ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Πέντε λάθη στη διαχείριση της κρίσης στην Ευρώπη

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

 





Ο Φιλίπ Λεγκρέν τείνει να ανατρέπει τα αναμενόμενα: το όνομά του είναι γαλλικό (κληρονομιά του Γάλλου πατέρα του), η μητέρα του είναι Εσθονή, αλλά ο ίδιος δηλώνει Βρετανός, έχοντας γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αγγλία. Παρά τη βρετανική του ταυτότητα, ωστόσο, είναι ένθερμος θιασώτης του ευρώ και της ευρωπαϊκής ενοποίησης – θα ήταν «τεράστιο λάθος» της Βρετανίας να αποχωρήσει από την Ε.Ε., μας είπε. Επιπλέον, παρά τον θεσμικό ρόλο που κατείχε για τρία χρόνια, μέχρι την παραίτησή του προ ολίγων ημερών, ως οικονομικός σύμβουλος του Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, έχει μια οπτική για την κρίση στην Ευρωζώνη που απέχει μίλια από την κυρίαρχη άποψη που επικρατεί στους διαδρόμους του κτιρίου Berlaymont.

Λίγο πριν από τη συνάντησή μας στα ενδότερα του Μεγάρου Μουσικής, είχε εκφωνήσει την κεντρική ομιλία στο πρόσφατο συνέδριο του Παρατηρητηρίου για την Κρίση, του ΕΛΙΑΜΕΠ. Στην ομιλία αυτή, είχε χαρακτηρίσει την ευρωπαϊκή κρίση «κυρίως τραπεζική» στην ουσία της. Η κρίση, κατά τον Λεγκρέν, επιδεινώθηκε αχρείαστα, εξαιτίας της διαχείρισής της από πολιτικούς και αξιωματούχους που ήταν υπό την επιρροή του τραπεζικού κλάδου και που διέπραξαν «πέντε καταστροφικά λάθη»: την αρχική διάσωση τραπεζών χωρίς την αναδιάρθρωσή τους τον Οκτώβριο του 2008, την προσποίηση ότι η Ελλάδα ήταν φερέγγυα, τη συμφωνία της Ντοβίλ, την απειλή έξωσης της Ελλάδας από το ευρώ και την επιβολή «συλλογικής, πρόωρης, εμπροσθοβαρούς, ισοπεδωτικής λιτότητας».

Δεδομένης αυτής της σκληρής κριτικής, είναι κατανοητή η σπουδή του 40χρονου οικονομολόγου να μου εξηγήσει, με το που σφίξαμε τα χέρια, ότι εκφράζει αποκλειστικά και μόνο τον εαυτό του. Αφού τον διαβεβαίωσα ότι θα το μεταφέρω στους αναγνώστες της «Κ», ξεκινήσαμε την κουβέντα μας εστιάζοντας στη χώρα που υπέστη δύο από τα πέντε καταστροφικά λάθη των διαχειριστών της ευρω-κρίσης.

«Το χρέος της Ελλάδας είναι σε μη βιώσιμα επίπεδα, αποτρέποντας την ανάκαμψη των ιδιωτικών επενδύσεων, ενώ το κυνήγι ενός τεράστιου πρωτογενούς πλεονάσματος συνεπάγεται ότι ο οικονομικός πόνος θα συνεχιστεί», σημειώνει ο Λεγκρέν. «Ξέρετε», εξηγεί, «με αυτές τις αναλύσεις βιωσιμότητας του χρέους, όλα εξαρτώνται από τους αριθμούς που εισάγεις στο φύλλο εργασίας. Αν υποθέσεις ότι η Ελλάδα θα μεταβληθεί σε μια άλλη Κίνα και ότι θα πληρώνει γερμανικά επιτόκια, όλα θα δείχνουν ότι βαίνουν καλώς. Προσωπικά, δεν θεωρώ ότι κάτι τέτοιο είναι πιθανό».

Τα εισοδήματα

Κοιτώντας πίσω στη διαχείριση της ελληνικής κρίσης, ο Λεγκρέν θεωρεί εσφαλμένη την πολιτική μείωσης των μισθών του ιδιωτικού τομέα. «Πρώτον, όταν μειώνεις εισοδήματα ενώ υπάρχουν χρέη, αυξάνεις την επιβάρυνση που αποτελούν αυτά τα χρέη. Δεύτερον, ο σκοπός της μείωσης των μισθών ήταν η αύξηση της ανταγωνιστικότητας και άρα των εξαγωγών. Ωστόσο στην Ελλάδα κατέρρευσαν ο μισθοί χωρίς να πέσουν οι τιμές ουσιαστικά καθόλου, λόγω ανεπαρκούς ανταγωνισμού. Το αποτέλεσμα ήταν να μην αυξηθούν οι εξαγωγές».

