ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Ο Παναΐτ Ιστράτι και η οικογένεια Καζαντζάκη

Ο Παναΐτ Ιστράτι και η οικογένεια Καζαντζάκη


Ο «Μαξίμ Γκόρκι των Βαλκανίων», όπως τον αποκαλούσαν, συνδέθηκε με βαθιά φιλία με τον Νίκο Καζαντζάκη σε μία καθοριστική στιγμή για τη ζωή του...







«Δεν έχει σημασία πόσο κοσμοπολίτης είμαι από τη γέννησή μου, πόσο αλήτης είμαι, ερωτευμένος με τους απέραντους ορίζοντες, όπως με βλέπετε, εγώ παραμένω ωστόσο Ρουμάνος, από τη μητέρα μου, τη γλώσσα και την όμορφή μου Βραΐλα, Έλληνας από τον πατέρα και την αγαπημένη του πατρίδα».

Λόγια ειπωμένα από καρδιάς, από τον μεγάλο Ελληνορουμάνο (γαλλόφωνο) πεζογράφο Παναΐτ Ιστράτι (Panait Istrati, 10 Αυγούστου 1884-16 Απριλίου 1935), σε μία προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού της «ταυτότητάς» του.

Γιος της Ζωίτσας Ιστράτι (Joiţa Istrate) και του καπνεμπόρου Γεώργιου Βαλσαμή από το χωριό Φαρακλάτα Κεφαλονιάς, ο Παναΐτ έφερε το ελληνικό όνομα Γεράσιμος Βαλσαμής. Δεν γνώρισε τον πατέρα του και την Κεφαλονιά, όπου ο συγγραφέας δεν ευτύχησε να φθάσει, παρά το διακαή του πόθο, όπως αναφέρει η Ρουμάνα Νεοελληνίστρια Έλενα Λαζάρ, μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Διεθνούς Εταιρείας «Φίλοι του Νίκου Καζαντζάκη» και αντιπρόεδρος του ρουμανικού τμήματος της Εταιρείας.

Για το πόσο δυνατή ήταν η σχέση του με την Ελλάδα, ενδεικτικά είναι και τα παρακάτω λόγια του Παναϊτ Ιστράτι, που μας θυμίζει η κ. Λαζάρ: «Από όλους τους λαούς, ο ρουμανικός και ο ελληνικός είναι το πιο κοντά στη ψυχή μου. Τους αγαπάω και τους κατανοώ, λόγω του αίματος που μού έδωσαν. Τα προτερήματα και τα ελαττώματά τους είναι και δικά μου».

Ενώ δεν μιλούσε ελληνικά (έγραφε στα γαλλικά και στα ρουμανικά), ο «Μαξίμ Γκόρκι των Βαλκανίων», όπως τον αποκαλούσαν, συνδέθηκε με βαθιά φιλία με τον Νίκο Καζαντζάκη και, μάλιστα, σε μία καθοριστική για τη ζωή του στιγμή.

Η μεγάλη φιλία, για την οποία μιλά η τιμημένη με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Ευποιίας, νεοελληνίστρια Έλενα Λαζάρ, έχει αποτυπωθεί στις σελίδες ενός πολύ ενδιαφέροντος βιβλίου που κυκλοφόρησε στο Βουκουρέστι στα τέλη του 2006, με τίτλο «Συγγραφείς ανάμεσα σε σειρήνες» και υπότιτλο «Η διήγηση και η ζωή του διηγητή, ο Πανάιτ Ιστράτι και ο Νίκος Καζαντζάκης».

«Οι δύο συγγραφείς αποτελούν ξεχωριστή περίπτωση στη σύγχρονη παγκόσμια λογοτεχνία, όπως διατυπώνει στα συμπεράσματά του και ο διαπρεπής συγγραφέας του βιβλίου, Φλοριν Βασιλέσκου, ερευνητής στο Γλωσσολογικό Ινστιτούτο Βουκουρεστίου» επισημαίνει η κ. Λαζάρ.

«Οι δύο - συνεχίζει - θεωρήθηκαν με τα χρόνια σπουδαίοι, προκάλεσαν θαυμασμό, αλλά και επιφυλάξεις. 'Συγγενεύουν' όχι μόνον όσον αφορά την εθνική ρίζα και τη φιλία τους, αλλά και τους λογοτεχνικούς τρόπους της πεζογραφικής τους τέχνης. Το έργο των δύο συγκρίθηκε συχνά με το έργο του Albert Camus. Αρκετές ομοιότητες υπάρχουν και ανάμεσα των βιογραφιών των περίφημών τους ηρώων. Οι χαρακτήρες του Ανδριάν Ζωγράφη και του Αλέξη Ζορμπά είναι στενά δεμένοι με την πραγματική πνευματική βιογραφία των συγγραφέων που τους έκαναν αξιομνημόνευτοι . Ο Ιστράτι και ο Καζαντζάκης γίνονται οι ίδιοι ήρωες των πεζογραφημάτων τους».

