Του Θανου Βερεμη*

Περί μπουρδολογίας

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

H απαξιωτική λέξη «μπούρδα» προέρχεται από τη γαλλική «bourde» (κατά το λεξικό Μπαμπινιώτη σημαίνει ανοησία). Στα αγγλικά η πλησιέστερη απόδοση είναι το «bullshit», ή πιο ευγενικά το «humbug». Οι αποχρώσεις, ωστόσο, των λέξεων αυτών διαφέρουν καθώς το «bullshit» είναι ενίοτε σκόπιμο και δημιουργικό, ενώ η μπούρδα είναι συνήθως αποτέλεσμα λεκτικού ή και συλλογιστικού λάθους.

Η φιλοσοφική μπουρδολογία σχετίζεται σε υψηλότερο επίπεδο με τη μεταμοντέρνα αποδόμηση της αντικειμενικότητας. Παραπέμποντας όλες τις αξιολογικές κρίσεις σε ένα σχετικισμό χωρίς όρια, ο μεταμοντερνισμός απαξιώνει την εγκυρότητα κάθε διάκρισης. Ο σχετικισμός αυτός βέβαια υπονομεύει και την εγκυρότητα του ίδιου του κινήματος αφού τα φιλοσοφικά του συμπεράσματα δεν μπορούν να εξαιρεθούν από τον κανόνα της αμφισβήτησης.

Η διαφορά ανάμεσα στην μπούρδα και το ψέμα είναι ότι ο ψεύτης παρουσιάζει ως αληθινό κάτι που ο ίδιος θεωρεί ψέμα. Ο ψεύτης συνεπώς έχει σαφή άποψη περί του αληθινού. Ο μπουρδολόγος ενδέχεται να μη γνωρίζει, ή το πιθανότερο, να μην ενδιαφέρεται για την αλήθεια. Εκπέμπει ανοησίες, δηλαδή λεκτικές κατασκευές δίχως νόημα, ή ωραιολογίες που χαϊδεύουν τα αυτιά των ακροατών του χωρίς να εναποθέτουν εκεί κάποιο έλλογο μήνυμα.

Το είδος ευδοκιμεί κυρίως στην πολιτική, τον συνδικαλισμό και τα ΜΜΕ. Είναι βέβαιο ότι οι πολιτικοί αποφεύγουν συνήθως την αντιπαράθεση η οποία συνεπάγεται απώλειες σε ψήφους. Οταν απευθύνονται στο σύνολο του εκλογικού σώματος, επιδίδονται σε γενικόλογες κοινοτοπίες που διακρίνονται μόνο από την επιθετικότητα εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων. Η προσπάθειά τους να βρει ο λόγος τους τη μέγιστη δυνατή αποδοχή, σκοτώνει την όποια αλήθεια που μπορεί να περιέχει.

Και οι μεν πολιτικοί αποφεύγουν συνήθως να στηλιτεύσουν κάποιο τμήμα της κοινωνίας ή να υιοθετήσουν μεταρρυθμίσεις ενοχλητικές στους πάσης μορφής κρατούντες, οι συνδικαλιστές όμως δεν κινδυνεύουν από απώλειες σε εθνικές εκλογές. Απευθύνονται σε ένα ομοιογενές επαγγελματικά κοινό που φροντίζει να προστατεύει τα κατοχυρωμένα συμφέροντά του, ενίοτε εις βάρος του μεγάλου ποσοστού της κοινωνίας. Οι δηλώσεις των συνδικαλιστών της Ολυμπιακής Αεροπορίας αποτέλεσαν μνημείο περιφρόνησης του κοινού συμφέροντος και της λογικής. Οταν η καταχρεωμένη αυτή δημόσια επιχείρηση επιβάρυνε τους φορολογούμενους ακόμα και με τα πρόστιμα της Ε. Ε., οι συνδικαλιστές της θεωρούσαν ότι διερμήνευαν τους μύχιους πόθους της λαϊκής ψυχής: «με την Ολυμπιακή και ξερό ψωμί».

