Του Kevin Featherstone*

Τα πανεπιστήμια σε μια «Κλειστή Κοινωνία»

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Ποτέ άλλοτε στη Μεταπολίτευση η κοινή γνώμη δεν υπήρξε τόσο απογοητευμένη και αποξενωμένη από την πολιτική, όσο σήμερα. Η Ελλάδα εμφανίζει συμπτώματα «κλειστής κοινωνίας»: τα αιτήματα για μεταρρυθμίσεις δεν ικανοποιούνται, η επίτευξη συναίνεσης αποδεικνύεται αδύνατη και τα περιθώρια των κυβερνητικών επιλογών έχουν περιοριστεί δραματικά. Το κράτος, που εδώ και χρόνια υπονομεύεται από το ρουσφέτι, την ανικανότητα και την ακαμψία, καθίσταται πλέον αντικείμενο χλεύης. Στο ευρύτερο κοινωνικό γίγνεσθαι, οι χειρότερες ταραχές στην Ευρώπη έφεραν στην επιφάνεια το άγχος μιας νεολαίας με ασαφείς στόχους. Διαδοχικές κυβερνήσεις -διχασμένες και εσωστρεφείς- προσπαθούν ανεπιτυχώς να εφαρμόσουν όσα ευαγγελίζονται. Στα συνδικάτα, κυριαρχούν οι προστατευόμενοι δημόσιοι υπάλληλοι, ο τομέας των οποίων έχει την πιο επείγουσα ανάγκη για ριζικές αλλαγές. Οι μεγάλες επιχειρήσεις μιλούν δήθεν για άνοιγμα της οικονομίας, αλλά κατά παράδοση εφησυχάζουν εισπράττοντας τους καρπούς της συνενοχής τους, δηλαδή τα εμπόδια απέναντι στην είσοδο νέων παικτών στην αγορά και τη σχετική κοινωνική ηρεμία.

Ο χώρος όπου είναι πιο εμφανή από οπουδήποτε αλλού τα συμπτώματα της καθυστέρησης και της παράλυσης είναι τα πανεπιστήμια. Το κομμάτι της κοινωνίας από το οποίο θα ανέμενε κανείς δυναμισμό, ανοικτό πνεύμα και πνευματική διαύγεια, θυμίζει όλο και περισσότερο νεκροθάλαμο. Υποχρηματοδοτούμενο, το σύστημα καταπνίγει συνήθως την πρωτοπορία και έχει παραδοθεί στην κυριαρχία της μετριότητας. Η ανεξαρτησία των Σχολών οδήγησε στον εξευτελισμό της Θεολογικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, λόγω του νεποτισμού που όπως φαίνεται επικρατεί σε αυτήν. Η απαράδεκτη πολιτικοποίηση των δομών λήψης αποφάσεων διέφθειρε το σύστημα διοίκησης στα περισσότερα Τμήματα. Η απέχθεια προς τα πρότυπα του εξωτερικού παραπέμπει σε ξενοφοβία. Το πιο αξιοθρήνητο θέαμα των τελευταίων μηνών όμως είναι οι μουτζούρες με μπογιά στα Προπύλαια και την Ακαδημία. Ατομα που δεν έχουν θέση στο πανεπιστήμιο τολμούν να χλευάζουν τον Κοραή και τα υψηλά ιδανικά του. Εντούτοις, όπως και σε άλλους τομείς του Δημοσίου, βρίσκει κανείς στην Ανώτατη Εκπαίδευση ανθρώπους με εξαιρετικά προσόντα που ασφυκτιούν υπό το ζυγό του συστήματος, το οποίο δεν έχει ούτε τη δυνατότητα ούτε την απαραίτητη αυτοεκτίμηση, ώστε να προωθεί τους άριστους. Ακόμη και οι καλοί ακαδημαϊκοί πείθονται να σιωπήσουν. Κανένα επιτυχημένο -από πλευράς ερευνητικού έργου και επιπέδου αποφοίτων- πανεπιστήμιο στον κόσμο δεν λειτουργεί υπό αυτές τις συνθήκες. Δεν πρόκειται για τυχαία συνάρτηση, αλλά για θεμελιώδη συσχετισμό μεταξύ αιτίου και αιτιατού.