Το σημαντικότερο, ίσως, είναι ότι και «οι δύο δηλώνουν την εμπιστοσύνη τους στη μοίρα των ανθρώπων που 'διψάνε' για ελευθερία και παλεύουν για την κατάκτησή της, αν και η εμπιστοσύνη αυτή σφραγίζεται συχνά από πίκρα και απογοήτευση». Και η Μεσόγειος είναι ο κοινός χώρος που αποτελεί για τους δύο συγγραφείς ανείπωτη έλξη.

Οι δύο συγγραφείς που θα έγραφαν λαμπρά κεφάλαια στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, συναντώνται στη Μόσχα, στις 13 Νοεμβρίου του 1927, ως προσκεκλημένοι της σοβιετικής κυβέρνησης στην 10η επέτειο της Επανάστασης». «Και οι δύο, ενταγμένοι στο μέτωπο της Αριστεράς της εποχής εκείνης. Ο Παναΐτ ερχόταν, για πρώτη φορά, από το Παρίσι, ως αντιπρόεδρος της Εταιρείας Φίλοι της Σοβιετικής Ένωσης, ο Νίκος, κηρυγμένος θαυμαστής της Οκτωβριανής Επανάστασης, βρισκόταν εκεί για τρίτη φορά» εξηγεί η κ. Λαζάρ.

Τη γνωριμία και την πορεία της φιλίας τους περιέγραψαν, ο καθένας με το δικό του τρόπο, καθώς επρόκειτο για μοναδικές, αξέχαστες για τους δυο τους, στιγμές. Περίπου ένα μήνα μετά, στις 31 Δεκεμβρίου του 1927, οι αναγνώστες της αθηναϊκής ημερήσιας εφημερίδας «Πρωία» διάβασαν ένα ένθερμο άρθρο για τον πεζογράφο από τη Βραΐλα, που έφερε την υπογραφή του μεγάλου μας Κρητικού. Με την σειρά του, ο Ιστράτι υπέγραψε τον Ιούλιο του 1928, στην εφημερίδα «Le Monde», ένα εγκωμιαστικό κείμενο για τον Καζαντζάκη.

«Το άρθρο του Ιστράτι είναι το πρώτο κείμενο που καθιερώνει τον Καζαντζάκη σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στην Αθήνα, το Φεβρουάριο του 1928, θα ξεκινήσει να γράφει ο Ιστράτι το μυθιστόρημά του «Τα γαïδουράγκαθα του Μπαραγκάν», έργο που - αν δεν κάνω λάθος - περιμένει και σήμερα υπομονετικά τον Έλληνα μεταφραστή του» αναφέρει η Ρουμάνα ελληνίστρια.

Το 1928 κυκλοφόρησε στην Αθήνα, στη σειρά «Κοσμοπολίτικη βιβλιοθήκη» της Εκδοτικής Εταιρείας Κοραή, η δεύτερη ελληνική μετάφραση έργου του Ιστράτι, «Ο Μπάρμπα Αγγελής».

«Μπορούμε να υποθέσουμε, χωρίς να βρεθούμε μακριά από την αλήθεια, ότι και η μετάφραση αυτή οφείλεται στην πρωτοβουλία ή στην προτροπή του Καζαντζάκη, καθώς η μεταφράστρια δεν είναι άλλη από την Ηρακλειώτισσα Γαλάτεια Καζαντζάκη (1881-1962), πολύπλευρη προσωπικότητα στο χώρο των Ελληνικών Γραμμάτων», σημειώνει η κ. Λαζάρ.

Μετά τη μετάφραση, το 1931, από τις εκδόσεις Όμηρος τής «Νεραντζούλας», το έργο του Ιστράτι «μπαίνει» στην Ελλάδα, όπως και στη Ρουμανία και αλλού. Άλλες μεταφράσεις ή επανεκδόσεις έργων του θα γίνουν την έβδομη και την όγδοη δεκαετία του περασμένου αιώνα, το όνομά του όμως θα μείνει σταθερά στην επικαιρότητα, πράγμα που οφείλεται κυρίως - αν όχι αποκλειστικά - στον Νίκο και στην Ελένη Καζαντζάκη, προσθέτει.

Σύμφωνα με την κ. Λαζάρ, «χωρίς την πολύτιμη συμβολή της οικογένειας Καζαντζάκη, η λογοτεχνική ιστοριογραφία δεν θα μπορούσε να αναπαραστήσει αυτό το καίριο, «νευραλγικό», όπως το χαρακτηρίζει, συμβάν της βιογραφίας του Ιστράτι.

«Το ταξίδι στην Σοβιετική Ένωση και η δυνατή αντίδραση που του προκάλεσε η διαπίστωση ότι ανάμεσα στο κομμουνιστικό credo και την ωμή, απερίγραπτα σκληρή πραγματικότητα υπήρξε μια απόσταση, όπως από τον ουρανό στη γη» σημειώνει.