Η έμφαση στην περικοπή μισθών έχει προκύψει, σύμφωνα με την ανάλυσή του, από την επικέντρωση στη σύγκριση του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας: «Αυτή η τάση αποκρύπτει το αν οι πραγματικοί μισθοί υπερβαίνουν τις αυξήσεις παραγωγικότητας ή όχι και αποκρύπτει τις διαφορές στα επίπεδα πληθωρισμού μεταξύ διαφορετικών χωρών. Εχουν οι πραγματικοί μισθοί αυξηθεί περισσότερο από την παραγωγικότητα στην Ελλάδα; Οχι – εξ ου και είχε μειωθεί το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ στα χρόνια πριν από την κρίση. Αντ’ αυτού, υπήρξε μια πληθωριστική έξαρση, που ερμηνεύθηκε λανθασμένα».

Ο συνομιλητής μας, παρατηρώντας ότι η Ελλάδα «είναι κάπως σαν οικονομία μετάβασης», αναδεικνύει τα μέτρα στήριξης της Πολωνίας το 1991 ως μοντέλο για την ελληνική περίπτωση. Οι επίσημοι δανειστές, εξηγεί, πρέπει να προσφέρουν στην Ελλάδα -όπως είχαν προσφέρει και στη μετακομμουνιστική Πολωνία- ξένες επενδύσεις και ανακούφιση από μη βιώσιμα χρέη, σε αντάλλαγμα για την εφαρμογή των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων. Μια εναλλακτική λύση, σημειώνει, ενδεχομένως πιο προσφιλής σε Βορειοευρωπαίους πολιτικούς που δεν εμπιστεύονται τους Ελληνες ομολόγους τους, θα ήταν η σταδιακή ανακούφιση του χρέους, υπό τον όρο της επίτευξης συγκεκριμένων στόχων. Η λύση αυτή, κατά τον Λεγκρέν, «θα ήταν λιγότερο καλή, γιατί θα παρέτεινε την αβεβαιότητα που υπάρχει σήμερα».

Υψηλό το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων στον Νότο

Οταν ο Λεγκρέν αναφέρεται σε «τραπεζική κρίση» στην Ευρωζώνη με βασικούς αρνητικούς πρωταγωνιστές τους Γερμανούς, δεν μιλάει γενικά και αόριστα. «Αν κοιτάξετε τα ακαθάριστες ροές κεφαλαίων από τη Γερμανία προς τη Νότια Ευρώπη από το 2002-03 έως το 2007, τα ποσά είναι τεράστια! Αυτοί –ειδικότερα οι Landesbanks– ήταν που χρηματοδότησαν τις φούσκες, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ».

Παρ’ όλα αυτά και παρότι, όπως παρατηρεί, η Ελλάδα το 2010 «θυσιάστηκε για τα συμφέροντα των τραπεζών της Γαλλίας και της Γερμανίας», ο ρόλος των τραπεζών αυτών στο ξέσπασμα της κρίσης παγίως παραλείπεται στις συζητήσεις σε υψηλό επίπεδο. «Ακόμα και τώρα που μιλάμε για την τραπεζική ένωση, η υπόνοια είναι ότι αφορά προβλήματα στις τράπεζες της Νότιας Ευρώπης. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα».

Θα ήταν διαχειρίσιμη, ωστόσο, μία αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους τον Μάιο του 2010 ή θα οδηγούσε σε αποσταθεροποίηση; «Η αποσταθεροποίηση συνέβη ούτως ή άλλως, η ελληνική “διάσωση” δεν την απέτρεψε – μάλλον την ενέτεινε», σημειώνει γελώντας πικρά ο Λεγκρέν, για να προσθέσει: «Η ιδέα ότι δεν μπορεί να γίνει αναδιάρθρωση του χρέους μιας σχετικά μικρής χώρας της ΝΑ Ευρώπης χωρίς να έλθει το τέλος του κόσμου είναι, κατά τη γνώμη μου, απλή ανοησία, την οποία διακινούσαν πιστωτές που δεν ήθελαν να υποστούν ζημίες. Είναι απάτη».

