Των Χαρη Μυλωνα και Ελπιδας Βογλη*

Ομογενείς, μετανάστες και εκλογικός νόμος

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Στα εθνικά ζητήματα που προσείλκυσαν μεγάλο πολιτικό ενδιαφέρον το προηγούμενο έτος συγκαταλέγεται η παραχώρηση ψήφου στους απόδημους Ελληνες από τον τόπο της διαμονής τους στο εξωτερικό. Οπως ανακοινώθηκε, οι πρωτοβουλίες και τα σχέδια της περυσινής κυβέρνησης για τη νέα πολιτική απέναντι στη διασπορά είχαν στόχο την πλήρη υλοποίηση της συνταγματικής πρόβλεψης του 1975 (η οποία ανανεώθηκε κατά τις αναθεωρήσεις του 1986 και 2001). Την ενεργοποίηση δηλαδή του «κοινωνικού δικαιώματος» των αποδήμων Ελλήνων να εκλέγουν αντιπροσώπους του έθνους, «με επιστολική ψήφο ή άλλο πρόσφορο μέσο», όπως ορίζει το άρθρο 51. Η κατά το Σύνταγμα υποχρέωση της πατρίδας να συντηρεί και να ενισχύει με κάθε μέσο τους δεσμούς της με τους αποδήμους πρόκειται να αποκτήσει νέο περιεχόμενο από τις επόμενες βουλευτικές εκλογές.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον νόμο της τέως κυβέρνησης προβλέπονται ειδικές κάλπες για τους απόδημους ψηφοφόρους και επίσης θέσεις για τους εκπροσώπους τους στα ψηφοδέλτια Επικρατείας κάθε κόμματος. Οι απόδημοι θα ασκούν το εκλογικό δικαίωμά τους σε χώρο δικαιοδοσίας των ελληνικών πρεσβευτικών ή έμμισθων προξενικών αρχών στη χώρα όπου διαμένουν, αφού προηγουμένως θα έχουν υποβάλει εγγράφως την πρόθεσή τους να περιληφθούν στους ελληνικούς εκλογικούς καταλόγους. Κάθε κόμμα θα ορίζει στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του τρεις τουλάχιστον μόνιμους κάτοικους (αποδεδειγμένα επί μία δεκαετία πριν από την προκήρυξη των εκλογών) του εξωτερικού ως υποψηφίους του.

Πρόκειται για μια τάση νομοθετικού εκσυγχρονισμού υπό τις πιέσεις της παγκοσμιοποίησης, η οποία ίσως συμπορεύεται με την πιο συστηματική οργάνωση του Συμβουλίου Αποδήμου Ελληνισμού; Αυτή ήταν η εκδοχή της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, που τόνιζε ότι με τον τρόπο αυτό εκπληρώνει την «ιστορική υποχρέωση» της ελληνικής πολιτείας απέναντι στα ξενιτεμένα τέκνα της.

Είναι αλήθεια όμως ότι η κυβέρνηση της Ν.Δ. δεν προώθησε τη συμμετοχή των αποδήμων, ούτε στις ευρωεκλογές του Ιουνίου ούτε στις βουλευτικές της 4ης Οκτωβρίου αλλά ενέταξε έναν απόδημο στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας της. Παρομοίως, το ΠΑΣΟΚ που κέρδισε τις εκλογές, είχε εντάξει στο δικό του ψηφοδέλτιο Επικρατείας έναν εκπρόσωπο των μεταναστών.

Η διεύρυνση του εκλογικού σώματος όμως δεν σταμάτησε εκεί. Διάφοροι πολιτικοί παράγοντες καταλόγισαν ψηφοθηρικές προθέσεις στην πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ να προωθήσει, πριν από το πέρας των πρώτων εκατό ημερών από τον σχηματισμό κυβέρνησης, νόμο για τη διευκόλυνση της πολιτογράφησης ορισμένων κατηγοριών μεταναστών.

Συγκεκριμένα το νομοσχέδιο που πρότεινε το ΠΑΣΟΚ, ελληνοποιεί τους μετανάστες της δεύτερης γενιάς που γεννήθηκαν στην Ελλάδα και παρακολούθησαν τα πρώτα έτη της ελληνικής υποχρεωτικής εκπαίδευσης, αλλά και τους μετανάστες που εισήλθαν στην ελληνική επικράτεια και διαμένουν νομίμως σε αυτή τα πέντε από τα τελευταία δέκα χρόνια. Με άλλα λόγια η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ παρουσιάζεται να επιδιώκει τον εναρμονισμό με ευρωπαϊκές πρακτικές διαχείρισης του ζητήματος των μεταναστών, προτάσσοντας την αρχή της εντοπιότητας στη θέση του αξιώματος «Ελληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι». Η Νέα Δημοκρατία μάλιστα ως πρώτο κόμμα τώρα της αντιπολίτευσης φαίνεται να συναινεί, αλλά υπό προϋποθέσεις, όπως και τα υπόλοιπα κόμματα. Η κάθετη αντίδραση στην προοπτική της ελληνοποίησης μεταναστών έρχεται σε αυτή την περίπτωση όχι από το ΚΚΕ, αλλά από τον ΛΑΟΣ.

Ποιος είναι ο σκοπός λοιπόν αυτών των δύο πρωτοβουλιών; Πρόκειται πράγματι για αναπόδραστες εξελίξεις εναρμόνισης με τις πολιτικές τακτικές του δυτικού κόσμου ή για εκλογικά παιχνίδια; Πράγματι ήδη περισσότερες από σαράντα χώρες παρέχουν δικαίωμα ψήφου στις διασπορές τους από τον τόπο της κατοικίας τους και αρκετές άλλες εξετάζουν το ίδιο ενδεχόμενο. Παρομοίως, πολλές χώρες διαχειρίζονται την εντατικοποίηση της μετανάστευσης μιμούμενες αφομοιωτικές πολιτικές της Γαλλίας και των ΗΠΑ που ανέκαθεν πολιτογραφούσαν όσους γεννιούνταν στις επικράτειές τους (και επιλεκτικά κάποιους μόνιμους κατοίκους τους). Από την άποψη αυτή η Ελλάδα φαίνεται να ακολουθεί τη γενική τάση πολιτικής των κρατών που επιθυμούν να συντηρούν ισχυρούς δεσμούς με τις διασπορές τους, αλλά και ταυτόχρονα την πολιτική αφομοίωσης/ένταξης τμήματος των μεταναστών τους.

Και οι δύο πολιτικές μεταρρυθμίσεις φιλοδοξούν να εκσυγχρονίσουν το ισχύον ελληνικό σύστημα. Αλλά η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής τους στην ελληνική πραγματικότητα μένει να αποδειχθεί στην πράξη. Θα χρειαστούν πολλοί πόροι και συνοδευτικές πολιτικές για να επιτύχουν. Πάντως, οποιαδήποτε αποτίμηση των μεταρρυθμίσεων αυτών προϋποθέτει συμφωνία των πολιτικών δυνάμεων στον ορισμό της ελληνικότητας. Μια κοινή απάντηση στο ερώτημα: Ελληνας γεννιέσαι ή γίνεσαι; Μόνο τότε θα μπορούμε να ορίσουμε και την «επιτυχία» της διεύρυνσης του εκλογικού σώματος.

* Η κ. Ελπίδα Βόγλη είναι λέκτορας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ο κ. Χάρης Μυλωνάς επίκουρος καθηγητής στο George Washington University.

Έντυπη