«Το γεγονός αυτό, με τόσες δυσάρεστες συνέπειες για τον Παναΐτ, περιγράφεται από τρεις συνοδοιπόρους - από τον ίδιο τον Παναΐτ, στο περίφημο και πολυσυζητημένο κείμενό του, 'Εξομολόγηση ενός ηττημένου' και, στη συνέχεια, στην 'Εξομολόγηση για τους ηττημένους', από τον Καζαντζάκη, σε δύο από τα έργα του- στη δίτομη έκδοση με τα ταξιδιωτικά του, το 1928, 'Τι είδα στη Ρωσία', καθώς και στο φιλοσοφικό δοκίμιο Toda-Raba (με υπότιτλο Moscou a criέ), που έγραψε στα γαλλικά το 1934. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ελληνική έκδοση του Toda-Raba, που κυκλοφόρησε το 1956 από τον αθηναϊκό εκδοτικό οίκο «Δίφρος» περιελάμβανε ως πρόλογο το κείμενο με τίτλο «Ένας ταξιδιώτης του Ιστράτι», που είναι και κύριο πρόσωπο του έργου, με το όνομα Αζάδ.

Η τρίτη μαρτυρία για τον Ιστράτι και τη σχέση του με τον Καζαντζάκη, ανήκει στην Ελένη Σαμίου - Καζαντζάκη, η οποία ήταν παρούσα στη συνάντηση - γνωριμία, στη Μόσχα. Το βιβλίο το έγραψε στην Αίγινα το 1935, έτος θανάτου του Ιστράτι, στη γαλλική γλώσσα, με τίτλο «Η αληθινή τραγωδία του Παναΐτ Ιστράτι» (Eleni Samios Kazantzakis, Adevărata tragedie a lui Panait Istrati).

Δημοσιεύτηκε τρία χρόνια αργότερα, το 1938, σε ισπανική μετάφραση, στο Santiago de Chile, το 1938. Από τότε δεν επανεκδόθηκε, όπως επισημαίνει η κ. Λαζάρ, και παρά το ότι αναφέρεται στις βιβλιογραφίες, είχε περιορισμένη κυκλοφορία και λίγοι είχαν στα χέρια την πρωτότυπη έκδοση στα ισπανικά.

Το σπάνιο αυτό βιβλίο κυκλοφόρησε φέτοςμ για πρώτη φορά, έπειτα από 75 χρόνια, στη Ρουμανία από τις Εκδόσεις «Ίστρος», υπό την αιγίδα του Μουσείου της Βραΐλας.

«Από τον Αύγουστο μέχρι τον Δεκέμβρη του 1928, ο Παναΐτ Ιστράτι ταξιδεύει μαζί με τον φίλο του Νίκο Καζαντζάκη στη Σοβιετική 'Ενωση, συνοδευόμενοι από τις φίλες του, την Μπιλιλί, μια νέα Γενοβέζα, και την Ελένη Σαμίου, αντίστοιχα» σημειώνει η κα Λαζάρ.

Η ιστορία αυτού του συγκλονιστικού ταξιδιού που περιγράφεται από την Ελένη Σαμίου έχει ανεκτίμητη αξία για τη βιογραφία των δύο σπουδαίων συγγραφέων, όπως τονίζει στην περιεκτική εισαγωγική μελέτη του, ο διευθυντής του Μουσείου «Παναΐτ Ιστράτι» της Βραΐλας, καθηγητής Zamfir Bălan, ένας από τους πλέον έμπειρους ερμηνευτές του έργου του Ιστράτι.

«Πέρα από το πετυχημένο πορτρέτο του Παναΐτ, η συγγραφέας επιμένει σ ' αυτό που αποκαλεί «την αληθινή τραγωδία» του, προσφέροντας στοιχεία για το καίριο θέμα που προκάλεσε τόσες ατελείωτες συζητήσεις.

Πώς, όμως, έφθασε ο Παναΐτ Ιστράτι στη σκληρή αντίδρασή του εναντίον του κομμουνισμού, τι προκάλεσε τη συντριπτική απογοήτευσή του; Ο Παναΐτ, συμπεραίνει η συγγραφέας, έπεσε θύμα του παρορμητικού του χαρακτήρα και των αδιάφορων και σκληρών του φίλων.

Αξίζει να αναφερθεί ότι, φέτος, κυκλοφόρησε στο Παρίσι, με την οικονομική υποστήριξη του Ρουμανικού Πολιτιστικού Ινστιτούτου και η πρώτη (πρωτότυπη) γαλλική έκδοση του έργου, με τίτλο «La véritable tragédie de Panaït Istrati», που περιλαμβάνει την αλληλογραφία του Πανaϊτ Ιστράτι με τον Κρητικό φίλο του.

«Οι δύο εκδόσεις αποτελούν, θα έλεγα, φόρο τιμής, από ρουμανικής πλευράς, σε μια από τις πιο ένθερμες και σταθερές φίλες μεταξύ Ελλάδα και Ρουμανίας» καταλήγει η Έλενα Λαζάρ.

Πηγή: AMΠE





Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