Τον τελευταίο καιρό μάλιστα, η κουλτούρα της παρακμής έφερε στην επιφάνεια και μια ομάδα από αλήτες που επιβάλλονται με απειλές και τη συγκατάβαση των πειθήνιων συνεργών τους. Οι καθηγητές Αναστάσιος Μάνθος και Γιάννης Πανούσης ξυλοκοπήθηκαν αγρίως επειδή απλώς είχαν διαφορετικές απόψεις από τις κρατούσες στον χώρο. Το πιο ανησυχητικό από όλα όμως ήταν η καθυστερημένη και άτολμη καταδίκη των επιθέσεων από την ΠΟΣΔΕΠ. Παρόμοια περιστατικά στο παρελθόν άλλωστε δεν είχαν καν στηλιτευθεί από την Ενωση των Ακαδημαϊκών, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό σκηνικό ανοχής στη βία. Ισως η παράταξη της Συσπείρωσης που ελέγχει μέχρι σήμερα την ΠΟΣΔΕΠ θα έπρεπε να προσκληθεί σε μία ημερίδα για τον «Μακαρθισμό» και τις σύγχρονες παραφυάδες του. Από την άλλη πλευρά, η συζήτηση περί αλλαγής του νόμου για το άσυλο ανέδειξε τη δειλία τόσο της κυβέρνησης, όσο και της ακαδημαϊκής κοινότητας. Θεωρητικά, ο νόμος του 1982 εμπεριέχει δικλίδες ασφαλείας, οι οποίες όμως αποδυναμώνονται στην πράξη λόγω της κομματικοποίησης και των απειλών.

Παρόμοια εικόνα με τα πανεπιστήμια παρουσιάζει και η ελληνική κοινωνία. Οσοι έχουν κατοχυρώσει τα συμφέροντά τους με τις εκδουλεύσεις, την παροχή προστασίας και την υπεράσπιση της μετριότητας, στέκονται τώρα εμπόδιο στην πρόοδο. Οι υπόλοιποι μένουν με την απογοήτευσή τους. Εκείνοι που μπορούν και έχουν την οικονομική δυνατότητα, φεύγουν. Στο παρελθόν, οι Ελληνες φοιτητές κατέφευγαν στο εξωτερικό μόνο για μεταπτυχιακές σπουδές, αφού είχαν δικτυωθεί στην πατρίδα τους κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και του πτυχίου τους. Στις ημέρες μας, πολλοί Ελληνες παρακάμπτουν συνολικά το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ακόμη και οι καθηγητές πανεπιστημίου με οικονομική άνεση στέλνουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό επειδή δεν έχουν εμπιστοσύνη στις Σχολές, στις οποίες οι ίδιοι διδάσκουν. Ετσι, η χώρα χάνει όσους θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τις μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται, ενώ το δημόσιο πανεπιστήμιο κινδυνεύει να μετατραπεί σε κοινωνική παροχή για τους οικονομικά ασθενέστερους.

Οι πρυτάνεις και οι εκάστοτε υπουργοί αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων. Η μόνη λύση είναι η λήψη πιο ριζοσπαστικών μέτρων και η κοινωνία έχει χρέος να σκεφτεί τις επιλογές της για τη διάσωση της παιδείας. Μία πιθανή διέξοδος θα ήταν η δημιουργία νέων «πρότυπων» ιδρυμάτων, μόνο με μεταπτυχιακά προγράμματα, όπου το προσωπικό θα προσληφθεί με αξιοκρατικά κριτήρια και η επιλογή των φοιτητών θα γίνεται με βάση όσα ισχύουν στο εξωτερικό. Οπως και στον υπόλοιπο ανεπτυγμένο κόσμο, οι φοιτητές δεν θα συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων γύρω από ακαδημαϊκά ζητήματα. Ενα αξιοκρατικό μοντέλο θα αποτελούσε ανυπέρβλητη πρόκληση για τους καιροσκόπους διαδηλωτές και τον υπόλοιπο δημόσιο τομέα. Για να σπάσει κανείς τα δεσμά της «κλειστής κοινωνίας» χρειάζονται γενναίες αποφάσεις. Επαφίεται σε όσους πιστεύουν στην αλλαγή -από όποιο πολιτικό χώρο και αν προέρχονται- να τη διεκδικήσουν.

* Ο Kevin Featherstone είναι καθηγητής στην έδρα Ελευθέριος Βενιζέλος και Διευθυντής του Ελληνικού Παρατηρητηρίου στο London School of Economics.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