Του Kevin Featherstone*

Ο Αρμαγεδδών ίσως είναι η μόνη λύση

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Οι καμπάνες ήδη ηχούν για την ελληνική οικονομία. Ο ήχος τους όμως φαίνεται να ακούγεται πιο καθαρά στο εξωτερικό, παρά στο εσωτερικό της Ελλάδας. Πολλοί ξένοι αναλυτές δεν κρύβουν τον φόβο τους για επερχόμενη οικονομική καταστροφή: μία τόσο σοβαρή κρίση στη διαχείριση του δημοσίου χρέους, που η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να πληρώσει τους τόκους της ή να δανειστεί. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε θα κηρύξει στάση πληρωμών και θα εξαναγκαστεί να ζητήσει από Διεθνείς Οργανισμούς ένα πακέτο διάσωσης. Εγκριτοι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η χώρα έχει 3 με 4 μήνες στη διάθεσή της, προκειμένου να αποφύγει την καταστροφή. Ωστόσο, βλέπουν ότι η Ελλάδα ζει σε ένα παράλληλο σύμπαν και ότι αρνείται να αναγνωρίσει και να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα. Ενα χρόνο μετά τα εκρηκτικά επεισόδια που ανέδειξαν τα ακανθώδη προβλήματα του κοινωνικού αποκλεισμού, φέτος είχαμε την «επέτειο» των επεισοδίων, εν μέσω μάλιστα σοβαρής οικονομικής κρίσης. Είναι επομένως λογικό να διερωτηθεί κανείς αν η Ελλάδα είναι σε θέση να διασωθεί από μόνη της.

Παρά το γεγονός ότι επαινούμε την εθνική ηγεσία, οι μεγαλύτερες επιτυχίες της χώρας στο πρόσφατο παρελθόν ήταν συνέπεια επιβολής πειθαρχίας από εξωτερικούς παράγοντες. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ έθεσε ειδικά κριτήρια, τα οποία έπρεπε να σεβαστεί η χώρα, προκειμένου να γίνει δεκτή ως μέλος της «Ευρωζώνης» (αν και εκ των υστέρων, πολλοί ξένοι πιστεύουν ότι στην πραγματικότητα ποτέ δεν συμμορφώθηκε και εξέδιδε ψευδή στατιστικά στοιχεία). Ακόμη και η επιτυχία των Ολυμπιακών Αγώνων κατέστη δυνατή κατόπιν εξωτερικής πίεσης, κυρίως σε ό,τι αφορά τα χρονοδιαγράμματα. Αντιθέτως, σε όσους τομείς η Ε.Ε. θέτει χαλαρούς περιορισμούς, όπως η διαδικασία της Λισσαβώνας για την οικονομική και κοινωνική μεταρρύθμιση, η Ελλάδα μένει ουραγός.

Υπήρξαν, βέβαια, και άλλες ευρωπαϊκές χώρες -όπως η Ιρλανδία, η Ουγγαρία και τα κράτη της Βαλτικής- οι οποίες χρειάστηκαν οικονομική βοήθεια λόγω της κρίσης. Ολες τους όμως γλίτωσαν από τον Αρμαγεδδώνα. Η Ιρλανδία, για παράδειγμα, υιοθέτησε συμπληρωματικό προϋπολογισμό την εβδομάδα που πέρασε, ο οποίος περιλαμβάνει δραστικές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες (της τάξης των 4 δισ. ευρώ) και περικοπές μεταξύ 5% και 15% στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων. Οι δηλώσεις του Ιρλανδού υπουργού Οικονομικών ήταν σαφείς: «Πρέπει να στείλουμε μήνυμα στον υπόλοιπο κόσμο ότι είμαστε σε θέση να διορθώσουμε τα του οίκου μας», είπε χαρακτηριστικά.

Η Ελλάδα, επομένως, βρίσκεται αντιμέτωπη με μία στρατηγική επιλογή: είτε να αναλάβει μόνη της δραστικά μέτρα είτε να περιμένει να της επιβληθούν έξωθεν, όταν θα έχει χρεοκοπήσει και οι δανειστές της θα θέσουν αυστηρότατα κριτήρια για να συνεχίσουν να τη δανείζουν. Αυτή είναι άλλωστε και η «απειλή για την εθνική ανεξαρτησία», στην οποία αναφέρθηκε ο πρωθυπουργός την περασμένη Τετάρτη. Για να χρησιμοποιήσω τη φράση του Παπανδρέου, η κάλυψη του «κενού αξιοπιστίας» απαιτεί να ευθυγραμμιστεί η ελληνική κοινή γνώμη με τις απόψεις των διεθνών οργανισμών και των αγορών, ώστε να ληφθούν σοβαρά μέτρα. Είτε μας αρέσει, είτε όχι, αυτοί είναι που θα κρίνουν τελικά αν τα μέτρα που λαμβάνονται είναι επαρκή.