Με τον ίδιο περίπου τρόπο το παλαιό διοικητικό συμβούλιο της πανεπιστημιακής ΠΟΣΔΕΠ (το οποίο ευτυχώς ανανεώθηκε πλήρως μετά τις πρόσφατες εκλογές), μην μπορώντας να ασκήσει κριτική στην καθολική ψήφο των φοιτητών για την εκλογή πρυτανικών αρχών (που θεσπίζει ο νέος νόμος-πλαίσιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση) επιστράτευσε την μπουρδολογία της ιδιωτικοποίησης του δημόσιου πανεπιστημίου για να εμποδίσει την οποιαδήποτε μεταρρύθμιση. Η μεθοδευμένη μπουρδολογία συσκοτίζει το επίμαχο θέμα, μεταφέροντας τη συζήτηση σε άλλο μέτωπο αντιπαράθεσης, πιθανότατα του μέλλοντος.

Οι περισσότεροι από εμάς, που είπαν κάποια ψέματα κατά τη διάρκεια του βίου τους, το έκαναν με επίγνωση της παρασπονδίας αυτής. Τα λιγότερο αξιόμεμπτα, που είναι και τα πιο συνηθισμένα, είναι είτε τα κατά συνθήκη είτε τα ζωτικά ψεύδη. Τα τελευταία έχουν συνήθως ευγενικά κίνητρα, όπως να προστατεύουν αγαπητά πρόσωπα από περιττό πόνο. Οι μπουρδολόγοι που δεν υπηρετούν συγκεκριμένες σκοπιμότητες δεν είναι συχνά σε θέση να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα. Μετεωρίζονται συνήθως σε έναν κόσμο κατασκευασμένο από πληθωριστικές λέξεις - χωρίς αντίκρισμα στην πραγματικότητα. Σε σκίτσο της Herald Tribune παρουσιαζόταν το τρίπτυχο: George Washington, Richard Nixon και George W. Bush. Ο πρώτος έλεγε το ιστορικό «δεν μπορώ να πω ψέμα», ο δεύτερος, «δεν μπορώ να πω την αλήθεια» και ο τρίτος «δεν μπορώ να ξεχωρίσω τη διαφορά». Ο απελθών πρόεδρος έγινε διάσημος για τις μπούρδες που εκστόμισε κατά τις δύο μακρόσυρτες θητείες του.

Την μπουρδολογία καλλιεργούν με συνέπεια και τα ελληνικά ΜΜΕ, με πρωταθλητή την τηλεόραση. Λίγοι θεράποντες της βιομηχανίας αυτής είναι γλωσσικά επαρκείς. Οι περισσότεροι παρουσιάζουν άγνοια της γραμματικής και του συντακτικού, αλλά καταφεύγουν σε αποκαλυπτικούς αυτοσχεδιασμούς για να γεμίσουν την ώρα που τους αναλογεί.

Υπάρχουν ακόμα εκπομπές καταγγελτικές που εκμεταλλεύονται τη δίκαιη συχνά οργή των πολιτών, διοχετεύοντάς τη σε οχλαγωγούντα «παράθυρα» ή σε εικονικά δικαστήρια. Οι καλεσμένοι των τελευταίων παίζουν το ρόλο ενόρκων που εκτονώνονται δημόσια υπό το πατρικό βλέμμα τηλεδικαστή, ο οποίος αμείβεται βασιλικά για να χειραγωγεί τη λαϊκή αγανάκτηση. Οι μπούρδες που ακούγονται στις εκπομπές αυτές εθίζουν δυστυχώς τον κόσμο στον ακατάστατο λόγο και τελικά στον «αέρα κοπανιστό» (αγγλιστί hot air), ότι δηλαδή εκφεύγει χωρίς νόημα από «έρκος οδόντων». Και επειδή θυμηθήκαμε τον Ομηρο, προσέξτε τη συνοπτική περιγραφή του μεγάλου ραψωδού από τον Δημήτρη Μαρωνίτη στη μελλοντική επιτομή των 100 Μεγάλων Ελλήνων. Πρόκειται για υπόδειγμα του τι είναι ουσιαστικός λόγος.

* Ο κ. Θάνος Βερέμης είναι πρόεδρος του ΕΣΥΠ.

Έντυπη