Αρα –ρωτάμε– θεωρεί ότι η επιβολή του bail-in στο πλαίσιο της τραπεζικής ένωσης, που επιβάλλει ζημίες στους πιστωτές μιας τράπεζας ώστε να ελαχιστοποιηθεί η επιβάρυνση των φορολογουμένων, είναι στη σωστή κατεύθυνση; Είναι επιφυλακτικός. «Το έχουν εφαρμόσει στην Κύπρο και το έκανε και η Δανία το 2011 – χωρίς, παρεμπιπτόντως, να καταστραφεί το σύμπαν. Δεν έχω πειστεί ότι θα επιβληθεί το bail-in με τον ίδιο τρόπο στη Βόρεια Ευρώπη. Η βασική πολιτική οικονομία δεν έχει αλλάξει: οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να θέλουν, αν έχουν την οικονομική δυνατότητα, να διασώσουν όλες τις τράπεζες που το έχουν ανάγκη». Το αποτέλεσμα, όπως εξηγεί, είναι πως προβληματικές τράπεζες στον Βορρά, χάρη σε αυτήν την έμμεση κρατική εγγύηση, μπορούν να χρηματοδοτούνται και να δανείζουν περισσότερο και πιο φθηνά. Στη Νότια Ευρώπη των υπερχρεωμένων κρατών, τα οποία δεν μπορούν να παράσχουν την ίδια εγγύηση στις τράπεζές τους, «το κόστος δανεισμού για τις επιχειρήσεις παραμένει πολύ υψηλότερο».

Η γερμανική οικονομία χρειάζεται διπλή μεταρρύθμιση

Ο Λεγκρέν, που ετοιμάζεται να δημοσιεύσει στα μέσα του έτους το τέταρτο βιβλίο του («European Spring: Why Europe’s Economies and Politics are in a Mess and how to Put them Right»), ξεκίνησε την καριέρα του ως δημοσιογράφος καλύπτοντας την οικονομική κρίση της Ανατολικής Ασίας το 1997-8. «Υπάρχουν πολλές ομοιότητες με αυτό που συνέβη στην Ευρωζώνη», παρατηρεί. «Ηταν κι εκείνη μια κρίση που προκλήθηκε από τις παθογένειες του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, για την οποία η ευθύνη αποδόθηκε στον “παρεοκρατικό” καπιταλισμό των χωρών της περιοχής».

Οπως θυμάται, η επικρατούσα άποψη τότε ήταν ότι ο πιο ασφαλής τρόπος για την εξέλιξη της χρηματοοικονομικής παγκοσμιοποίησης ήταν να αγοράζουν τράπεζες όπως η Citibank χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στην Ταϊλάνδη. Το σκεπτικό ήταν ότι «οι κρίσεις πλήττουν χώρες όπως την Ταϊλάνδη, όχι τις ΗΠΑ, και ότι οι αμερικανικές τράπεζες διευθύνονται καλύτερα από τις ταϊλανδικές. Αυτό το σκεπτικό αποδείχθηκε λανθασμένο». Το ίδιο λάθος, κατά τον Λεγκρέν, διαπράττουν όσοι θεωρούν ότι η λύση π.χ. για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα θα ήταν να εξαγοραστούν ελληνικές τράπεζες από την Deutsche Bank.

Η κριτική του Βρετανού οικονομολόγου και συγγραφέα απέναντι στη Γερμανία δεν περιορίζεται στα ατοπήματα των γερμανικών τραπεζών. Στην ομιλία του αναφέρθηκε στην «υπερβολική» συγκράτηση των μισθών στη γερμανική οικονομία και τόνισε ότι «φτάνουμε στα όρια των ευρωπαϊκών πλεονασμάτων τα οποία ο υπόλοιπος κόσμος είναι διατεθειμένος να υπομείνει».

Εξαγωγή αποπληθωρισμού

Αδιαφιλονίκητη πρωταθλήτρια των εξωτερικών πλεονασμάτων είναι η Γερμανία. Ωστόσο κορυφαίοι Γερμανοί αξιωματούχοι υπερασπίζονται την πολιτική της χώρας, αναφέροντας -όπως έκανε ο πρόεδρος της Bundesbank, Γενς Βάιντμαν, στη συνέντευξή του στην «Κ» στις 15 Δεκεμβρίου- ότι έναντι της Ευρωζώνης, τα γερμανικά πλεονάσματα έχουν συρρικνωθεί κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής κρίσης.

«Η Ευρωζώνη δεν είναι μια κλειστή οικονομία», απαντά ο Λεγκρέν. «Αν η Γερμανία συντηρεί ένα τεράστιο πλεόνασμα, και κατά συνέπεια αγοράζει πολύ λιγότερα από όσα πουλάει, τότε, σε έναν κόσμο ανεπαρκούς ζήτησης, εξάγει αποπληθωρισμό». Ο συνομιλητής μας αναφέρεται στο «διαχρονικό πρόβλημα» της ασύμμετρης προσαρμογής μεταξύ ελλειμματικών και πλεονασματικών χωρών. Το πρόβλημα αυτό, όπως ισχυρίζεται, αντανακλάται και στη διαδικασία υπερβολικών ανισορροπιών εντός της Ευρωζώνης, η οποία είναι «ανισόρροπη, καθώς αντιμετωπίζει τις ελλειμματικές χώρες διαφορετικά από ό,τι τις πλεονασματικές και αντιμετωπίζει τα πλεονάσματα του Λουξεμβούργου και της Γερμανίας με τον ίδιο τρόπο, παρά την κολοσσιαία διαφορά στα απόλυτα μεγέθη».

