Του Kevin Featherstone*

Ελλάδα και παγκοσμιοποίηση

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Οι ανησυχίες που εκφράζονται για την ασφάλεια των καταθέσεων στην Ελλάδα, λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης, είναι ενδεικτικές της επιρροής της παγκοσμιοποίησης στη χώρα. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση της Αθήνας είναι αναγκασμένη να δανειστεί τεράστια ποσά από το εξωτερικό και να πείσει τις διεθνείς αγορές για τη φερεγγυότητά της. Οι πονοκέφαλοι του σήμερα, πάντως, οφείλονται στο ξέφρενο γλέντι του χθες. Από την άλλη πλευρά όμως, αυτό που βλέπουμε σε πολλά ελληνικά μέσα ενημέρωσης προσομοιάζει σε πολιτισμική σύγκρουση, με τις θεωρίες συνωμοσίας και την αίσθηση ότι οι ξένοι θέλουν τη χρεοκοπία της χώρας να κυριαρχούν. Αναφέρεται, μάλιστα, ότι το ιλιγγιώδες ποσό των 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων έχει επενδυθεί στο σενάριο της χρεοκοπίας της Ελλάδας.

Τα πρωτοσέλιδα για τον δαιδαλώδη κόσμο των αγορών όμως δεν θα πρέπει να μας αποπροσανατολίζουν από την ωμή αλήθεια: οι αγορές είναι απλά σκληρές. Ακολουθούν την ψυχρή λογική του κέρδους και της προστασίας του πλούτου. Ως εκ τούτου, στοιχηματίζουν στο ενδεχόμενο να κηρύξει η Ελλάδα στάση πληρωμών, αφού πολλοί επενδυτές δεν έχουν πειστεί με τα μηνύματα που λαμβάνουν από την Αθήνα.

Η Ελλάδα θα πρέπει να μάθει να λειτουργεί στο περιβάλλον της παγκοσμιοποίησης. Πρώτα απ' όλα, οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι δεν ωφελεί να υποκρίνεται ότι αν αγνοήσει την παγκοσμιοποίηση, εκείνη θα εξαφανιστεί. Δεύτερον, να μη δίνει σημασία σε σενάρια περί κακόβουλων ξένων. Τρίτον, να αναγνωρίσει ότι οι επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης εκτείνονται πολύ πέρα από τη σημερινή κρίση και επηρεάζουν καθοριστικά την άσκηση πολιτικής.

Την προηγούμενη εβδομάδα, ένα ελβετικό ερευνητικό ινστιτούτο δημοσίευσε δείκτη κατάταξης, ο οποίος μετρά πόσο «παγκοσμιοποιημένη» είναι η κάθε χώρα, τόσο στη λειτουργία της οικονομίας της, όσο και σε πολιτικά και κοινωνικά θέματα. Στον λεγόμενο δείκτη «KOF», η Ελλάδα καταλαμβάνει την 31η θέση, τελευταία στην Ε.Ε., με εξαίρεση τέσσερις χώρες: τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Λιθουανία και τη Λεττονία. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα πρέπει να προσαρμοστεί και σε άλλους τομείς, πέραν της οικονομίας.

Υπάρχουν και άλλοι χρήσιμοι δείκτες που είναι χρήσιμο να συμβουλευθούμε. Ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης, όλοι οι πολιτικοί ηγέτες της Ελλάδας αναγνωρίζουν ότι η μελλοντική ευημερία της χώρας θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν θα καταφέρει να είναι ανταγωνιστική στην «οικονομία της γνώσης». Και σε αυτό τον τομέα όμως υστερεί. Σύμφωνα με τον δείκτη της Παγκόσμιας Τράπεζας για την οικονομία της γνώσης, βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τα νέα μέλη της Ε.Ε., όπως η Πολωνία, η Σλοβακία, η Μάλτα, η Κύπρος, η Λεττονία και η Λιθουανία.

