Του Kevin Featherstone*

Προς έναν ορισμό της κρίσης

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Ο όρος «κρίση» χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα τον τελευταίο καιρό - πολλές φορές μάλιστα και καταχρηστικά. Πριν από έξι μήνες, η Ελλάδα βρισκόταν σίγουρα σε κρίση, καθώς ήλθε αντιμέτωπη με τις χειρότερες ταραχές και διαδηλώσεις των τελευταίων ετών. Εντούτοις, παρότι τα δραματικά αυτά γεγονότα εξαφανίστηκαν από τις οθόνες μας, πολλές από τις συνθήκες που τα προκάλεσαν παραμένουν. Υπό μία έννοια, η Ελλάδα βρισκόταν σε κρίση πολύ πριν από τις ταραχές, από την οποία δεν έχει εξέλθει ακόμα και σήμερα.

Τα αίτια των ταραχών και η σημασία τους διερευνώνται σε μία πρόσφατη έκδοση του Ελληνικού Παρατηρητήριου της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Λονδίνου (LSE), με τίτλο «Η Επιστροφή της Πολιτικής του Δρόμου...», η οποία περιέχει τις απόψεις πλειάδας ειδικών. Το ξέσπασμα ήταν τόσο δραματικό επειδή προκλήθηκε από ένα γεγονός που αναθέρμανε πολλές καταπιεσμένες πικρίες. Και επειδή οι αποτυχίες του συστήματος ήταν τόσο πολλές, όπως άλλωστε και τα αιτήματα των εξεγερμένων, δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν από οποιαδήποτε πολιτική εξαγγελία αλλαγής.

Οι βαθύτερες καταστάσεις που οδήγησαν στις αναταραχές του περασμένου Δεκέμβρη συνεχίζουν να υπάρχουν. Οικονομικά και κοινωνικά, η Ελλάδα είναι «σχισματική». Κάποιοι ανταμείβονται, αλλά το σύστημα αποκλείει και αρνείται ευκαιρίες σε κάποιους άλλους. Δεν πρόκειται για θέμα ταξικής ανισότητας, με τη μαρξιστική έννοια. Ο διαχωρισμός είναι κλαδικός και δημογραφικός.

Τίποτα δεν σκιαγραφεί καλύτερα τις υποβόσκουσες εντάσεις από ό, τι η λειτουργία της εγχώριας αγοράς εργασίας. Εκεί βρίσκονται οι εφιάλτες που στοιχειώνουν τη μελλοντική κοινωνική συνοχή και οικονομική επιτυχία. Τα υψηλά ποσοστά ανεργίας στους νέους έχουν δημιουργήσει μια γενιά νωθρή και χωρίς τις ανταμοιβές που προσφέρει η συστηματική εργασία, κάτι που την εμποδίζει να μπει στην αγορά εργασίας αργότερα. Παράλληλα, σύμφωνα με τις στατιστικές, η Ελλάδα είναι από τις χώρες με τα μεγαλύτερα ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας, χωρίς αυτό να οφείλεται σε έλλειψη δεξιοτήτων από πλευράς εργατικού δυναμικού: ο αριθμός αποφοίτων ανώτερων σχολών που έρχονται αντιμέτωποι με την ανεργία είναι διπλάσιος στην Ελλάδα απ' ό, τι στον υπόλοιπο ανεπτυγμένο κόσμο. Επίσης, μία κληρονομιά διακρίσεων με βάση το φύλο βάζει την Ελλάδα στην τρίτη θέση της κατάταξης του ΟΟΣΑ, με τις χώρες με το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας στις γυναίκες και με ένα από τα μικρότερα ποσοστά συμμετοχής γυναικών στην αγορά εργασίας. Για μία σειρά κοινωνικών ομάδων, υπάρχουν αξεπέραστα εμπόδια που αποτρέπουν την εισαγωγή τους στο «σύστημα».

Μία ακόμα έκθεση του LSE που πρόκειται να δημοσιευθεί σύντομα, με θέμα την ευελιξία της αγοράς εργασίας, εξηγεί το πώς το «σύστημα» στην Ελλάδα είναι τελείως κλειστό. Η μελέτη, με συγγραφείς τους Χριστόφορο Πισσαρίδη και Βασίλη Μοναστηριώτη, είναι η πρώτη που εξετάζει τις συνθήκες που επικρατούν στην Ελλάδα, σύμφωνα με τους δείκτες μέτρησης του ΟΟΣΑ. Σύμφωνα με τα ευρήματά της, η Ελλάδα έχει την τέταρτη πιο ισχυρή νομοθεσία προστασίας των θέσεων εργασίας στα τριάντα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ. Ετσι, πέραν του αποκλεισμού των νέων, των γυναικών και των αποφοίτων πανεπιστημίου, το σύστημα προστατεύει προνομιούχες ομάδες εργαζομένων. Σπάνια παρατηρείται τόσο έντονη αντίθεση ανάμεσα στους «εντός» του συστήματος και τους «εκτός» του συστήματος.

