Της Ελισαβετ Κοτζια / ekotzia@yahoo. gr

Διακρινοντας

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Το μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα» (Καστανιώτη, σελ. 270) έχει χαρακτήρα παραδειγματικό. Ωραίο αφήγημα που διαβάζεται με εξαιρετικό ενδιαφέρον, το τελευταίο έργο της πραγματοποιεί εκείνο που η ελληνική πεζογραφία των τριών τελευταίων δεκαετιών μοιάζει να αποστρέφεται συστηματικά: το να αντλεί ιστορίες από την καθημερινή κοινωνική πραγματικότητα, από όσα δραματουργικώς συναρπαστικά και πολιτικώς απίστευτα συμβαίνουν τριγύρω μας. Οπως έχω ξαναγράψει το γιατί ελληνικές αφηγηματικές τέχνες όπως το μυθιστόρημα και ο κινηματογράφος αρνούνται να παρακολουθήσουν το μπλεγμένο κουβάρι των τρεχόντων κοινωνικών μας προσδιορισμών -των πολιτικών μας διαπλοκών, των οικονομικών μας συναλλαγών και των επαγγελματικών μας δεσμεύσεων- είναι ένα θέμα που αξίζει να απασχολήσει τις πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες. Το γιατί η πεζογραφία μας, ενώ δείχνει πολύ μεγάλη ευαισθησία στην αναδίφηση των μακρινών μας ριζών (ιστορικό μυθιστόρημα) καθώς και στη διερεύνηση του πρόσφατου πολιτικού μας τραύματος (Εμφύλιος), αρνείται σε μεγάλο βαθμό να αντικρίσει τη σημερινή πραγματικότητα του καζανιού μέσα στο οποίο βράζουμε, θα πρέπει να απασχολήσει την κοινωνική ψυχολογία.

Διπλό ενδιαφέρον έχει και το γεγονός πως η στροφή αυτή προς το σήμερα πραγματοποιείται από μια πεζογράφο της οποίας το προγενέστερο έργο κοιτούσε σε πολύ μεγάλο βαθμό προς τα πίσω («Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά», «Θα υπογράφω Λουί», «Ελένη ή ο Κανένας» και εν μέρει «Ο αιώνας των λαβυρίνθων»). Στο αμέσως προηγούμενο μάλιστα μυθιστόρημα «Αμίλητα, βαθιά νερά», η Ρέα Γαλανάκη καλλιέργησε μια λυρικά εξιδανικευτική (και κατά τη γνώμη μου καλλιτεχνικά προβληματική) προσέγγιση της μεταπολεμικής Κρήτης και του αρχαϊκού εθιμικού της δικαίου. Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει στο «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα» όπου η πεζογράφος με την εξαιρετική αδυναμία στα ιστορικά τεκμήρια, συμπλέκει ένα ανώνυμο ποίημα της Κρητικής Αναγέννησης του 15ου και 16ου αιώνα που είδε το φως πρόσφατα, με την ιστορία ενός ελληνικού χωριού που θα μπορούσε να είναι τα κρητικά Ζωνιανά. Συνδυάζει δηλαδή μια παλιά κρητική παράδοση η οποία ταυτίζει τον Ιούδα και τον Οιδίποδα, με έναν τόπο όπου, με την ανοχή των αρχών παραβιάζονται, όπως πρόσφατα αποκαλύφθηκε, οι απαράγραπτοι νόμοι ενός κράτος δικαίου. Το μυθιστόρημα αυτό στο οποίο διασταυρώνονται ο γνωστός βαθύς λυρισμός της Ρέας Γαλανάκη με μια φλέβα ισχυρού κοινωνικού ρεαλισμού, είναι, κατά τη γνώμη μου, το καλύτερό της. (Σκέφτομαι πως οι αντιρρήσεις που έχω παλαιότερα εκφράσει απέναντι στον «Βίο του Ισμαήλ Φερίκ Πασά» οφείλονται σε κάτι που τώρα θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω ως απόλυτη ισοπέδωση της Ιστορίας από έναν ανεξέλεγκτο Αισθητισμό αντί για τη γόνιμη διασταύρωσή τους).

Το «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα» συντίθεται από τέσσερα είδη λόγου: Από τις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις της ελληνοεβραίας δασκάλας Μάρθας Μάτσα που φθάνει στο κρητικό χωριό σε αναζήτηση της οικογενειακής της προϊστορίας. Από τα αποκαλυπτικά της όνειρά (που σημειώνονται με διαφορετικά τυπογραφικά στοιχεία). Από τις τριτοπρόσωπες αφηγήσεις οι οποίες φέρνουν στο προσκήνιο άλλους χαρακτήρες του χωριού, όπως τη θυμόσοφη γενναιότατη Αγγελικώ - μορφή που θα μπορούσε να είναι απ' ευθείας απόγονος της θειας-Ρουσάκη του Παντελή Πρεβελάκη. Και αποτελείται τέλος από την αφήγηση της αναγεννησιακής ιστορίας του Ρουμπέμ και της Κιμπουρέα (με επίσης διαφορετικά τυπογραφικά στοιχεία). Με τον μυθολογικό τόνο των λαϊκών παραμυθιών που οι ρίζες τους χάνονται στα βάθη του χρόνου, στην εξιστόρηση αυτή παρακολουθούμε την περιπέτεια του Ιούδα-Οιδίποδα με την προδιαγεγραμμένη ολέθρια μοίρα. Και η ιστορία του υβριδικού αυτού ήρωα μπολιάζει τη σύγχρονη περιπέτεια με το αρχέτυπο της αρχαιοελληνικής τραγωδία καθώς και με τις σκοτεινές τροπές του θυμικού της κοινότητας που αιώνες τώρα καταδιώκει τους Εβραίους, προετοιμάζοντας τον αναγνώστη (αλλά και τους ήρωες) να αποδεχθούν το κυοφορούμενο δράμα. Διότι η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη σε μια χορτασμένη αλλά βάρβαρη αγροτική κοινωνία όπου η καλλιέργεια του απαγορευμένου χασίς συνδυάζεται με την οπλοφορία, και ο επιθετικός ρατσισμός με την κίβδηλη ελληνολατρία. Κι ωστόσο, η ατμόσφαιρα του έργου δεν είναι μέχρι το τέλος σκοτεινή. Η αποκάλυψη κρυμμένων οικογενειακών μυστικών, η δίκαιη τιμωρία του ενορχηστρωτή του κακού και η ελπιδοφόρα κυοφορία μιας καινούργιας ανθρώπινης ζωής, προσφέρουν, μαζί με τον ασφαλή ποιητικό ρυθμό του έργου, μιαν ανακουφιστική έξοδο από την περίκλειστη, βουβή και ένοχη αυτή κοινωνία.

Έντυπη