Επιπλέον, ο «Παγκόσμιος Δείκτης Καινοτομίας» της Κομισιόν κατατάσσει οκτώ ευρωπαϊκές χώρες στις πρώτες 16 του κόσμου. Ανάμεσά τους, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ολλανδία, η Βρετανία και οι Σκανδιναβικές χώρες. Η Ελλάδα κατατάσσεται 31η, πίσω ακόμη και από τη Σλοβενία και την Εσθονία. Η μεγάλη πρόκληση στην οικονομία της γνώσης είναι να εκπαιδεύσεις και να κρατήσεις τους καλύτερους επιστήμονες. Για γενιές ολόκληρες όμως, η Ελλάδα έβλεπε τα πιο προικισμένα παιδιά της να την εγκαταλείπουν για το εξωτερικό και να μην επιστρέφουν ποτέ. Το ίδιο συμβαίνει ακόμη και σήμερα. Οι μισθοί των ερευνητών στην Ελλάδα άλλωστε είναι οι μισοί περίπου σε σχέση με αυτούς που δίνονται στις Σκανδιναβικές χώρες, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Στα παραπάνω, προσθέστε και το γεγονός ότι η Ελλάδα υπολείπεται σημαντικά των Ευρωπαίων εταίρων της στον τομέα της επανεκπαίδευσης και διά βίου μάθησης. Τέλος, όλοι αναγνωρίζουν τα δομικά προβλήματα που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών σχολείων, πανεπιστημίων και τεχνολογικών ιδρυμάτων. Ολα τα παραπάνω οφείλονται στον προστατευτισμό κατεστημένων νοοτροπιών, ο οποίος με τη σειρά του είναι αποτέλεσμα όχι τόσο επιλογών της κοινωνίας, όσο πολιτικής αδυναμίας. Η ατζέντα είναι επομένως σαφής. Πέρα από τον πανικό για την άμεση δυνατότητα δανεισμού, είναι πολύ πιο σημαντικό να αναλογιστεί η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας πώς θα καταστεί η χώρα ανταγωνιστική στο διεθνές περιβάλλον.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρώπη είναι και πάλι απούσα. Εξάλλου, η Ε.Ε. δεν έχει συνολικά πρόβλημα. Ορισμένα μέλη της μάλιστα είναι άρτια προετοιμασμένα για το ανταγωνιστικό περιβάλλον της οικονομίας της γνώσης. Το σενάριο που θα δούμε θα είναι πιθανότατα επανάληψη όσων συνέβησαν με τη χρηματοπιστωτική κρίση: τα ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη θα αφήσουν τους αδύναμους εταίρους τους να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους.

Εν ολίγοις, αν η Ελλάδα δεν προωθήσει μεταρρυθμίσεις, θα οδηγηθεί σε καθεστώς μόνιμης υψηλής ανεργίας και χαμηλών μισθών. Οι ταραχές του 2008 (και του 2009) έδωσαν ήδη μια γεύση για το κοινωνικό κόστος της α Αν αγνοηθεί η παγκοσμιοποίηση και ο διεθνής ανταγωνισμός, οι συνέπειες θα είναι πολύ σύντομα ορατές. Η Ελλάδα θα πρέπει να μάθει πώς να προσαρμοστεί, σύμφωνα με τη λογική που ακολούθησαν και άλλες χώρες και να αποφασίσει τι είδους κοινωνία θέλει να είναι. Το περιορισμένο εύρος των επιλογών που έχει μπροστά της οφείλεται στην αβελτηρία του χθες. Ηλθε η ώρα να συνειδητοποιήσουν οι υπουργοί της Αθήνας ότι η θαλπωρή του προστατευτισμού δεν οδηγεί πουθενά και να αντιμετωπίσουν την πρόκληση της παγκοσμιοποίησης.

* O Kevin Featherstone είναι καθηγητής στο London School of Economics, όπου διευθύνει το Ελληνικό Παρατηρητήριο.

Έντυπη

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