Του Στεφανου Κασιματη

Προοδευτικός στη σημερινή Ελλάδα σημαίνει και αντικομμουνιστής

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Ηρθα στο γραφείο, με σκοπό να γράψω το κυριακάτικο, φορτωμένος με ιδέες και θέματα. Βρήκα όμως την επιστολή του κ. Αλεξίου Μασούλα, την οποία αφότου διάβασα ήταν αδύνατο να αγνοήσω. Ει μη τι άλλο, για την ευγένεια και την εντιμότητα του ύφους, αλλά και για την ουσία της. Να κάνω εδώ μια σύντομη παρέκβαση: έχω λάβει αρκετές επιστολές αναγνωστών, οι οποίοι, με αφορμή αναφορές της στήλης σε ζητήματα αφορώντα γενικώς την Αριστερά, με κατακρίνουν ούτε λίγο ούτε πολύ ως «πεμπτοφαλαγγίτη» κρυπτοκομμουνιστή και άλλα παρόμοια - διατυπώνοντας μάλιστα ενίοτε και χυδαίους υπαινιγμούς περί του προσώπου μου. (Υπαινιγμούς τους οποίους ιδιαιτέρως απολαμβάνω, παραδέχομαι...)

Ωστόσο, η επιστολή του κ. Μασούλα διαφέρει. Είναι η γραφή ενός ανθρώπου, ο οποίος θέλει να επικοινωνήσει· θέλει, δηλαδή, να ακούσει, να ακούσει και μαζί με τον συνομιλητή του να πάνε κάπου παραπέρα. Δεν είναι η φωνή του ανθρώπου που απλώς σκαρφίζεται περίτεχνες περιφράσεις για να μου πει πόσο «*!@#%$» είμαι, επειδή τον εκνευρίζουν αυτά που γράφω. «Θέλω να σας εφοδιάσω», ξεκινά ο επιστολογράφος, «με ορισμένα στοιχεία, τα οποία αγνοείτε λόγω ηλικίας. Είσθε νέος και τυχερός. Δεν ζήσατε περιόδους και γεγονότα τα οποία προβάλλονται με ιδιαίτερη διακριτικότητα, ώστε οι δράστες να εμφανίζονται ως θύματα». Ακολούθως, παραθέτει στοιχεία για τις αγριότητες που διέπραξε το ΚΚΕ, κατά την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου». (Ολόκληρη η επιστολή θα δημοσιευθεί σε ένα από τα επόμενα φύλλα).

Ας είναι λοιπόν η επιστολή του κ. Μασούλα η ευκαιρία να μιλήσω για αυτά ακριβώς τα θέματα. Ο πατέρας μου Γεώργιος (1909-1986) ήταν ένας από τους ομήρους των Δεκεμβριανών του 1944, στους οποίους αναφέρεται ο κ. Μασούλας στην επιστολή του. Παρότι η περιπέτεια αυτή του είχε αφήσει ενδιαφέροντα σημάδια στο σώμα, εκείνο που πάντα με εντυπωσίαζε (και κάποτε, ομολογουμένως, με εξενεύριζε) μαζί του ήταν ότι δεν του είχε αφήσει το τυφλό μίσος για εκείνους που τα προκάλεσαν, το οποίο είναι σύνηθες στους επιζώντες της περιόδου, ανθρώπινο και ως εκ τούτου κατανοητό.

Μολονότι ο μακαρίτης είχε βρεθεί στη μέση της διαμάχης -ή, μάλλον, για αυτόν ακριβώς τον λόγο- έβλεπε τις ακρότητες και των δύο πλευρών από ίση απόσταση. Μου πήρε πολλά χρόνια για να καταλάβω τη θέση του. Ξεκίνησα να διαβάζω για τον ελληνικό 20ό αιώνα γύρω στα τριάντα μου - ώς τότε απεχθανόμουν οτιδήποτε σχετικό, λες και ζούσα σε μια άλλη χώρα. Τώρα, καθώς πλησιάζω τα πενήντα, την ηλικία δηλαδή στην οποία με απέκτησε ο γεννήτωρ μου, επιτέλους αρχίζω να καταλαβαίνω.

Και αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι, ύστερα από τόσα χρόνια, οι πληγές του Εμφυλίου είναι πια προσωπική υπόθεση των επιζώντων. Εξαρτάται από τη θέση που παίρνει ο καθένας εξ αυτών απέναντι στο μέλλον. Κάποιοι, πλησιάζοντας προς το τέλος της βιοτής, γαντζώνονται στην ανάμνηση της νιότης και παλεύουν για δικαίωση. Αλλοι -λιγότεροι αυτοί- στρέφονται προς ό,τι απομένει και ό,τι μπορούν να δουν πως έρχεται, έστω και αν δεν περιλαμβάνει τους ίδιους. Αυτή η δεύτερη κατηγορία με αφορά. Σε αυτήν πιστεύω ότι ανήκει ο κ. Μασούλας, γι' αυτό παίρνω προσωπικά την επιστολή του.