Παρά τις ανισορροπίες, το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα (άνω του 6%) που η Κομισιόν έχει αναλάβει δράση. Ο Λεγκρέν ελπίζει ότι ως αποτέλεσμα το Βερολίνο θα υποχρεωθεί να προβεί σε διορθωτικές κινήσεις εντός του 2014. «Οι Γερμανοί λένε συνήθως στο σημείο αυτό ότι τους ζητείται να γίνουν λιγότερο ανταγωνιστικοί. Αλλά ο σκοπός της οικονομικής δραστηριότητας δεν είναι η ανταγωνιστικότητα – είναι η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Κανείς δεν λέει στους Γερμανούς να διαλύσουν τα εργοστάσιά τους και να εξάγουν λιγότερο. Αυτό που τους λένε είναι να μεταρρυθμίσουν την οικονομία τους και να εισάγουν περισσότερο».

Η μεταρρύθμιση αυτή, όπως εξηγεί, «δεν είναι επώδυνη διαδικασία». Ενα μέρος της συνίσταται στην καθυστερημένη ανταμοιβή των Γερμανών εργαζομένων για την παραγωγικότητά τους, που «έχει αυξηθεί κατά 17,5% από το 1999 ενώ οι πραγματικοί τους μισθοί έχουν μειωθεί σε αυτήν την περίοδο».

Το δεύτερο βασικό μέρος της μεταρρύθμισης, σύμφωνα με τον Λεγκρέν, αφορά την αύξηση των επενδύσεων. «Ο δείκτης επενδύσεων -δημόσιων και ιδιωτικών- στη Γερμανία είναι απίστευτα χαμηλός. Η απουσία ιδιωτικών επενδύσεων ξεσκεπάζει και τον μύθο της υπεραποδοτικής γερμανικής οικονομίας – αν ήταν όντως τόσο αποδοτική, οι γερμανικές επιχειρήσεις θα επένδυαν στη χώρα τους». Η αύξηση των επενδυτικών δαπανών εντός της Γερμανίας συνεπάγεται επίσης λιγότερα δάνεια προς ξένους, κάτι που -δεδομένων των απερίσκεπτων τοποθετήσεων των τραπεζών της χώρας την προηγούμενη δεκαετία- είναι «σαφώς προς το συμφέρον της Γερμανίας».

Οι βασικοί αντίπαλοι των αλλαγών αυτών είναι οι Γερμανοί βιομήχανοι, που «απολαμβάνουν τεχνητά διογκωμένα κέρδη εξαιτίας της υπερβολικής συγκράτησης των μισθών». Αλλά, όπως καταλήγει ο Λεγκρέν, «οι χώρες δεν είναι εταιρείες. Δεν πρέπει να κυβερνάς μια χώρα με τον ίδιο τρόπο που διευθύνεις μια εταιρεία».

Η συνάντηση

Η κουβέντα με τον κατ’ εξοχήν Ευρωπαίο Φιλίπ Λεγκρέν έλαβε χώρα σε ένα από τα... καμαρίνια πίσω από το συνεδριακό κέντρο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Οι διοργανωτές του συνεδρίου είχαν την καλοσύνη να μας κεράσουν σαντουιτσάκια και τσάι Earl Grey.

Oι σταθμοί του

1973

Γεννιέται στο Λονδίνο.

1992-1996

Πτυχίο Οικονομικών και μεταπτυχιακό στην Πολιτική της Παγκόσμιας Οικονομίας από το London School of Economics.

1997-2000

Ανταποκριτής του Economist σε θέματα Οικονομικών και Εμπορίου.

2000-2001

Ειδικός σύμβουλος του γενικού διευθυντή του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.

2002

Κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο, «Open World: The Truth About Globalisation».

2002-2005

Επικεφαλής οικονομoλόγος και υπεύθυνος πολιτικής της φιλοευρωπαϊκής οργάνωσης Britain in Europe.

2007

Το δεύτερο βιβλίο του, «Immigrants: Your Country Needs Τhem», είναι «φιναλίστ» για το βραβείο επιχειρηματικού βιβλίου της χρονιάς, των Financial Times.

2007-2010

Επισκέπτης εταίρος του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου στο LSE.

2011-2013

Βασικός σύμβουλος και επικεφαλής της ομάδας ανάλυσης στο Γραφείο Ευρωπαίων Συμβούλων Πολιτικής του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ





Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