Η προοπτική του Αρμαγεδδώνα δεν αφήνει ούτε πολλά χρονικά περιθώρια ούτε επιλογές. Η έναρξη ευρύτατου κοινωνικού διαλόγου με τη συμμετοχή όλων των κομμάτων και των κοινωνικών εταίρων, ώστε να επιτευχθεί συναίνεση προς αυτήν την κατεύθυνση, φαντάζει αυτή τη στιγμή ως η πλέον σώφρων επιλογή. Για τους ξένους, η ευθύνη για την τωρινή κρίση φαίνεται να είναι μοιρασμένη. Το ελληνικό χρέος αυξάνεται από τη δεκαετία του 1980 έως και σήμερα, ανεξαρτήτως κυβέρνησης. Λόγω της συγκεκριμένης προϊστορίας, η σημερινή κυβέρνηση δεν έχει πολλά περιθώρια να εφαρμόσει τα επιθυμητά μέτρα κοινωνικής πολιτικής και τόνωσης της οικονομίας. Επιπλέον, όσες κυβερνήσεις του παρελθόντος προσπάθησαν να προβούν σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, σε τομείς όπως το ασφαλιστικό, απέτυχαν και συμβιβάστηκαν με ελάσσονος σημασίας αλλαγές. Τόσο τα συνδικάτα, όσο και οι μεγάλες επιχειρήσεις υπερασπίστηκαν με επιτυχία τα κεκτημένα τους, με αποτέλεσμα να έχει υπονομευθεί πλέον η ίδια η έννοια του «κοινωνικού διαλόγου». Η «κυβερνησιμότητα» της Ελλάδας είχε επομένως τεθεί εν αμφιβόλω πολύ πριν από την οικονομική κρίση ή τις ταραχές του περασμένου έτους.

Πλέον όμως δεν υπάρχουν περιθώρια αναβολής. Η χώρα έχει μπροστά της τρία πιθανά σενάρια. Αν δεν ληφθούν δραστικά μέτρα, τότε θα παρέμβει είτε το ΔΝΤ είτε η ΕΚΤ για να τα επιβάλουν. Το δεύτερο σενάριο είναι η χώρα να πράξει το ελάχιστο δυνατό από μόνη της, ώστε να αποφύγει τον Αρμαγεδδώνα. Το τρίτο σενάριο είναι να χρησιμεύσει η σημερινή κρίση ως αφορμή, όχι μόνο για τη λήψη έκτακτων μέτρων, αλλά και για την επίτευξη συναίνεσης σε μια σειρά από δομικές μεταρρυθμίσεις του οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου.

Το πρώτο και το τρίτο σενάριο θα είναι τα πλέον θετικά για το μακροπρόθεσμο μέλλον. Το τρίτο σενάριο όμως είναι μακράν πιο επιθυμητό. Το πιο πιθανό όμως είναι το δεύτερο. Εντούτοις, η Ελλάδα έχει σήμερα την ευκαιρία να μιμηθεί την Ιρλανδία. Πριν από δύο δεκαετίες, όταν η Ιρλανδία είχε χρέος ανάλογο με εκείνο της Ελλάδας (αν και μικρότερο έλλειμμα), οι πολίτες της συμφώνησαν σε ένα «σχέδιο εθνικής σωτηρίας». Απαντες θεωρούν πλέον ότι εκείνη η συμφωνία αποτέλεσε το έναυσμα για το Ιρλανδικό «οικονομικό θαύμα» των επόμενων ετών. Μέχρι σήμερα δεν υπήρξαν οι κατάλληλές συνθήκες για την επίτευξη ανάλογης κοινωνικής συμφωνίας στην Ελλάδα. Ισως όμως η σημερινή κρίση, η οποία είναι και η σοβαρότερη των τελευταίων δεκαετιών, να αλλάξει τα δεδομένα.

Η ώρα της αλήθειας έφτασε. Οι Ελληνες πιστεύουν στους ηρωικούς ηγέτες. Οι κοινωνικοί επιστήμονες από την άλλη, αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στις δομικές συνθήκες. Ας ελπίσουμε ότι οι Ελληνες έχουν δίκιο.

* Ο Kevin Featherstone είναι καθηγητής στο London School of Economics, όπου διευθύνει το Ελληνικό Παρατηρητήριο.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