Παράλληλα, υπάρχουν σημαντικές ανισορροπίες ανάμεσα σε εκείνους που βρίσκονται ήδη μέσα στο σύστημα. Ο συνδικαλισμένος δημόσιος τομέας, γεμάτος μαχητικότητα για την προστασία των δικαιωμάτων του, είναι ένας τελείως διαφορετικός κόσμος από τους εργαζομένους στις χιλιάδες μικρές ιδιωτικές επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες. Η αναφορά του LSE δείχνει ότι οι Ελληνες ελεύθεροι επαγγελματίες και οι εργαζόμενοι σε ιδιωτικές επιχειρήσεις δουλεύουν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη κοινωνική ομάδα στην Ευρώπη και είναι υποχρεωμένοι να αποδεχτούν να εργάζονται υπό χειρότερες συνθήκες σε σχέση με τους Ευρωπαίους συναδέλφους τους. Ούτε όμως και η απόδραση από το σύστημα είναι εύκολη: στους περισσότερους δείκτες μέτρησης κινητικότητας, η ελληνική αγορά εργασίας είναι μία από τις πιο άκαμπτες στην Ευρώπη, ενώ τα ιδιαίτερα χαμηλά επιδόματα ανεργίας δεν βοηθούν όσους αλλάζουν δουλειές και βρίσκονται σε μεσοδιάστημα.

Ομως, η έκθεση υποστηρίζει ότι στην άκαμπτη ελληνική αγορά εργασίας υπάρχουν θύλακοι ευελιξίας, όπως τα ωράρια, οι εργασιακές συνθήκες και η μαύρη οικονομία. Αυτά τα χαρακτηριστικά βοηθούν το σύστημα να επιβιώνει, χωρίς όμως να αποδίδει. Η αγορά εργασίας δεν δημιουργεί τις δουλειές που ζητούνται. Αυτό φαίνεται στα υψηλά ποσοστά ανθρώπων που αναγκάζονται να δεχτούν μειωμένο ωράριο αντί για κανονική εργασία, αλλά και στην χαμηλή αντιστοίχιση ικανοτήτων και εργασιών - και, τέλος, στη χαμηλή περιφερειακή κινητικότητα των εργαζομένων, η οποία, σύμφωνα με την έκθεση, μειώνεται ακόμη περισσότερο. Διαδοχικές κυβερνήσεις έχουν δώσει υποσχέσεις για μέτρα σχεδιασμένα για να διευκολύνουν την είσοδο στην αγορά εργασίας, όμως το μέγεθος των δημοσίων δαπανών για τέτοια μέτρα είναι το χαμηλότερο στην Ευρώπη.

Οι κρίσεις άλλοτε οδηγούν σε μεταρρυθμίσεις και άλλοτε όχι. Οι ηγέτες θα πρέπει να δημιουργούν και να εκμεταλλεύονται τις ευκαιρίες που τους προσφέρουν. Η πιθανότητα μεταρρυθμίσεων πάντως εξαρτάται από το πώς ορίζεται μία «κρίση», καθώς από τον ορισμό εξαρτώνται και μέτρα που θα ληφθούν. Ικανότητα διακυβέρνησης σημαίνει να αντιλαμβάνεσαι ποια κρίση χρειάζεται τη δέουσα προσοχή. Η αντιμετώπιση δημοσιονομικών ανισορροπιών μπορεί να είναι ευκολότερη υπόθεση από τη δομική μεταρρύθμιση στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Αυτό είναι και το μάθημα που πήραμε από διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις. Η πρόκληση που έχει μπροστά της τώρα η Ελλάδα είναι να συνδυάσει μία δέσμη μακροπρόθεσμων λύσεων για την πλειάδα των κρίσεων που αντιμετωπίζει. Το κόστος της απραξίας δεν θα είναι μόνο οικονομικό, αλλά και η ενίσχυση των κοινωνικών εντάσεων και της αποξένωσης.

* Ο Kevin Featherstone είναι καθηγητής στο London School of Economics, όπου διευθύνει το Ελληνικό Παρατηρητήριο.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