Του Kevin Featherstone*

Μικρή ικανότητα μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Οι περισσότεροι γνωρίζαμε ήδη πόσο άσχημα είναι τα πράγματα. Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται τώρα και από διεθνή έρευνα που διεξήχθη στις 30 χώρες του ΟΟΣΑ και αφορά την «ικανότητα μεταρρυθμίσεων». Η έρευνα διοργανώθηκε από το γερμανικό ερευνητικό ινστιτούτο Bertelsmann Stiftung και τοποθετεί την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της σχετικής λίστας. Τα βασικά ερωτήματα που κλήθηκαν να απαντήσουν οι ειδικοί ήταν ποια προβλήματα διαπιστώνονται στην εφαρμογή πολιτικών σε κάθε χώρα και αν μπορούν οι κυβερνήσεις να τα αντιμετωπίσουν επαρκώς. Δεν εξετάστηκαν οι επιδόσεις συγκεκριμένου πολιτικού κόμματος, αλλά των σημερινών και πρόσφατων κυβερνήσεων γενικά. Η «ικανότητα μεταρρυθμίσεων» μετρήθηκε με δύο διαφορετικούς δείκτες.

Ο «δείκτης κατάστασης» προσδιόρισε την «ανάγκη μεταρρυθμίσεων», εξετάζοντας τη λειτουργία της δημοκρατίας και τις επιδόσεις κάθε χώρας σε συγκεκριμένους τομείς της εφαρμοσμένης πολιτικής. Στον δείκτη αυτόν, η Ελλάδα κατέλαβε την 28η θέση, ελάχιστα μπροστά από την Τουρκία και το Μεξικό, αλλά πολύ πίσω από χώρες όπως η Ιταλία και η Πορτογαλία. Μάλιστα, οι επιδόσεις της Ελλάδας κρίθηκαν ως οι χειρότερες όλων στους τομείς της κοινωνικής πολιτικής, της απασχόλησης και της βιωσιμότητας (περιβάλλον, εκπαίδευση, έρευνα και ανάπτυξη).

Η δεύτερη κλίκατα ονομάζεται «δείκτης διοίκησης» και αποτιμά τη δυνατότητα εφαρμογής μεταρρυθμίσεων σε καθεμία από τις χώρες που μελετήθηκαν, με βάση δύο παραμέτρους: τις ικανότητες των κυβερνήσεων και το βαθμό στον οποίο οι κυβερνήσεις λογοδοτούν για τις πράξεις τους. Στον κρίσιμο αυτό δείκτη, λοιπόν, η Ελλάδα κατετάγη τελευταία από όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, συμπεριλαμβανομένων της Τουρκίας, της Πολωνίας, της Τσεχίας και της Ιταλίας. Οι σκανδιναβικές χώρες σημείωσαν τις υψηλότερες επιδόσεις και στους δύο δείκτες, με τη Νορβηγία να αναδεικνύεται σε κράτος της πολιτικής νιρβάνα. Η Γερμανία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκονται στη μέση, περίπου, του πίνακα με τη σειρά που μόλις ανέφερα.

Οπως συμβαίνει με όλες τις έρευνες αυτού του είδους, εγείρονται δικαιολογημένα ερωτήματα για τους ορισμούς και τα κριτήρια της αξιολόγησης, όπως και για την ακρίβεια των μετρήσεων. Ωστόσο, η εν λόγω έρευνα αποτελεί μια σοβαρή προσπάθεια να συγκριθούν όχι μόνο οι ανάγκες για μεταρρυθμίσεις, αλλά και η ικανότητα να εφαρμοστούν σε κράτη του ανεπτυγμένου κόσμου. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται κάτι τέτοιο. Χρησιμοποιήθηκαν μυριάδες εμπειρικά στοιχεία από πλειάδα εσωτερικών και διεθνών πηγών. Στη συνέχεια, τα στοιχεία αυτά ετέθησαν υπόψη ενός πάνελ ειδικών, τόσο από τη χώρα που μελετήθηκε, όσο και ξένων, ώστε να αποφευχθούν οι αυστηρές κρίσεις από τους ντόπιους. Σε αυτό το σημείο, πρέπει να σημειώσω ότι συμμετείχα στο σχετικό πάνελ. Πριν αποφασίσετε να πυροβολήσετε τον αγγελιοφόρο, όμως, καλό θα ήταν να αναλογιστούμε την ουσία της έρευνας.

Για να αποτιμηθεί η ποιότητα της παιδείας, για παράδειγμα, συγκεντρώθηκαν στοιχεία για τα κονδύλια που διατίθενται στα σχολεία και τη διά βίου μάθηση, αλλά και για τις επιδόσεις των μαθητών στα τεστ PISA, τα οποία θεωρούνται η πιο αξιόπιστη μέτρηση της γνωστικής επάρκειας των μαθητών παγκοσμίως. Στη συνέχεια, το πάνελ των ειδικών συμπλήρωσε τα ποσοτικά στοιχεία με την ποιοτική αξιολόγηση, απαντώντας στην ερώτηση «Πιστεύετε πως η εκπαιδευτική πολιτική στη χώρα σας παράγει παιδεία υψηλής ποιότητας;». Παρομοίως, στον τομέα της πολιτικής απασχόλησης, τα ποσοτικά στοιχεία για την ανεργία συνεκτιμήθηκαν με τις απαντήσεις στην ερώτηση «Πόσο αποτελεσματικά καταπολεμάται η ανεργία στη χώρα σας με τις πολιτικές που εφαρμόζονται;». Πιστεύουν πολλοί ότι η Ελλάδα θα σημείωνε υψηλές επιδόσεις σε κάποιον από τους προαναφερθέντες τομείς;

Κάποιες από τις ερωτήσεις που απαντήθηκαν αγγίζουν την καρδιά του προβλήματος. Αναφέρω ενδεικτικά τα ερωτήματα: «Πόσο αποτελεσματικά ελέγχεται η λειτουργία των υπουργείων από τον πρωθυπουργό;» και «Αξιολογεί η κυβέρνησή σας την αποτελεσματικότητα των πολιτικών που εφαρμόζει;». Πρόκειται για δύο πεδία όπου η βαθμολογία της Ελλάδας ήταν ιδιαίτερα χαμηλή.

Η έρευνα έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά από άλλες συναφείς που θεωρούνται καταπέλτης για τη χώρα: έρευνες που αφορούν το μέγεθος της παραοικονομίας, την ανταγωνιστικότητα, την έκταση της διαφθοράς, την ποιότητα της παιδείας και την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης. Η μελέτη του ινστιτούτου Bertelsmann όμως ήταν η πρώτη που διερεύνησε την ικανότητα για μεταρρυθμίσεις στους παραπάνω τομείς και μάλιστα σε συγκριτική βάση.

Τα αποτελέσματά της προσδιορίζουν τα προβλήματα που πρέπει να λυθούν αλλά και την αδυναμία που διαπιστώνεται στη λύση τους. Η αξία της έγκειται στο γεγονός ότι εστιάζει τη συζήτηση εκεί που πρέπει, στην ανάγκη δηλαδή συστημικής μεταρρύθμισης. Με δεδομένο ότι οι επόμενες εκλογές είναι κοντά, καλό θα ήταν να αρχίσουν οι Ελληνες να απευθύνουν τις αμείλικτες ερωτήσεις εκεί όπου πρέπει και να εγείρουν τα δύσκολα ζητήματα.

* Ο Kevin Featherstone είναι καθηγητής στο London School of Economics, όπου διευθύνει το Ελληνικό Παρατηρητήριο.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