είχε πει η Ράις το 2001 σε μια συνέντευξη προς τον Ντέιλ Ρουσάκοφ της «Ουάσιγκτον Ποστ». Οντως, ποτέ δεν λησμόνησε τον κανόνα, πάντα ενεργούσε με ατσάλινο αυτοέλεγχο, έτσι όπως έμαθε να γλιστρά πειθαρχημένα στον πάγο ή να παίζει πιάνο.

Σε λίγες εβδομάδες η κ. Ράις δεν θα χρειάζεται πια να είναι ευχάριστη παρά μόνο στον εαυτό της. Και φαίνεται ότι η προοπτική αυτή επιδρά ως μοχλός απελευθέρωσης. Τώρα μιλά για το παρελθόν και το μέλλον με το ύφος του ανθρώπου που δεν χρειάζεται πια να πείσει κανέναν για τίποτε. Αμέσως μετά την ορκωμοσία του νέου προέδρου θα εγκαταλείψει την Ουάσιγκτον για να επιστρέψει στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. Θα είναι πάντα απούσα για τους δημοσιογράφους και τις τηλεοπτικές συζητήσεις. «Δεν σκοπεύω να είμαι σκιώδης υπουργός Εξωτερικών», μου εκμυστηρεύθηκε.

Αυτή η επιθυμία της να φύγει μου θυμίζει τον Ντιν Ρασκ, έναν άλλο πρώην υπουργό Εξωτερικών, που υπηρέτησε στη διάρκεια ενός πικρού διχαστικού πολέμου. Κάποτε μου περιέγραψε την τεράστια ανακούφιση που αισθάνθηκε την ημέρα της αποχώρησής του, τον Ιανουάριο του 1969. Ξαφνικά οι ώμοι του ξαλάφρωσαν από τα βάρη όλου του κόσμου και μπόρεσε να γυρίσει σπίτι του, στη Γεωργία.

Η Κοντολίζα Ράις μοιάζει να ευχαριστιέται στ' αλήθεια την έλευση του Μπαράκ Ομπάμα, του πρώτου Αφροαμερικανού προέδρου. Στις έντεκα τη νύχτα, όταν ανακοινώθηκε η νίκη του, εκείνη είχε ήδη αποκοιμηθεί - τόσο πειθαρχημένη είναι. Παραδέχεται όμως ότι η νίκη αυτή αποτελεί την ισχυρότερη απόδειξη ότι η Αμερική πράγματι είναι αυτό που ισχυρίζεται ότι είναι. «Είναι η υπενθύμιση ότι η Αμερική χρειάστηκε να ξεπεράσει πάρα πολλά πράγματα για να φτάσουμε στο σημείο αυτό», λέει.

Η ίδια δεν έπαψε τον τελευταίο καιρό να σκέφτεται πόσα πέρασαν οι γονείς της μέχρι να πλάσουν αυτό τον νέο κόσμο στον οποίο έκανε τόσο μεγάλα όνειρα. Οι γονείς της θα είναι το θέμα ενός από τα δύο βιβλία που σχεδιάζει να συγγράψει μετά την αποχώρησή της. Τους περιγράφει σαν «ευαγγελιστές παιδείας» στον κορεσμένο από ρατσισμό κόσμο του Μπέρμιγχαμ.

«Πίστευαν στην καταλυτική δύναμη της παιδείας, στην αναμορφωτική της ισχύ», λέει. Επί του προκειμένου, δηλαδή σε ό,τι αφορά την παιδεία και το αμερικανικό όνειρο, η Ράις, αυτή η εξωφρενικά αισιόδοξη κάποιες φορές, μοιάζει ανήσυχη. «Εάν δεν κατορθώσουμε να μορφώσουμε φοιτητές, να τους δώσουμε τα απαραίτητα εφόδια για τον 21ο αιώνα, θα γίνουμε εσωστρεφείς», λέει και περιγράφει μια Αμερική στερημένη από τον μύθο της αέναης κινητικότητας και της επιτυχίας, στερημένη κυρίως από αυτοπεποίθηση. Δηλαδή από τη δύναμη που ενώνει.

Χαμογελά μιλώντας για τον Ομπάμα και γι' αυτό που ονομάζει «συνδετικό κρίκο που διασφαλίζει τη συνέχεια της αφροαμερικανικής εμπειρίας». Θυμάται πώς ο πατέρας της έγινε φίλος με τον ριζοσπάστη ακτιβιστή Στόουκλι Κάρμαικλ, πώς τον κάλεσε σπίτι - και πώς διάφοροι θα μπορούσαν να της έχουν επιτεθεί, όπως επιτέθηκαν στον Ομπάμα, για την τυχαία γνωριμία της με ένα κομμουνιστή και ταραξία. Ξέρει ότι τώρα πια είναι σούπερ σταρ, είναι κάποια που δεν θα μπορέσει ποτέ ξανά να ψωνίσει στον μανάβη και να μείνει απαρατήρητη. «Είμαι μια εκπαιδευτικός που λοξοδρόμησε», αντιλέγει. Το άλλο της βιβλίο θα πραγματεύεται την εξωτερική πολιτική. Ισως αυτό να της πάρει περισσότερο χρόνο. «Είναι μια περίοδος που απαιτεί χρονική απόσταση», εξηγεί.

Σημείωση: Η κυβέρνηση Μπους σχεδίαζε κάποτε να ανακοινώσει την εγκατάσταση γραφείου συμφερόντων - κάτι σαν διπλωματική αντιπροσωπεία- στην Τεχεράνη. Η ανακοίνωση θα γινόταν εντός του Νοεμβρίου, ανεβλήθη όμως και έτσι οι σχέσεις ΗΠΑ - Ιράν παραμένουν «μια ατελής επαφή».

Η ανακοίνωση της εγκατάστασης του γραφείου, αρχικά προγραμματισμένη για τον Σεπτέβριο, ανεβλήθη μια πρώτη φορά λόγω της ρωσικής εισβολής στη Γεωργία. Η πρόταση επανήλθε πριν από λίγες εβδομάδες. Τότε η κυβέρνηση Μπους άρχισε να ανησυχεί λόγω των ιρανικών παρέμβασεων στις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ - Ιράκ για το θέμα της συμφωνίας που καθορίζει το μελλοντικό καθεστώς των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στο Ιράκ. Οπως όμως προειδοποίησαν σουνίτες Αραβες σύμμαχοι, η στιγμή δεν ήταν κατάλληλη για εγκαίνια στην Τεχεράνη, θα έδινε την εντύπωση παραχώρησης.

Ετσι τώρα το ζήτημα των σχέσεων ΗΠΑ - Ιράν κληροδοτείται στην κυβερνηση Ομπάμα. «Δεν μας μένει χρόνος», εξηγεί αξιωματούχος της απερχόμενης κυβέρνησης. Το συγκεκριμένο ζήτημα όμως είναι η χειρότερη, η πιο επικίνδυνη πτυχή της ημιτελούς εργασίας. Είναι η δύσκολη κληρονομιά της επερχόμενης κυβέρνησης.

Έντυπη