Το άλλο που καταλαβαίνω είναι ότι οι κομμουνιστές, μολονότι συνετρίβησαν στο στρατιωτικό πεδίο, δυστυχώς νίκησαν στο πεδίο των ιδεών, με ευθύνη την οποία φέρει πρωτίστως η ίδια η Δεξιά. Ετσι καταντήσαμε σήμερα να ζούμε σε μια γελοία χώρα, που κυβερνάται από μια κεντροδεξιά κυβέρνηση, η οποία προσπαθεί να περάσει ως αριστερή εκδοχή της Δεξιάς. Ετσι η Δεξιά έχει γίνει στις μέρες μας ό,τι ήταν στο παρελθόν η ομοφυλοφιλία: είναι πλέον η ιδεολογία που δεν τολμά να πει το όνομά της...

Ετσι, μια χούφτα άνθρωποι, επικαλούμενοι κάποια δήθεν αριστερά ιδεώδη, παραμορφωμένα από το πρίσμα του λαϊκισμού, μπορούν με μια συγκέντρωση στο κέντρο της Αθήνας να κάνουν κόλαση (για την πλάκα τους) τη ζωή ενός εκατομμυρίου συμπολιτών τους. Ο εκλαϊκευτής της Αριστεράς Ανδρέας Παπανδρέου, ο πολιτικός που υποθήκευσε το μέλλον των επόμενων γενεών, λατρεύεται επειδή... «ο λαός έφαγε γλυκό ψωμί». (Ωραία! Ας το πληρώνουν λοιπόν τα δισέγγονα του λαού, τρώγοντας πικρό ψωμί!) Κάποιοι συνδικαλισταράδες καταλαμβάνουν τον ΟΤΕ και στερούν από τους συναδέλφους τους το δικαίωμά τους στην εργασία. Νόμος θεωρείται «το δίκιο του εργάτη», ενώ η επιχειρηματικότητα ενοχοποιείται εκ των προτέρων. Η δημοκρατική κατάκτηση της δωρεάν ανωτάτης παιδείας εκφυλίσθηκε σε ένα σύστημα εξετάσεων που οδηγεί στο Δημόσιο και από εκεί κατευθείαν στη σύνταξη. Οι περισσότεροι απαιτούν ένα κράτος-γκουβερνάντα, που θα απευθύνεται σε πολίτες-βρέφη. Την ίδια στιγμή, η ατιμωρησία κανονικών εγκληματιών, στα Εξάρχεια, θεωρείται κεκτημένο δικαίωμα, επειδή οι αλήτες αυτοί έχουν το θράσος να κρύβονται πίσω από ακατάληπτες μπουρδολογίες περί Αριστεράς.

Ολα τα παραπάνω -και πολύ περισσότερα ακόμη, που δεν μου φτάνει ο χώρος να τα παραθέσω- οφείλονται στη νοοτροπία που κυριάρχησε στην κοινωνία με τον λαϊκισμό της Αριστεράς. «Ο πατριωτισμός», έλεγε ο Σάμιουελ Τζάκσον, «είναι το τελευταίο καταφύγιο των απατεώνων». Στην Ελλάδα, κυρίες και κύριοι, είναι πλέον και ο σοσιαλισμός! (Εκτός από τον πατριωτισμό, που ήταν ανέκαθεν...) Το τελικό συμπέρασμά μου είναι ότι, προκειμένου να είναι κανείς προοδευτικός, δηλαδή υπέρ της προόδου, στη σημερινή Ελλάδα με τα σημερινά προβλήματα, πρέπει να είναι και αντικομμουνιστής, όπως πρέπει να είναι και αντιφασίστας.

Η ιστορική θεώρηση του Εμφυλίου αναπόφευκτα θα αλλάξει κάποτε. Μια νεώτερη γενιά ιστορικών, απαλλαγμένη από τις πληγές και τα συμπλέγματα της εποχής, ήδη διαμορφώνει αυτή την αλλαγή: Μαζάουερ, Καλύβας, Μαραντζίδης κ.ά. Μέχρι τότε, δεν έχει νόημα να σκαλίζουμε «πηγάδες», «Φενεούς», «Ούλεν» κ.λπ., όπως ακριβώς είναι εξωπραγματικό να κραυγάζουμε ότι «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» - λες και οι άνθρωποι δεν είναι έλλογα όντα, που πρέπει να μάθουν τις δυνατότητές τους και να τους παρασχεθούν ευκαιρίες για να επιλέξουν ελεύθερα, αλλά απλοί εργάτες - στρατιωτάκια, των οποίων η ύπαρξη εξαντλείται μέσα στα όρια του ταξικού ρόλου τους.

Και ένα υστερόγραφο, απευθυνόμενο στον επιστολογράφο προσωπικώς. Αγαπητέ κύριε, δεν θα τολμούσα ποτέ να εκφρασθώ τόσο προσωπικά, αν όσα πιστεύω δεν τα είχα κουβεντιάσει με φίλους και συνομιλητές, ανθρώπους που ρήμαξαν τη ζωή τους με την Αριστερά και σήμερα είναι κάπου μεταξύ 80 και 86 χρονών. Συμφωνούν μαζί μου. Οχι επειδή έχω δίκιο. Αλλά επειδή οι ίδιοι κρατούν ακόμη το πνεύμα τους ζωντανό και, γι' αυτό, αλλάζουν τις ιδέες τους για τον κόσμο, όπως αλλάζει και ο κόσμος γύρω τους...

Έντυπη